7ος χρόνος, ημέρα 2058η
Κυριακή, 20 Ιουνίου 2021

Zoomshock: Ήρθε για να μείνει;

Zoomshock: Ήρθε για να μείνει;
Shutterstock

Του Len Shackleton

Η εργασία από το σπίτι είναι κάτι το οποίο πολλοί από μας τον τελευταίο χρόνο έχουμε συνηθίσει - ίσως υπερβολικά. Κατά παράδοξο τρόπο αναπαράγουμε έτσι την εμπειρία των προγόνων μας. Για το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας, η εργασία από το σπίτι ήταν ο κανόνας - είτε μιλάμε για αγρότες που εργάζονταν στα οικογενειακά κτήματα, για τεχνίτες και τεχνίτριες του Μεσαίωνα που περιτριγυρίζονταν από μέλη της οικογένειάς τους και μαθητευόμενους, ή για υφαντουργούς του 18ου αιώνα που εργάζονταν υπό το σύστημα της οικοτεχνίας όπου οι έμποροι έφερναν μαλλί και άλλες πρώτες ύλες τις οποίες τα νεότερα και μεγαλύτερα μέλη της οικογένειας επεξεργάζονταν ώστε να παραχθεί το τελικό ύφασμα.

Απομεινάρια αυτών των τρόπων ζωής επιβιώνουν ακόμη και σήμερα. Κατά τον 19ο αιώνα όμως σημειώθηκε μια μετακίνηση της παραγωγής στα εργοστάσια, ενώ κατά τον 20ό αιώνα αυτή η διαδικασία ολοκληρώθηκε ενώ επίσης αναπτύχθηκε η μεγάλης κλίμακας απασχόληση σε γραφεία τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα.

Στον 21ο αιώνα, οι περισσότεροι άνθρωποι εργάζονταν εκτός του σπιτιού τους για τον περισσότερο χρόνο πριν την έλευση της πανδημίας. Σύμφωνα με τα δεδομένα του βρετανικού Γραφείου Εθνικών Στατιστικών, μόλις περίπου το 13% των εργαζομένων εργάζονταν “από το σπίτι” σε τακτική βάση πριν ξεκινήσουν τα απαγορευτικά. Αλλά ακόμη και αυτό το ποσοστό υπερεκτιμά την έκταση της εργασίας από το σπίτι, καθώς το 8% αυτών των εργαζομένων αφορά ανθρώπους όπως αυτοαπασχολούμενους ζωγράφους και διακοσμητές, ηλεκτρολόγους, υδραυλικούς, κομμωτές, φροντιστές και συμβούλους που μπορεί να έχουν συρτάρια για την εργασία τους σε κάποιο μέρος του σπιτιού τους, αλλά περνούν τις περισσότερες από τις ώρες εργασίας εκτός οικίας.

Ένα άλλο 1% εργαζόταν σε κτίρια ή χώρους που συνδέονται αλλά είναι διακριτοί από την οικία - πρόκειται για αγρότες, αγροφύλακες, διαχειριστές παμπ, και καταστηματάρχες που ζουν σε διαμέρισμα πάνω από το κατάστημα. Πολύ λιγότεροι από το 5% περνούσαν τη μέρα τους μπροστά σε οθόνες στα γραφεία του σπιτιού τους.

Όλα αυτά άλλαξαν όταν διαταχθήκαμε να εργαζόμαστε από το σπίτι αν αυτό ήταν εφικτό. Εκατομμύρια άνθρωποι συνήθισαν σε έναν νέο τρόπο εργασίας. Για τους τυχερούς, αυτό σήμαινε τη μετατροπή ενός διαθέσιμου δωματίου σε ένα πλήρως λειτουργικό γραφείο. Για άλλους, ιδίως για νέους ανθρώπους που συγκατοικούν με άλλους, αυτό σήμαινε τη λιγότερο ελκυστική επιλογή της κατάληψης του τραπεζιού στην κουζίνα, ή της ισορροπίας του λάπτοτ στα γόνατα στο υπνοδωμάτιο.

Οι αλλαγές αυτές δέχθηκαν εκτενή κριτική, ιδίως από δημοσιογράφους και δημοσιολόγους που δεν μπορούν να βγουν έξω όσο είχαν συνηθίσει. Αλλά δεν ισχύει το ίδιο για όλους όσοι εργάζονται αυτό το διάστημα από το σπίτι. Στις αρχές του Μαρτίου, περίπου το 40% των εργαζομένων, εργάζονταν «από» - θυμηθείτε τι σημαίνει στην πράξη αυτό - το σπίτι τους. Και θυμηθείτε επίσης ότι 15% όσων συγκαταλέγονται στους εργαζομένους είχαν τεθεί σε υποχρεωτική αργία. Έτσι, μόλις περίπου το ένα τρίτο του συνόλου των εργαζομένων το πολύ εργάζονταν από το σπίτι πληκτρολογώντας στα λάπτοπ τους ή συμμετέχοντας σε βιντεοσυσκέψεις.

