Οι Ευρωπαίοι θα έπρεπε να καλωσορίζουν το νομοσχέδιο κυρώσεων των ΗΠΑ

Οι Ευρωπαίοι θα έπρεπε να καλωσορίζουν το νομοσχέδιο κυρώσεων των ΗΠΑ

Dalibor Rohac

Από την εκλογή του Donald Trump, πολλοί Ευρωπαίοι ανησυχούν για το μέλλον του καθεστώτος των κυρώσεων που επέβαλαν οι Ηνωμένες Πολιτείες στη Ρωσία μετά την εισβολή της δεύτερης στην Ουκρανία. Και έχουν καλούς λόγους ν' ανησυχούν. Αν οι ΗΠΑ αποσύρουν τις κυρώσεις - όπως μπορεί να υπενόησε (ή μπορεί και όχι) ο Michael Flynn στον Ρώσο πρέσβη Σεργκέι Κισλιάκ - θα είναι πολιτικά δύσκολο να διατηρήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση τις δικές τις κυρώσεις.

(Οι Ευρωπαίοι θα έπρεπε να καλωσορίζουν το νέο νομοσχέδιο κυρώσεων των ΗΠΑ. Αντί γι' αυτό ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Jean-Claude Juncker απειλεί τις ΗΠΑ με αντίποινα. REUTERS/Axel Schmidt)

Αυτή η εξέλιξη θα σηματοδοτούσε ένα και μόνο πράγμα στο Κρεμλίνο: ότι έχει το ελευθέρας στην Ουκρανία. Ακόμη, θα ενθάρρυνε τον Βλαδίμηρο Πούτιν να δοκιμάσει την τύχη του και αλλού, ελπίζοντας ότι οι αντιδράσεις της Δύσεις θα είναι από μικρές έως μηδενικές. Η λογική πίσω από τον νόμο για την Αντιμετώπιση των Αντιπάλων της Αμερικής Μέσω Κυρώσεων (Countering America's Adversaries Through Sanctions), που ψηφίστηκε την Πέμπτη στη Γερουσία από μια εντυπωσιακή δικομματική πλειοψηφία, είναι ακριβώς να προλάβει ένα τέτοιο αποτέλεσμα. Το γεγονός ότι ο Rand Paul και ο Bernie Sanders ήταν οι μόνοι δύο που το καταψήφισαν θα πρέπει να μας λέει όλα όσα χρειάζεται να γνωρίζουμε.

Και όμως, η αντίδραση της Ευρώπης δεν ήταν ο αναστεναγμός ανακούφισης που θα περίμενε κανείς. Αντί γι' αυτό, ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Jean-Claude Juncker απειλεί πλέον τις ΗΠΑ με αντίποινα “μέσα στις επόμενες μέρες”.

Γιατί, ρωτάτε;

Γιατί λοιπόν, το νομοσχέδιο ρητά διατυπώνει την αντίδραση της αμερικανικής κυβέρνησης στην κατασκευή του αγωγού Nord Stream 2, που έχει αναληφθεί από την Gazprom και έναν αριθμό δυτικοευρωπαϊκών ενεργειακών εταιριών και συνδέει άμεσα τη Ρωσία με τη Γερμανία, παρακάμπτοντας την Ουκρανία και άλλες χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης.

Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι κυρώσεις μπορεί να πλήξουν και “τις υποδομές που μεταφέρουν ενεργειακούς πόρους στην Ευρώπη, όπως για παράδειγμα τη συντήρηση και την αναβάθμιση των αγωγών στη Ρωσία που τροφοδοτούν το σύστημα που διέρχεται από την Ουκρανία” καθώς και το σχέδιο μεταφοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου στη Βαλτική.

Αυτός ο ισχυρισμός όμως είναι τραβηγμένος - και κάπως παρανοϊκός. Πρώτα απ' όλα, το νομοσχέδιο δεν επεκτείνει υλικά το εύρος των κυρώσεων που αφορούν τον πετρελαϊκό τομέα που τέθηκαν σε ισχύ με τον Νόμο για την Υποστήριξη της Ελευθερίας της Ουκρανίας (Ukraine Freedom Support Act). Όντως, στο άρθρο 232 ο νόμος εξουσιοδοτεί τον Πρόεδρο να επιβάλει “σε συντονισμό με συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών” κυρώσεις εναντίον εταιριών που συμβάλλουν είτε χρηματικά, είτε υλικά στην “κατασκευή, τον εκσυγχρονισμό ή την επισκευή αγωγών εξαγωγής ενέργειας από την Ρωσική Ομοσπονδία”.

