Τι μας διδάσκει η εμπειρία της Ελλάδας και της Βενεζουέλας για τον κατώτατο μισθό

Τρίτη 09 Απριλίου 2019, 08:46 - Τελευταία ενημέρωση: 08:44
-A +A
Τι μας διδάσκει η εμπειρία της Ελλάδας και της Βενεζουέλας για τον κατώτατο μισθό

Του Jon Miltimore

Η μία μετά την άλλη πολιτεία των ΗΠΑ αυξάνει τον κατώτατο μισθό. Είναι μια κακή πολιτική για πολλούς λόγους, αλλά το κίνημα παρ’ όλα αυτά φαίνεται να κερδίζει έδαφος.

Δεκαοχτώ πολιτείες ξεκίνησαν το 2019 με νέους νόμους για κατώτατο μισθό. Πολλές ακόμη άλλες ψήφισαν σχετικούς νόμους το 2019, μεταξύ των οποίων και το Μέριλαντ, όπου οι νομοθέτες παρέκαμψαν ένα βέτο για να θεσπίσουν κατώτατο μισθό 15 δολαρίων. Τα McDonald’s πιθανότατα βλέποντας το περιβάλλον που διαμορφώνεται, ανακοίνωσαν πρόσφατα ότι δεν θα κάνουν στο εξής lobbying εναντίον των υποχρεωτικών αυξήσεων στις αμοιβές των εργαζομένων.

Δεν είναι δύσκολο να μαντέψουμε τους λόγους γι’ αυτό. Οι αυξήσεις του κατώτατου μισθού είναι μια κακή πολιτική - παραβιάζει τα δικαιώματα εργοδοτών και εργαζομένων ενώ αρνείται στα πιο ευάλωτα μέλη της κοινωνίας την αξιοπρέπεια της εργασίας - αλλά έχει μεγάλο πολιτικό όφελος.

Γιατί; Διότι οι νόμοι περί κατώτατου μισθού είναι δημοφιλείς. Οι έρευνες γνώμης καταδεικνύουν πως πάνω από τους μισούς Αμερικανούς υποστηρίζουν τον καθορισμό κατώτατου μισθού σε ομοσπονδιακό επίπεδο στα 15 δολάρια την ώρα. Η δημοτικότητα όμως είναι κακός δείκτης υγείας της της εκάστοτε πολιτικής. Σχεδόν το ίδιο ποσοστό Αμερικανών για παράδειγμα, υποστηρίζει ότι τα βασανιστήρια είναι αποδεκτά.

Και τι έγινε;

Είναι εύκολο να σκεφτεί κανείς ότι οι αυξήσεις του κατώτατου μισθού δεν είναι κάτι το σπουδαίο, εν μέρει γιατί τις ζούμε εδώ και καιρό. Ο πρώτος ομοσπονδιακός κατώτατος μισθός, που όριζε αμοιβή 0,25 δολάρια την ώρα, τέθηκε σε εφαρμογή το 1938. Με ασφάλεια μπορούμε να πούμε ότι κανείς σήμερα δεν μπορεί να θυμηθεί να δουλεύει σε μια εποχή που δεν υπήρχε κατώτατος μισθός. Ο ουρανός δεν έπεσε στα κεφάλια μας αυτά τα 80 χρόνια, όπως μπορούν να επισημάνουν οι υποστηρικτές του κατώτατου μισθού.

Εξάλλου, είναι γεγονός ότι οι σημερινοί οικονομολόγοι διαφωνούν ως προς το κατά πόσο οι νόμοι περί κατώτατου μισθού μειώνουν την απασχόληση. Μολονότι λίγοι οικονομολόγοι είναι διατεθειμένοι να υποστηρίξουν πως οι απότομες αυξήσεις του κατώτατου μισθού δεν οδηγούν σε σημαντικές απώλειες θέσεων εργασίας, κάποιοι το κάνουν. Συχνά επικαλούνται τη μελέτη Card-Krueger που συμπέρανε πως μια αύξηση του κατώτατου μισθού στο Νιου Τζέρσι δεν αύξησε την ανεργία στον κλάδο γρήγορης εστίασης της πολιτείας αυτής, για να υποστηρίξουν ότι οι νόμοι περί κατώτατου μισθού δεν είναι τόσο επιβλαβείς όσο κάποτε πιστευόταν.

