Οι φανταστικές νεοφιλελεύθερες πολιτικές και πού βρίσκονται

Τετάρτη 05 Ιουνίου 2019, 08:44
-A +A
Οι φανταστικές νεοφιλελεύθερες πολιτικές και πού βρίσκονται

Του Alberto Mingardi

Ίσως θα έπρεπε να φορολογηθεί η χρήση της λέξης «νεοφιλελευθερισμός», ώστε να γίνει πιο φειδωλή και προσεκτική. Σε ένα άρθρο τους το 2009, οι Taylor C. Boas και Jordan Gans-Mors υπογραμμίζουν ότι η λέξη (που σήμερα αποτελεί ουσιαστικά ένα «αντιφιλελεύθερο σλόγκαν») ενώ χρησιμοποιείται πολύ συχνά, πολύ σπάνια ορίζεται το περιεχόμενό της.

Οι ιστορικοί των ιδεών μπορεί να τη χρησιμοποιούν για να αναφερθούν στους Γερμανούς Ορντο-φιλελεύθερους και κάποιους συγχρόνους τους (όπως ο Walter Lippman), που επεχείρησαν να προσαρμόσουν το μήνυμα του κλασικού φιλελευθερισμού στον 20ο αιώνα, σε μια εποχή που η επέκταση της κρατικής εξουσίας φαινόταν ένα αναπόφευκτο πεπρωμένο. Αυτή η χρήση όμως σπανίζει.

Συνήθως, το αφήγημα περί του νεοφιλελευθερισμού πάει κάπως έτσι: η Θάτσερ και ο Ρήγκαν εξελέγησαν, μείωσαν το κράτος, τους ακολούθησε ο υπόλοιπος κόσμος, και φτάσαμε στο σημείο που βρισκόμαστε σήμερα να πληρώνουμε το τίμημα του μικρότερου από το επιθυμητό κράτους.

Μακάρι να ίσχυε αυτό!

Διαβάστε αυτό το άρθρο της Paola Subacchi στο Project Syndicate. Στόχος του είναι να αποτιμήσει την παρακαταθήκη της Μάργκαρετ Θάτσερ. Είναι όντως μια καλή σύνοψη των πιο συνηθισμένων χρήσεων αυτής της τόσο παρεξηγημένης λέξης.

Σύμφωνα με τη Subacchi: «Η κυβέρνηση της Θάτσερ εισήγαγε μια νέα εποχή οικονομικής πολιτικής που βασιζόταν στην αρχή του laissez faire. Σύντομα, η νέα αμερικανική κυβέρνηση του Ρόναλντ Ρήγκαν υιοθέτησε μια παρόμοια προσέγγιση. Όπως ο Θατσερισμός, έτσι και ο Ρηγκανισμός βασιζόταν στην ιδέα ότι οι αγορές πάντα ξέρουν καλύτερα».

Παρατηρήστε την καρικατούρα. Το «οι αγορές πάντα ξέρουν καλύτερα» ακουγεται επηρμένο και φαίνεται να υπονοοεί μια κάποια πίστη σ’ ένα απόλυτο, μυθολογικό ον - τις «αγορές». Οι αγορές όμως δεν είναι υποκείμενα δράσης με προτιμήσεις και βούληση: οι αγορές ούτε δρουν, ούτε «ξέρουν».

Η αγορά είναι μια μεταφορά που αναφέρεται σε ένα σύστημα θεσμών οι οποίοι επιτρέπουν στους ανθρώπους να συναλλάσσονται ελεύθερα αγαθά και υπηρεσίες. Συνεπώς η «ιδέα» πάνω στην οποία θεμελιώνουν οι υποστηρικτές των ελεύθερων αγορών τις προτάσεις πολιτικής τους, είναι ότι οι άνθρωποι ξέρουν τι τους ενδιαφέρει καλύτερα απ’ ό,τι η οποιαδήποτε γραφειοκρατία που ορκίζεται πως δρα εν ονόματί τους.

Η Subacchi γράφει: «Παρά τις διάφορες μεταλλάξεις του ανά τα χρόνια, τα βασικά πιστεύω του νεοφιλελευθερισμού - οι ιδιωτικοποιήσεις, η απορρύθμιση των αγορών προϊόντων και εργασίας, οι χαμηλοί φόροι, το ελεύθερο εμπόριο και η απελευθέρωση των κεφαλαιαγορών - παραμένουν τα ίδια. Και δεν αποτελεί σύμπτωση το γεγονός ότι οι δεκαετίες της κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού έχουν σημαδευτεί από οικονομική αστάθεια, διεύρυνση της ανισότητας και εντέλει, πολιτική δυσαρέσκεια…

Η λεγόμενη Συναίνεση της Ουάσινγκτον εξήγαγε στον υπόλοιπο κόσμο τόσο τη λιτότητα της Θάτσερ, όσο και τις φοροελαφρύνσεις του Ρήγκαν, επιβάλλοντας πολιτικές ελεύθερων αγορών στις αναπτυσσόμενες χώρες που παλεύουν με τα προβλήματα των ισοζυγίων πληρωμών».