Και τα ποσοστά αυτά διέφεραν κατά πολύ μεταξύ του εργαζόμενου πληθυσμού. Τα επίπεδα της εργασίας από το σπίτι στο Λονδίνο ήταν υπερδιπλάσια από τα αντίστοιχα της Σκωτίας, και σχεδόν διπλάσια έναντι των αντίστοιχων για την ανατολική Αγγλία. Οι ηλικίες 30-49 ήταν πολύ πιο πιθανό να εργάζονται από το σπίτι απ’ ό,τι οι ηλικίες 16-29, πολλοί από τους οποίους μπήκαν σε υποχρεωτική αργία από θέσεις λιανικής πώλησης, εστίασης και ξενοδοχειακών υπηρεσιών. Περίπου το 80% οσων εργάζονται στη βιομηχανία, την υγεία, τις κατασκευές, την παροχή ενέργειας και ύδατος συνέχισαν να εργάζονται καθημερινά έξω από το σπίτι τους στον συνήθη χώρο εργασίας τους.

Έτσι, η κλίμακα της αύξησης της εργασίας από το σπίτι μπορεί να υπερκτιμάται. Παρ’ όλα αυτά, για πολλούς από μας αυτό λειτούργησε ως αποκάλυψη ότι πολλά απ’ όσα είχαμε συνηθίσει να κάνουμε πηγαίνοντας στο γραφείο μπορούν να γίνουν με αρκετά ικανοποιητικό τρόπο από το σπίτι.

Πολλοί άνθρωποι απολαμβάνουν αυτή την εμπειρία, εξοικονομούν χρήματα και βλέπουν περισσότερο τα μέλη της άμεσης οικογένειάς τους - και δεν θέλουν να επιστρέψουν στις μακροχρόνιες και δαπανηρές μετακινήσεις από και προς τον χώρο εργασίας. Πρόσφατες έρευνες από ακαδημαϊκούς, συμβουλευτικά γραφεία και την Τράπεζα της Αγγλίας καταδεικνύουν ότι οι απαντώντες κατά πλειονότητα θέλουν ένα πιο ευέλικτο σχήμα εργασίας για το μέλλον, πηγαίνοντας ίσως στα γραφεία για δύο ή τρεις μέρες την εβδομάδα και εργαζόμενοι από το σπίτι για τον υπόλοιπο χρόνο. Κάποιοι εργοδότες φαίνεται να υποστηρίζουν αυτή την ιδέα, αναλογιζόμενοι ιδίως την εξοικονόμηση του κόστους από την περικοπή των χώρων εργασίας.

Θα πρέπει όμως να είμαστε επιφυλακτικοί πριν βουτήξουμε με το κεφάλι στην εργασία από το σπίτι. Μολονότι οι έρευνες καταδεικνύουν ότι πολλοί εργαζόμενοι ατομικά πιστεύουν ότι υπήρξαν περισσότερο παραγωγικοί στο σπίτι απ’ ό,τι στο γραφείο, αυτό δεν αντανακλά αναγκαστικά την άποψη άλλων. Πολλοί από μας βρήκαμε ότι είναι πολύ δύσκολο να επικοινωνήσουμε με επιχειρήσεις και κρατικούς φορείς κατά τη διάρκεια του απαγορευτικού, και είδαμε να καθυστερεί η λήψη απάντησης σε σημαντικά ζητήματα.

Επίσης, εργοδότες αναφέρουν δυσκολίες στις διαδικασίες προσέλκυσης νέων υπαλλήλων, την οικοδόμηση ομαδικού πνεύματος, την καινοτομία και την κινητροδότηση των εργαζομένων. Η κρατική Έρευνα Ιδεών και Συνθηκών των Επιχειρήσεων (Business Insights and Conditions Survey) κατέγραψε τον Φεβρουάριο ότι μόλις το 9% των επιχειρήσεων πιστεύουν ότι η παραγωγικότητα αυξήθηκε, ενώ το 33% πιστεύει ότι μειώθηκε. Φυσικά, σημειώθηκαν διαφοροποιήσεις από κλάδο σε κλάδο, αλλά μόλις σε έναν κλάδο - ευλόγως στην Πληροφορική και τις Επικοινωνίες - περισσότερες επιχειρήσεις πιστεύουν ότι η παραγωγικότητα αυξήθηκε αντί να μειωθεί.

Αν συνεχιστεί η εργασία από το σπίτι σε υψηλότερα επίπεδα μετά το πέρας της πανδημίας, θα σημειωθούν ευρύτερες αλλαγές στην οικονομία. Κάποιες είναι σχετικά σίγουρες: για παράδειγμα, η μείωση των εργαζομένων που μετακινούνται θα πλήξει τα έσοδα του φορέα συγκοινωνιών του Λονδίνου και των σιδηροδρομικών εταιριών που θα αντικαταστήσουν αυτές που έκλεισαν. Άλλες συνέπειες είναι ίσως λιγότερο εμφανείς: οι ερευνητικές του Centre for Economic Policy επινόησαν τον όρο “Zoomshock” για να προσελκύσουν την προσοχή σε κάποιες από τις ευρύτερες συνέπειες που θα έχει η αύξηση του αριθμού των ανθρώπων που εργάζονται από το σπίτι στις μεγαλουπόλεις μας.