Είναι όμως σημαντικό να θυμόμαστε πως όλοι οι νόμοι περί κατώτατου μισθού δεν είναι ισοδύναμοι. Μια πολιτεία που αυξάνει την ωριαία ελάχιστη αμοιβή από πχ τα 4,25 στα 5,05 δολάρια δεν μεροληπτεί υπέρ των εργαζομένων ή των επιχειρήσεων, αλλά οι περισσότεροι οικονομολόγοι θα συμφωνούσαν  ότι κάνει λιγότερη ζημιά από έναν νόμο που την αυξάνει στα 25 δολάρια την ώρα. (Μάλιστα, η μελέτη Card-Krueger ανέλυσε τα αποτελέσματα μιας αύξησης του κατώτατου μισθού από τα 4,25 στα 5,05 δολάρια και εξέτασε δεδομένα που αφορούσαν μια μικρή χρονική περίοδο, μόλις 11 μηνών).

Οι αυξήσεις του κατώτατου μισθού στη Βενεζουέλα και την Ελλάδα

Αυτό που πολλοί παραβλέπουν είναι πως ακριβώς αυτού του είδους η παρέμβαση στις εργασιακές αγορές προηγήθηκε - και ως ένα βαθμό αναμφίβολα επιτάχυνε - δύο από τις σημαντικότερες οικονομικές καταρρεύσεις της γενιάς μας.

Στην Ελλάδα, ο εθνικός μηνιαίος ελάχιστος μισθός αυξήθηκε από τα λιγότερα από 600 ευρώ το 2000 σε σχεδόν 900 δολάρια το 2011. Αυτή η αύξηση της τάξης του 50% ήταν πολύ υψηλότερη από την αντίστοιχη των γειτόνων της Ελλάδας.

Ο Πάνος Μουρδουκούτας, οικονομολόγος που διδάσκει στο Κολούμπια, επεσήμανε τι ακολούθησε: «Ήταν μια περίοδος οικονομικής άνθησης για την ελληνική οικονομία, που χρηματοδοτήθηκε από χρέος, πολύ χρέος. Και όλοι ξέρουμε τι συνέβη όταν το χρέος ωρίμασε, και η ελληνική οικονομία βυθίστηκε στη χειρότερη μεταπολεμική της ύφεση».

Και μετά, υπάρχει και η Βενεζουέλα. Ο ιστορικός Rainer Zitelmann, συγγραφέας του βιβλίου The Power of Capitalism, επεσήμανε ότι ο δρόμος προς την καταστροφή για τη Βενεζουέλα ξεκίνησε όταν οι κυβερνητικοί «μεταρρυθμιστές» δημιούργησαν την πιθανότατα εντονότερα ρυθμισμένη εργασιακή αγορά στον πλανήτη.

«Η αναστροφή της οικονομικής τύχης της Βενεζουέλας ξεκίνησε κατά τη δεκαετία του 1970, πολύ πριν την ανάληψη της εξουσίας από τον Ούγκο Τσάβες, ο οποίος έκανε τα πράγματα ακόμη χειρότερα» γράφει ο Ζίτελμαν. Και συνεχίζει: «Μία από τις αιτίες των προβλημάτων της Βενεζουέλας ήταν ο ασυνήθιστα μεγάλος βαθμός κρατικής παρέμβασης της αγοράς εργασίας. Από το 1974 και εντεύθεν, οι σχετικοί κανόνες έγιναν ακόμη πιο αυστηροί σε βαθμό που δεν έχει παγκόσμιο προηγούμενο - πόσο μάλλον στη λατινική Αμερική».

Πόσο πολύ όμως ρύθμισε η κυβέρνηση της Βενεζουέλας τις εργασιακές της αγορές;

«Από την πρόσθεση του ισοδύναμου 5,35 μηνών μισθούς στο κόστος της απασχόλησης ενός εργαζόμενου το 1972, τα μη μισθολογικά εργασιακά κόστη εκτοξεύθηκαν στο ισοδύναμο των 8,98 μηνιαίων μισθών το 1992».

Υπάρχουν πρόσθετα διδάγματα που μπορεί κανείς να εξαγάγει εδώ. Πώς αντέδρασε η Ελλάδα στην οικονομική της κρίση; Η χώρα, που είδε το ποσοστό ανεργίας να αυξάνεται από το 7% το 2008 στο 28% το 2013, μείωσε δραστικά τον κατώτατο μισθό από τα 876 στα 683 ευρώ.

Οι Έλληνες νομοθέτες θα μπορούσαν να εφαρμόσουν τη σοφότερη λύση της πλήρους κατάργησης του κατώτατου μισθού. Η αντίδρασή τους όμως ήταν απείρως καλύτερη από την αντίστοιχη του Νικολάς Μαδούρο, ο οποίος τον Ιανουάριο ανακοίνωσε αύξηση 300% του κατώτατου μισθού στη Βενεζουέλα. Αυτό συνέβη μετά από έξι προηγούμενες αυξήσεις του κατώτατου μισθού το 2018. Ιδού:

Πολλοί βεβαίως θα γελάσουν ή θα ειρωνευθούν μια τέτοια αντίδραση που ελήφθη ενώ επικρέμαται η οικονομική καταστροφή. Ο Μαδούρο όμως εφαρμόζει απλώς την ίδια λογική με τους πολιτικούς στις ΗΠΑ που επιμένουν ότι οι μισθοί θα πρέπει να καθορίζονται βάσει των διαταγμάτων κάποιου πολιτικού και όχι βάσει της παραγωγικότητας.

