Τι μας μαθαίνει η Ουκρανία για τον Τραμπ

Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2019, 09:49
-A +A
Τι μας μαθαίνει η Ουκρανία για τον Τραμπ

Των Christopher A. Preble, John Glaser και A. Trevor Thrall

Σύμφωνα με μια επίσημη καταγγελία καταμαρτύρησης, ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ παρακράτησε από την Ουκρανία εξωτερική βοήθεια που είχε εγκριθεί από το Κογκρέσο προκειμένου να ασκήσει πίεση στον νέο Πρόεδρο της χώρας, Βολοντιμίρ Ζελένσκι ώστε να διαξαγάγει έρευνες με στόχο τον πολιτικό αντίπαλο του Τραμπ το 2020, πρώην Αντιπρόεδρο Τζο Μπάιντεν. Ο Τραμπ, εκτός του ότι αναζητούσε έτσι λάσπη για τον Μπάιντεν, ζήτησε επίσης από τον Ζελένσκι βοήθεια για τον εντοπισμό του σέρβερ που υποτίθεται ότι χρησιμοποίησε η Εθνική Επιτροπή του κόμματος των Δημοκρατικών και χακαρίστηκε από τη Ρωσία, ένδειξη ότι ο Τραμπ σκοπεύει να επανεντάξει την έρευνα Mueller στην προεδρική εκστρατεία του 2016.

Μολονότι ο Τραμπ προσπάθησε να εμφανίσει αυτό το επεισόδιο ως κάτι το απολύτως διαφανές, κινήθηκε πλήρως εκτός των επίσημων καναλιών. Αντί να ακολουθήσει τη συνήθη διαδικασία συνεργασίας για την εφαρμογή της επίσημης πολιτικής, ο Τραμπ ανέθεσε στον προσωπικό του δικηγόρο Ρούντι Τζουλιάνι και σε διάφορα άλλα πιστά σ’ αυτόν πρόσωπα να κάνουν γι’ αυτόν τη βρώμικη δουλειά εκτός κανόνων. Ακόμη, σύμφωνα με την καταγγελία, ο Λευκός Οίκος ενεπλάκη σε μια προσπάθεια συγκάλυψης αυτής της υπόθεσης.

Η υπόθεση αυτή θυμίζει ένα περίφημο άρθρο γνώμης που δημοσιεύθηκε στους New York Times πέρσι. Εκεί, ένας ανώνυμος υψηλόβαθμος αξιωματούχος, που ισχυριζόταν ότι είναι μέλος μιας εσωτερικής ομάδας αντίστασης εναντίον του Προέδρου, εντόπισε ως “ρίζα του προβλήματος” την “απουσία ηθικής” του Τραμπ. “Όποιος εργάζεται μαζί του” εξηγούσε ο αξιωματούχος “γνωρίζει ότι δεν δεσμεύεται από καμία εμφανή πρώτη αρχή που να κατευθύνει τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνει αποφάσεις”.

Συμφωνούμε. Είναι σαφές από την καταγγελία καταμαρτύρησης, την απομαγνητοφώνηση της κλήσης στον Ζελένσκι και τις ίδιες δημόσιες ομολογίες του Τραμπ ότι ο Πρόεδρος ιεραρχεί τα προσωπικά του πολιτικά συμφέροντα υψηλότερα από το εθνικό συμφέρον. Ενώ οι αποκαλύψεις είναι συγκλονιστικές, δεν θα πρέπει να εκπλήσσουν.