Με άλλα λόγια, δεν θα υπάρξουν πρόσθετες κυρώσεις εναντίον του Nord Stream 2 ή άλλων σχεδίων, εκτός αν ο Πρόεδρος Τραμπ αποφασίσει να τις επιδιώξει. Ως Ευρωπαίος, ανησυχώ για πολλά πράγματα. Αλλά οι παράπλευρες ζημιές από μια ανεξέλεγκτη επιθετικότητα του Προέδρου Τραμπ εναντίον της Ρωσίας δεν πλησιάζουν καν την κορυφή της λίστας μου. Το γεγονός ότι ο Nord Stream 2 προχώρησε χωρίς να παρέμβει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ήδη είναι μια από τις πιο ντροπιαστικές παρακαταθήκες της Επιτροπής του κ. Juncker. Αν το νομοσχέδιο κυρώσεων πετύχει να τερματίσει αυτό το σχέδιο, πράγμα που δεν είναι ιδιαίτερα πιθανό να συμβεί, απλώς θα διορθώσει την προηγούμενη αποτυχία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να δράσει.

Το νέο νομοσχέδιο, το οποίο ο κ. Juncker κατήγγειλε ως μια νοοτροπία του τύπου “Η Αμερική πρώτη / η Ευρώπη τελευταία” που υποτίθεται ότι κυριαρχεί σήμερα στην Ουάσινγκτον, δεσμεύει επίσης τις ΗΠΑ να “συνεργαστούν με τα κράτη-μέλη και τους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προώθηση της ενεργειακής ασφάλειας μέσα από την ανάπτυξη διαφοροποιημένων και απελευθερωμένων ενεργειακών αγορών που παρέχουν διαφοροποιημένες πηγές, παροχείς και διαδρομές”.

Το νομοσχέδιο, για να βοηθήσει την Ουκρανία να ξαναχτίσει τον ενεργειακό της τομέα και να διαφοροποιηθεί από τις Ρωσικές πηγές, προβλέπει 30 εκατομμύρια δολάρια βοήθειας για τα φορολογικά έτη 2018 και 2019. Αυτό το ποσό δεν είναι ασήμαντο, ιδιαίτερα αν σκεφτούμε ότι η συνολική βοήθεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον ενεργειακό τομέα της Ουκρανίας, το διάστημα 2013-2020 ανέρχεται σε μόλις 45 εκατομμύρια δολάρια.

Δεν χρειάζεται να πούμε ότι οι ηχηρές διαμαρτυρίες από κάποιες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, όπως μια προηγούμενη που διατυπώθηκε από κοινού από τη Βιέννη και το Βερολίνο, αντανακλούν στενά και μυωπικά εμπορικά συμφέροντα. Υπάρχουν πολλοί στην Ευρώπη, όχι μόνο στην άκρα Δεξιά και την άκρα Αριστερά, που θα επωφελούνταν υλικώς αν οι σχέσεις ΕΕ-Ρωσίας επανέλθουν στο επίπεδο του “business as usual”. Το να δούμε αυτές τις φωνές να κυριαρχήσουν στα υψηλότερα κλιμάκια της ευρωπαϊκής πολιτικής, σημαίνει ότι οι ελπίδες να διαδραματίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση έναν παγκόσμιο ηγετικό ρόλο ήταν περισσότερο από πρώιμες.

--

Ο Dalibor Rohac είναι ερευνητής στο American Enterprise Institute (AEI) όπου μελετά τις ευρωπαϊκές πολιτικές και οικονομικές τάσεις.

 Το άρθρο δημοσιεύθηκε στα αγγλικά στις 21 Ιουλίου 2017 και παρουσιάζεται στα ελληνικά με την άδεια του American Enterprise Institute (AEI) και τη συνεργασία του ΚΕΦΙΜ “Μάρκος Δραγούμης”.