Πού θα σταματήσει το πράγμα;

Δεν υπονοοώ ότι οι οικονομικές καταστροφές της Ελλάδας και της Βενεζουέλας προκλήθηκαν μόνο από νόμους περί κατώτατων μισθών ή εργασιακές ρυθμίσεις, μολονότι αυτά σίγουρα συνέβαλαν. Αντιθέτως, αυτές οι πολιτικές ήταν μέρος μιας σταδιακής μετακίνησης όπου ολοένα και περισσότερες αποφάσεις της αγοράς αντικαταστήθηκαν από κεντρικό σχεδιασμό.

Στον Νόμο, ο Φρεντερίκ Μπαστιά προειδοποίησε εναντίον των αναπόφευκτων επιπτώσεων της χρήσης της καταναγκαστικής ισχύος του κράτος κατά τρόπους διαφορετικούς από αυτούς για τους οποίους υπάρχει (την ελεύθερη άσκηση δικαιωμάτων).

«Αν ξεκινήσουμε» ρωτά ο Μπαστιά «πού θα σταματήσουμε; Και πού θα σταματήσει ο ίδιος ο νόμος;».

Αυτό που κατανοούσε ο Μπαστιά είναι πως από την στιγμή που οι νομοθέτες αρχίσουν να χρησιμοποιούν τον νόμο για να οικοδομήσουν την ουτοπία αντί για να προστατεύουν την ελευθερία, θα δυσκολευτούν να σταματήσουν. Όταν οι αγορές διαστρεβλώνονται και εμφανιστεί η πείνα ή ο πόνος, οι πολιτικοί θα μπουν στον πειρασμό όχι να χρησιμοποιήσουν λιγότερο τον νόμο, αλλά περισσότερο. Γι’ αυτό ήταν φυσικό για τον Μαδούρο να χρησιμοποιήσει τους ίδιους ακριβώς μηχανισμούς (τη ρυθμιστική εξουσία και τον καταναγκασμό) για να επιλύσει μια κρίση των οποία αυτοί οι μηχανισμοί επιτάχυναν.

Πολλές πολιτείες των ΗΠΑ που ψηφίζουν νόμους περί κατώτατου μισθού μπορεί, όπως η Ελλάδα, να απολαύσουν ένα διάστημα καλοκαιρίας. Τα οικονομικά άλλωστε κινούνται όπως οι τεκτονικές πλάκες, η κίνηση των οποίων κάτω από τα πόδια μας μπορεί να είναι αόρατη σε μας, αλλά συμβαίνει. Το ίδιο συμβαίνει και στα οικονομικά όπου απρόβλεπτες συνέπειες πηγάζουν από κάθε πολιτική που αντικαθιστά την επιλογή των καταναλωτών με κυβερνητικά διατάγματα.

Πόσοι περισσότεροι άνθρωποι συλλαμβάνονται από την αστυνομία αφού αποκλείστηκαν από την αγορά εργασίας λόγω της αύξησης των μισθών; Πόσοι επιχειρηματίες αποφασίζουν πως δεν μπορούν να επωμιστούν το βάρος της εκκίνησης μιας επιχείρησης ή της επέκτασης μιας ήδη υφιστάμενης; Οι οικονομολόγοι ξέρουν καλά να μετράνε τις θέσεις εργασίας που χάθηκαν, όμως τι συμβαίνει με όσες εξαρχής δεν δημιουργήθηκαν;

Ποτέ δεν θα μάθουμε. Υπάρχει όμως κάτι που ξέρουμε: Εντέλει, όπως αναπόφευκτα συμβαίνει, η κρίση θα ξεσπάσει. Το ερώτημα που θα έθετε τότε ο Μπαστιά είναι: πού θα σταματήσει ο νόμος;

--

O Jonathan Miltimore είναι αρχισυντάκτης του FEE.org.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στα αγγλικά στις 5 Απριλίου 2019 και παρουσιάζεται στα ελληνικά με την άδεια του Foundation for Economic Education και τη συνεργασία του ΚΕΦίΜ - Μάρκος Δραγούμης.

 

-A +A

Ροή Ειδήσεων

Τετάρτη 02/10/2019
Σελίδα με όλες τις ειδήσεις

Δημοφιλέστερα Άρθρα