Μελετούμε τις διεθνείς σχέσεις, οπότε αυτό είναι το πρίσμα υπό το οποίο αναλύουμε τον γνώμονα λήψης αποφάσεων του Τραμπ στο υπό έκδοση βιβλίο μας. Ο Πρόεδρος Τραμπ είναι ομολογουμένως μια δύσκολη περίπτωση. Οι προτιμήσεις του σχετικά με την εξωτερική πολιτική συχνά δεν εντάσσονται σε ξεκάθαρες κατηγορίες, και πολλές από τις θέσεις του μεταβάλλονται ανάλογα με το πού φυσούν οι πολιτικοί άνεμοι - και συχνά μέσα σε μόλις έναν ειδησεογραφικό κύκλο. Η άστατη προσωπικότητα του προέδρου, η ψυχοσύνθεσή του και η απ’ ό,τι φαίνεται έλλειψη μιας σταθερής ιδεολογίας, καθιστούν δύσκολο τον ακριβή προσδιορισμό της κοσμοθεωρίας του.

Είναι όμως εφικτό να εντοπιστούν κάποια σταθερά χαρακτηριστικά της συνολικής κοσμοθεωρίας του Τραμπ που χαρακτηρίζουν την προσέγγισή του έναντι της εξωτερικής πολιτικής. Και η διαφαινόμενη προσπάθειά του να πιέσει έναν ξένο ηγέτη ώστε να του παράσχει λάσπη εναντίον ενός πολιτικού αντιπάλου εξηγείται απολύτως υπό το πρίσμα αυτών των χαρακτηριστικών του.

Πρώτα απ’ όλα ο Τραμπ χαρακτηρίζεται από μια μηδενικού αθροίσματος θεώρηση των συναλλακτικών σχέσεων. Αυτή η νοοτροπία χαρακτηρίζει συνολικά την σκέψη του στο προσωπικό και πολιτικό πεδίο, και εξηγεί τις απόψεις του για το εμπόριο, τις συμμαχίες και τις πολυμερείς συμφωνίες. Η θητεία του μέχρι σήμερα καταδεικνύει έντονα ότι οι ηθικές και στρατηγικές προσταγές έχουν γι’ αυτόν πολύ λιγότερη σημασία από το αν οι Αμερικανοί - ή συχνότερα, ο ίδιος προσωπικά - μπορούν να κερδίσουν κάτι εις βάρος άλλων.

Αυτή η υπολογιστική στάση αντανακλάται όχι μονο στην προσπάθεια του Τραμπ να χρησιμοποιήσει την εξουσία του αξιώματός του προκειμένου να προωθήσει τα δικά του στενά εκλογικά συμφέροντα, αλλά και στην προσδοκία του ότι η μόνη έγνοια του Ζελένσκι θα είναι το στενά εννοούμενο ιδιοτελές συμφέρον. Η Ουκρανία ήθελε απεγνωσμένα την στρατιωτική βοήθεια των ΗΠΑ που παρακρατούσε ο Τραμπ, και ο Πρόεδρος των ΗΠΑ προσδοκούσε μια απλή συναλλαγή μηδενικού συμφέροντος - μια ανταλλαγή, αν προτιμάτε.

Δεύτερον, ο Τραμπ είναι ένας στερεοτυπικός οπαδός της πολιτικής σκέψης του Προέδρου Άντριου Τζάκσον [1767-1845]. Η “τζακσονική πολιτική φιλοσοφία” όπως εξηγεί ο πολιτικός επιστήμων Walter Russell Mead σε ένα βιβλίο του το 2001 “συχνά είναι ένα ένστικτο αντί για μια ιδεολογία… ένα σύνολο πεποιθήσεων και συναισθημάτων αντί για ένα σύνολο ιδεών”. Οι τζακσονικοί, σύμφωνα με τον Mead, ρέπουν προς την “συνωμοσιολογική σκέψη” και είναι πρόθυμοι να χρησιμοποιήσουν τις εξουσίες της προεδρίας “ακόμη και εις βάρος των συνταγματικών κανόνων συμπεριφοράς”. Το να “χρησιμοποιούν δραστικά μέτρα” οι πολιτικοί ηγέτες είναι για τους τζακσονικούς σημαντικότερο από το “να ανησυχούν για τους κανόνες συμπεριφοράς του διεθνούς δικαίου”.