Θα περίμενε κανείς να δει εδώ κάποια δεδομένα - ας πούμε, της κρατικής δαπάνης ως ποσοστό του ΑΕΠ. Μάταια θα τα αναζητήσετε σ’ αυτό το άρθρο. Η Subacchi μας θυμίζει ότι το ανώτατο φορολογικό κλιμάκιο μειώθηκε δραματικά, αλλά δεν μας λέει αν αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι «πλούσιοι» να συνεισφέρουν περισσότερο ή λιγότερο στα φορολογικά έσοδα. Από την άλλη πλευρά, φαίνεται πως υποθέτει ότι πολύ διαφορετικά πολιτικά περιβάλλοντα μπορούν να τσουβαλιαστούν στο ίδιο νεοφιλελεύθερο κουτάκι - ανεξάρτητα από τις ιδιαιτερότητές τους ως προς την πολιτική κουλτούρα και τους θεσμούς.

Η Subacchi  αναφέρει τα έσοδα από την ιδιωτικοποίηση επιχειρήσεων αλλά σημειώνει ότι «αντί να επενδυθούν αυτοί οι πόροι στην εκπαίδευση και την ανάπτυξη της χώρας, η Θάτσερ τους χρησιμοποίησε για να χρηματοδοτήσει περισσότερες φοροελαφρύνσεις». Πράγματι, όταν οι άνθρωποι έχουν περισσότερα χρήματα στις τσέπες τους, δεν μπορούμε εκ των προτέρων να γνωρίζουμε τι θα κάνουν μ’ αυτά. Μπορούμε όμως άραγε να είμαστε σίγουροι πως, οτιδήποτε κάνουν, δεν θα έχει καμία σχέση με την «ανάπτυξη της χώρας»;

Η Subacchi πιστεύει ότι αυτό που ξεκίνησε η Θάτσερ, στη συνέχεια απλώς το συνέχισαν οι Μέιτζορ, Μπλερ, Κάμερον και άλλοι ηγέτες - μεταξύ των οποίων ο Σρέντερ και η Μέρκελ. Πώς τεκμαίρεται αυτό; Ποιες είναι οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν μετά την αποχώρηση της Θάτσερ; Ως προς τι μοιάζουν αυτές με τον θατσερισμό; Σε τι βαθμό συρρικνώθηκε το κράτος;

Ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο απολαμβάνει ένα ελαφρύτερο ρυθμιστικό περιβάλλον απ’ ό,τι άλλες ευρωπαϊκές χώρες, δεν είναι σε καμία περίπτωση μια «απορρυθμισμένη» χώρα. Οι σύνθετοι (και ομολογουμένως σε μεγάλο βαθμό ατελείς) δείκτες όπως ο Δείκτης Οικονομικής Ελευθερίας καταδεικνύουν ότι τα τελευταία χρόνια δεν έχουν αλλάξει πολλά στην Αγγλία.

Οι κοινωνικές δαπάνες είναι ουσιαστικά ανάλογες με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, έχοντας αυξηθεί από το 16% του ΑΕΠ το 1980, στο 20,6% το 2016. Η συμμαχία του Ντέιβιντ Κάμερον «υιοθέτησε τη δημοσιονομική λιτότητα» (και παρ’ όλα αυτά, δεν πρέπει να το ξεχνάμε αυτό, ο Κάμερον κέρδισε μια καθαρή και αναπάντεχη νίκη το 2015 - άραγε ψήφισαν τότε μόνο οι «έχοντες»;), αλλά οι δημόσιες δαπάνες παραμένουν στο 40% του ΑΕΠ. Ενώ η δυναμική των δημοσίων δαπανών ως ποσοστό του ΑΕΠ στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι λιγότερο γραμμική απ’ ό,τι σε άλλες αναπτυγμένες χώρες (δεν αυξάνεται πάντα!) η τάση δεν καταδεικνύει σε καμία περίπτωση μια «συρρίκνωση του κράτους».

Η Subacchi εξετάζει τη «χρηματοπιστωτική απορρύθμιση ως τον πυλώνα του θατσερισμού - και όμως μελετητές όπως ο Philip Booth υποστηρίζουν ότι η Θάτσερ δεν απορρύθμισε το Σίτυ, αλλά αντιθέτως αντικατέστησε επίσημες ρυθμίσεις με μακροπρόθεσμους, ελεύθερα υιοθετημένους κανόνες συμπεριφοράς. Κατά μία έννοια συνεπώς η Θάτσερ ρύθμισε το Σίτυ πολύ περισσότερο απ’ όσο ήταν πριν.