Επισημαίνουν τον σημαντικό αριθμό των «υπηρεσιών που καταναλώνονται τοπικώς» (locally consumed services - LCS) στις οποίες οι εργαζόμενοι γραφείων δαπανούν χρήματα - καφετέριες, εστιατόρια, ποτά και γεύματα μετά την εργασία, καταστήματα λιανικής, γυμναστήρια, θέατρα και ούτω καθεξής. Αν οι μισοί μετακινούμενοι εργαζόμενοι αρχίσουν να εργάζονται από το σπίτι για δύο ημέρες την εβδομάδα, αυτό από μόνο του συνεπάγεται μια μείωση 20% στη δυνητική ζήτηση για LCS, με αντίστοιχα αποτελέσματα στην απασχόληση.

Επίσης, είναι πιθανό ότι μια μεσοπρόθεσμη μείωση στη μετακίνηση των εργαζομένων θα οδηγήσει σε ρεύματα μετακόμισης. Αν δε χρειάζεται να μετακινείστε προς και από την εργασία σας το ίδιο συχνά, μπορεί να θελήσετε να μετακομίσετε μακριά από το κέντρο, όπου οι τιμές των σπιτιών είναι χαμηλότερες και μπορείτε να αγοράσετε περισσότερο χώρο για το οικιακό σας γραφείο. Σταδιακά, οι τιμές των σπιτιών εκτός των μεγάλων πληθυσμιακών κέντρων μπορεί να αυξηθούν σε σχέση με αυτές στο Λονδίνο ή το Μάντσεστερ.

Η εμπειρία του παρελθόντος καταδεικνύει ότι οι άνθρωποι ηλικίας άνω των τριάντα ετών, ιδίως όσοι έχουν οικογένειες, είναι πιθανότερο από άλλους να μετακομίσουν εκτός των μεγαλουπόλεων - και οι λευκοί Βρετανοί είναι πολύ πιθανότερο να μετακομίσουν απ' ό,τι οι περισσότερες εθνοτικές μειονότητες. Σε μια περίπου δεκαετία, αυτή η τάση μπορεί να μειώσει τη μέση ηλικία του πληθυσμού του Λονδίνου και άλλων μεγαλουπόλεων με μεγαλύτερες συγκεντρώσεις εθνοτικών μειονοτήτων και μεταναστών και λιγότερους λευκούς μεσήλικες. Αυτό θα έχει συνέπειες στις δημόσιες υπηρεσίες, και τους συντελεστές της δημοτικής και άλλης φορολόγησης - καθώς και στις συνεπαγόμενες πολιτικές.

Επίσης, μπορεί να αλλάξουν τα μοτίβα των αμοιβών. Αν άνθρωποι που απέχουν περισσότερο από Λονδίνο, τη Γλασκόβη ή το Μπέρμιγχαμ μπορούν πλέον να εργάζονται ευρέως από το σπίτι, θα μπορούν να ανταγωνίζονται με όσους βρίσκονται πλησιέστερα. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μια αύξηση των σχετικών αμοιβών σε κάποιες πιο απομακρυσμένες περιοχές. Αντιστρόφως, αυτή η αύξηση του ανταγωνισμού μπορεί να οδηγήσει σε μείωση των σχετικών αμοιβών για εκείνους που βρίσκονται πλησιέστερα στα παραδοσιακά κέντρα απασχόλησης.

Οι νέοι άνθρωποι, ιδίως όσοι ανήκουν σε ήδη μη προνομιούχες μειονότητες στις μεγαλουπόλεις, μπορεί να δυσκολευτούν ακόμη περισσότερο να βρουν δουλειά, καθώς πολλές θέσεις εργασίας σε υπηρεσίες με χαμηλό μισθό - για παράδειγμα στις λιανικές πωλήσεις, όπου σημειώθηκε μια τεράστια αύξηση στις διαδικτυακές πωλήσεις - θα εξαφανιστούν μαζί με τους εργαζόμενους που χρησιμοποιούν τις συγκοινωνίες.

Όλες αυτές οι προβλέψεις είναι υποθετικές, αλλά αν αποφασίσουμε να συνεχίσουμε να εργαζόμαστε από το σπίτι σε μεγάλους αριθμούς όπως πολλοί περιμένουν, τότε σίγουρα θα υπάρχουν συνέπειες τις οποίες θα πρέπει από τώρα να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε.

--

Ο Len Shackleton είναι μέλος της εκδοτικής και ερευνητικής ομάδας του Institute of Economic Affairs και καθηγητής οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Μπάκινγκχαμ.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στα αγγλικά στις 5 Μαΐου 2021 και παρουσιάζεται στα αγγλικά με την άδεια του Institute of Economic Affairs (IEA) και τη συνεργασία του ΚΕΦίΜ - Μάρκος Δραγούμης.