Πράγματι, η προσπάθεια του Τραμπ να ασκήσει πίεση στην Ουκρανία προκλήθηκε εν μέρει από ένα σύνολο διαψευσμένων θεωριών συνωμοσίας που κυκλοφορούν στο περιθώριο των διαδικτυακών μέσων της δεξιάς. Σύμφωνα με μια τέτοια θεωρία, ήταν η Ουκρανία και όχι η Ρωσία η χώρα που ενεπλάκη στις εκλογές του 2016 για να ενισχύσει την εκστρατεία της Κλίντον. Μια άλλη θεωρία υποστηρίζει ότι ο Αντιπρόεδρος Τζο Μπάιντεν άσκησε πιέσεις στην Ουκρανία για να απομακρύνει τον εισαγγελέα της και να απαλλάξει τον γιο του, που τότε ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ουκρανικής εταιρίας Burisma Holdings, από έρευνες για διαφθορά (στην πραγματικότητα, ο εισαγγελέας δεν βρήκε στοιχεία διαφθοράς, η έρευνα για την Burisma είχε μπει στο αρχείο, και οι κορυφαίοι εισαγγελείς της Ουκρανίας δηλώνουν δημοσίως ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις ενοχης από πλευράς της οικογένειας Μπάιντεν).

Τρίτον, ο Τραμπ έχει εμμονή με τη φήμη του. Σε μια σύνοψη των πέντε ωρών καταγεγραμμένων συνεντεύξεων με τον Τραμπ από τον βιογράφο του στα μέσα της δεκαετίας του 2000, ο αρθρογράφος Michael Barbaro των New York Times εντοπίζει τον “βαθιά ριζωμένο φόβο δημόσιου εξευτελισμού” του Τραμπ ως το ισχυρότερο κίνητρό του. “Οι ηχογραφήσεις αποκαλύπτουν έναν άνθρωπο με εμμονές για τη διασημότητά του” και “με άγχος έναντι της απώλειας της θέσης του αυτής”.

Ξανά, αυτό βοηθά στην κατανόηση της επιμονής του Τραμπ να πάρει πληροφορίες από την Ουκρανία. Τα ευρήματα των υπηρεσιών πληροφοριών των ΗΠΑ και του Ειδικού Συμβούλου Robert Mueller ότι η Ρωσία ενεπλάκη στις εκλογές του 2016 για να ενισχύσει την εκστρατεία του Τραμπ υπονομεύουν τη νομιμότητα της εκλογής του. Η ανατροπή αυτής της αφήγησης μέσω της διερεύνησης αυτών των θεωριών συνωμοσίας για την Ουκρανία προϋπέθεταν την άσκηση πίεσης στο Κίεβο εκτός των επίσημων καναλιών των ΗΠΑ, κάτι για το οποίο ο Τραμπ είχε απ’ ό,τι φαίνεται ελάχιστους ενδοιασμούς.
Τέλος, οι κλίσεις του Τραμπ είναι ασυνήθιστα αυταρχικές με τα κριτήρια της σύγχρονης πολιτικής κουλτούρας των ΗΠΑ. Τα χαρακτηριστικά της αυταρχικής προσωπικότητας στους πολιτικούς ηγέτες είναι αντικείμενο επιστημονικής έρευνας για δεκαετίες. Οι αυταρχικοί τείνουν να μοιράζονται σημαντικές ψυχολογικές συνήθειες και στυλ λήψης αποφάσεων. Έχουν μεγαλύτερη δυσκολία να χρησιμοποιούν κριτική σκέψη, είναι πιθανότερο να επιρρίπτουν ευθύνες σε αποδιοποδιοπομπαίους τράγους για κοινωνικά προβλήματα, ενδίδουν σε προκαταλήψεις και στερεοτυπική σκέψη, αποδίδουν μεγάλη αξία στην ισχύ και την σκληρότητα, και τείνουν να κακοποιούν και να εκφοβίζουν υφισταμένους, καταπνίγοντας έτσι μια ανοιχτή και δια βουλευτική διαδικασία λήψης αποφάσεων.
Ο Ντόναλντ Τραμπ επιδεικνύει σε μεγάλο βαθμό όλα αυτά τα χαρακτηριστικά. Απαιτεί αφοσίωση από τους αξιωματούχους σε φορείς της ομοσπονδιακής κυβέρνησης που υποτίθεται πως είναι ανεξάρτητοι και ακομμάτιστος. Επανηλειμμένα επιτίθεται σε ομοσπονδιακά δικαστήρια αμφισβητώντας τη νομιμοποίησή τους, και κάνει επίσης προσωπικές επιθέσεις εναντίον δικαστών που τόλμησαν να ακυρώσουν τις εκτελεστικές του εντολές. Κακολογεί τον τύπο, τον οποίο χαρακτηρίζει «εχθρό του λαού». Κατηγόρησε απερίσκεπτα τον καταμαρτυρητή ως κατάσκοπο, και τον επικεφαλής στις έρευνες για την προεδρική παραπομπή σε δίκη, ρεπουμπλικανό Adam Schiff, για προδοσία.