Αν διαβάσει κανείς μόνο το άρθρο της Subacchi μπορεί να πιστέψει ότι οι κρατικές δαπάνες στις χώρες του ΟΟΣΑ είναι κατά μέσο όρο 6%, ή ίσως 10% του ΑΕΠ. Δεν είναι έτσι. Οι κυβερνήσεις έκαναν μια ανελέητη αναδιανομή χρημάτων, τουλάχιστον τα τελευταία πενήντα χρόνια. Μπορεί στ’ αλήθεια η Subacchi να προσποιείται πως εξηγεί αυτά που δεν της αρέσουν ως προς την κατανομή εισοδημάτων, υποθέτοντας απλώς ότι δεν υπάρχει κράτος πρόνοιας;

Είναι ωραίο που η Subacchi πιστώνει στο λονδρέζικο Institute for Economic Affairs τη διαμόρφωση μιας «νεοσυντηρητικής οικονομικής πολιτικής».

Βεβαίως, κάποιες ιδέες για έναν εναλλακτικό δρόμο μπορεί να προήλθαν από το ΙΕΑ και τα έργα του Φρίντριχ Χάγιεκ και του Μίλτον Φρίντμαν. Οι επικριτές όμως της Θάτσερ συνήθως ξεχνούν ότι την ψήφισαν οι ψηφοφόροι. Γιατί το έκαναν αυτό; Ίσως γιατί, μετά από μια γενιά φιλόδοξης βιομηχανικής πολιτικής, ανώτατων φορολογικών συντελεστών της τάξης του 98% και καλπάζοντος πληθωρισμού, υπήρχε ο πραγματικός φόβος ότι η Βρετανία θα ακολουθήσει τον δρόμο που λίγες δεκαετίες μετά πήρε η Βενεζουέλα του Ούγκο Τσάβες. Το μήνυμα της Θάτσερ ήταν επίκαιρο και είχε λαϊκή υποστήριξη που ξεπερνούσε κατά πολύ τα όρια των πλουσίων και των ισχυρών.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Θάτσερ κατάφερε να συντρίψει άπαξ και διά παντός τον βρετανικό παρεμβατισμό.

Η «δύναμη των ιδεών», συμπεριλαμβανομένων και των ιδεών της Θάτσερ, πρέπει να εξετάζεται μέσα στο πλαίσιό της. Αγαπώ βαθιά το ΙΕΑ και χαίρομαι για τους θριάμβους του. Όμως η ιδέα ότι μια μέρα κάποιοι φιλελεύθεροι οικονομολόγοι έπεισαν κάποιον συντηρητικό πολιτικό και ο κόσμος στη συνέχεια άλλαξε προς το καλύτερο ή το χειρότερο είναι απελπιστικά αφελής. Έχουν οι ιδέες συνέπειες; Ναι έχουν. Αλλά η οποία πρόταση πολιτικής (και το ΙΕΑ πάντα εστίαζε περισσότερο στη μεγάλη εικόνα και όχι στις λεπτομέρειες των επιμέρους μεταρρυθμίσεων) δεν μετατρέπεται σε νόμο ως δια μαγείας.

Η πολιτική - συντηρητική ή σοσιαλιστική - είναι πάντα μια περίπλοκη διαδικασία διαπραγμάτευσης, κατά την οποία οι ομάδες ειδικών συμφερόντων ανθούν και η γραφειοκρατία επιδιώκει να διατηρήσει, αν όχι να αυξήσει τη δική της εξουσία. Αυτό μπορεί να εξηγεί το γιατί η «συρρίκνωση του κράτος» είναι κάτι για το οποίο περισσότερο μιλάμε, παρά το πετυχαίνουμε. Η Θάτσερ ήταν μια απίστευτα αποφασισμένη γυναίκα, κι αυτό μπορεί να συνέβαλε στο γεγονός ότι πέτυχε περισσότερα απ’ ό,τι οι περισσότεροι πολιτικοί. Αλλά σε καμία περίπτωση δεν έλεγχε το βρετανικό δημόσιο.

Η υπόθεση ότι οι ιδέες έχουν συνέπειες μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε μια ιστορία που θα έχει λίγη σχέση με την πραγματικότητα. Σίγουρα ένα άρθρο γνώμης εξ ορισμού περιγράφει μια ευρεία εικόνα. Αλλά η εντύπωσή μου είναι ότι η μάλλον συνήθης τακτική να αποδίδεται το οποιοδήποτε κοινωνικό δεινό στον νεοφιλελευθερισμό προϋποθέτει ακριβώς μια τέτοια αφέλεια. Άλλωστε, οι καλές ιστορίες χρειάζονται πάντα κάποιον κακό.

--

Ο Alberto Mingardi είναι αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας Πολιτικής Σκέψης στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνου, και Γενικός Διευθυντής του Istituto Bruno Leoni.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στα αγγλικά στις 18 Φεβρουαρίου 2019 και παρουσιάζεται στα ελληνικά με την άδεια του The Library of Economics and Liberty και τη συνεργασία του ΚΕΦίΜ - Μάρκος Δραγούμης.

 

-A +A

Ροή Ειδήσεων

Σάββατο 19/10/2019
Σελίδα με όλες τις ειδήσεις

Δημοφιλέστερα Άρθρα