Για τον Πρόεδρο Τραμπ το να ασκεί κατ’ αυτό τον τρόπο την εξωτερική πολιτική φαίνεται εύλογο, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως είναι αποδεκτό. Αυτό θα έπρεπε να κάνει τους Αμερικανούς να ξανασκεφτούν όχι μόνο τις διευρυμένες εξουσίες της προεδρίας, αλλά και την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ γενικότερα.

Ο υπερβολικά μεγάλος ρόλος της Αμερικής στο διεθνές σύστημα δικαιολογείται εν μέρει με το επιχείρημα ότι η ηγεσία των ΗΠΑ είναι ηθικώς ανώτερη έναντι των εναλλακτικών και η Αμερική διέπεται από ανώτερες αρχές. Δεν χρειάζεται κανείς να περιορίζεται στα χρόνια του Τραμπ για να αποτιμήσει τις αδυναμίες αυτού του ισχυρισμού.

Ο Ντόναλντ Τραμπ όμως αναδεικνύει ξεκάθαρα αυτό τον κίνδυνο. Η ανάδυσή του στο ύπατο αξίωμα του έθνους είναι ίσως το πειστικότερο παράδειγμα των κινδύνων της εκχώρησης μιας τόσο αχαλίνωτης εξουσίας στην προεδρία, τόσο στο εγχώριο, όσο και στο διεθνές πεδίο. Η προεδρία, και η παγκόσμια στρατιωτική παρουσία την οποία ελέγχει πρέπει να περιοριστεί και να ελεγχθεί από τον ισότιμο κλάδο εξουσίας. Με ή χωρίς τον Τραμπ, μια παγκόσμια τάξη που εξαρτά την επιβίωσή της από τις παραξενιές ενός και μόνο προσώπου σε έναν και μόνο κλάδο του κράτους σε μία και μόνη χώρα είναι απλώς ανέφικτη.

--
Ο Christopher Preble είναι αντιπρόεδρος των μελετών άμυνας και διεθνούς πολιτικής στο Cato Institute. O John Glaser είναι διευθυντής μελετών διεθνούς πολιτικής στο Cato Institute. O A. Trevor Thrall είναι στέλεχος του τμήματος άμυνας και διεθνούς πολιτικής του Cato Institute με ειδίκευση στη διεθνή ασφάλεια και τις πολιτικές εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ. Οι τρεις είναι συγγραφείς του βιβλίου Fuel to the Fire: How Trump Made America’s Broken Foreign Policy Even Worse (and How We Can Recover) (Cato Institute, 2019).

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στα αγγλικά στις 3 Οκτωβρίου 2019 και παρουσιάζεται στην Ελλάδα με τη άδεια του Cato Institute και τη συνεργασία του ΚΕΦίΜ - Μάρκος Δραγούμης.

-A +A

Ροή Ειδήσεων

Τετάρτη 20/11/2019
Σελίδα με όλες τις ειδήσεις

Δημοφιλέστερα Άρθρα