Ένα «μίνι Σένγκεν»: Τα Δυτικά Βαλκάνια ανοίγονται στις αγορές

Της Tanja Porcnik

Ο Γάλλος Πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν ετέθη επικεφαλής της προσπάθειας να παγώσουν οι ενταξιακές συνομιλίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Αλβανία και τη Βόρεια Μακεδονία κατά την πρόσφατη συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου τον Οκτώβριο. Έτσι όχι μόνο υπονομεύει έντονα και επικίνδυνα την αξιοπιστία της ενταξιακής διαδικασίας, αλλά και στέλνει το μήνυμα στις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων και αλλού που δεν είναι μέλη της ΕΕ ότι το μέλλον τους βρίσκεται αποκλειστικά στα χέρια τους, καθώς δεν μπορούν να βασίζονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση για υποστήριξη στις προσπάθειές τους να ενισχύσουν τους θεσμούς, να μεταρρυθμίσουν τις δημόσιες πολιτικές και να απελευθερώσουν περαιτέρω τις οικονομίες τους.

Όσο κι αν εξέπληξε πολλούς αυτή η πολιτική εξέλιξη, τα Δυτικά Βαλκάνια δεν πρέπει να χάνουν τον ύπνο τους γι' αυτό που ο απερχόμενος επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν-Κλωντ Γιουνκέρ χαρακτήρισε “μεγάλο ιστορικό λάθος”. Επίσης, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ αισθάνεται “πραγματική ντροπή” γι' αυτό που συνέβη.

Οι χώρες των Δυτικών Βαλκανίων ήδη έχουν σχέδια για τολμηρές και βαθιές θεσμικές μεταρρυθμίσεις που όχι μόνο θα απελευθερώσουν τις οικονομίες τους ενισχύοντάς τες, αλλά και θα βελτιώσουν σημαντικά το επίπεδο της ελευθερίας που απολαμβάνουν οι άνθρωποι στην περιοχή αυτή, εξέλιξη ακόμη σημαντικότερη.

Σ' αυτό το πλαίσιο, έξι χώρες των Δυτικών Βαλκανίων που δεν μετέχουν στην ΕΕ βρίσκονται σε συνομιλίες από τον Ιούλιο του 2018 με στόχο τη δημιουργία μιας ενιαίας αγοράς 20 εκατομμυρίων ανθρώπων ώστε να ενισχυθεί η ελευθερία της μετακίνησης και της διεξαγωγής διεθνούς εμπορίου. Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης που έχει μέχρι σήμερα επενδύσει 10 δις ευρώ στην περιοχή, υποστήριξε δημοσίως τη δημιουργία μιας περιφερειακής οικονομικής περιοχής στα Δυτικά Βαλκάνια.

Τον προηγούμενο μήνα, τρεις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων - η Αλβανία, η Βόρεια Μακεδονία και η Σερβία - ανακοίνωσαν ότι θα προχωρήσουν στη δημιουργία ενός “μίνι Σένγκεν” και θα κρατήσουν ανοιχτή την πόρτα για τρεις εναπομείνασες χώρες των Δυτικών Βαλκανίων που προς το παρόν διστάζουν να συμμετάσχουν κυρίως λόγω ανεπίλυτων πολιτικών ζητημάτων.

Σε μια εποχή που ο προστατευτισμός και ο εθνικισμός βρίσκονται σε έξαρση σε ολόκληρο τον πλανήτη - αυτό ήταν πιθανότατα το κίνητρο πίσω από την απόφαση του Προέδρου Μακρόν να ασκήσει βέτο στις ενταξιακές συζητήσεις - τα Δυτικά Βαλκάνια πρέπει να συνεχίσουν να επιδιώκουν φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις που προωθούν και ενισχύουν την οικονομική ελευθερία.

Στο τέλος, κανείς εκτός από τις ίδιες δεν μπορεί να σταματήσει τις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων να υποστηρίξουν πρωτίστως την ελευθερία - κάτι που απέχει παρασάγγας από το σημείο που βρίσκονταν όχι πριν από πολλά χρόνια.

Το βασικό εμπόδιο έναντι ενός υψηλότερου επιπέδου οικονομικής ελευθερίας στα Δυτικά Βαλκάνια είναι η ανικανότητά τους να ενισχύσουν τη νομοκρατία (ένα πρόβλημα κοινό για τις πρώην σοσιαλιστικές οικονομίες). Για να το πετύχουν αυτό, θα πρέπει να αποδώσουν ιδιαίτερη θεσμική έμφαση στην ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, την αμεροληψία των δικαστηρίων, την προστασία των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων και την αξιοπιστία της αστυνομίας.

Η ενίσχυση της νομοκρατίας μπορεί σήμερα να φαίνεται πολύ δύσκολος στόχος. Όμως η επόμενη καλύτερη κίνηση για τις κυβερνήσεις των Δυτικών Βαλκανίων είναι να μειώσουν, να απλοποιήσουν ή να εναρμονίσουν τα εμπόδια στο εμπόριο που αφορούν τη συμμόρφωση σε ρυθμίσεις για να μειώσουν το κόστος των εισαγωγών και των εξαγωγών και τον χρόνο που δαπανάται στα σύνορα, καθώς και για να μειώσουν τους ταξιδιωτικούς περιορισμούς εντός της περιοχής.

Για παράδειγμα, η Παγκόσμια Τράπεζα εκτιμά ότι τα φορτηγά χάνουν πάνω από 26 εκατομμύρια ώρες το χρόνο στους μεθοριακούς σταθμούς όταν διασχίζουν την περιοχή. Λόγω του χρόνου που δαπανάται στα σύνορα, ο μέσος αριθμός των φορτηγών και των οδηγών που απαιτούνται σε μια χώρα των Δυτικών Βαλκανίων είναι περίπου πέντε φορές μεγαλύτερος από τον μέσο αριθμό που χρειάζεται σε μια χώρα της ΕΕ.

Γι' αυτούς εξάλλου τους λόγους, το ποσοστό των εξαγωγών επί του ΑΕΠ είναι μόλις 40% στα Δυτικά Βαλκάνια, ενώ θα μπορούσε να είναι πολύ υψηλότερο.

Το άνοιγμα και η ολοκλήρωση των τοπικών οικονομιών στα Δυτικά Βαλκάνια είναι βέβαιο ότι θα ενισχύσει την οικονομική δραστηριότητα, τις επενδύσεις, το εμπόριο, τη δημιουργία θέσεων εργασίας και θα αυξήσει την συμμετοχή στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας που με τη σειρά της θα ενισχύσει την παραγωγικότητα και την οικονομική ανάπτυξη και θα μειώσει τη φτώχεια.

Είναι σαφές ότι η εγκαθίδρυση μιας κοινής αγοράς με ελεύθερη μετακίνηση ανθρώπων, αγαθών, υπηρεσιών και κεφαλαίου στα Δυτικά Βαλκάνια είναι ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Ας ελπίσουμε ότι η Βοσνία και Ερζεγοβίνη, το Μαυροβούνιο και το Κοσσυφοπέδιο θα συμμετάσχουν νωρίτερα ή αργότερα στην πρωτοβουλία αυτή.

Δεν υπάρχει λόγος ή ανάγκη να περιμένουν αυτές τις χώρες την ένταξή τους στην ΕΕ για να δουν να αυξάνεται το επίπεδο της ελευθερίας τους. Άλλωστε, ο στόχος δεν είναι η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά οι πολίτες τους να απολαμβάνουν ελευθερία, πλούτο και ευημερία.

Συμπερασματικά, όσο οι ηγέτες των Δυτικών Βαλκανίων εφαρμόζουν φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις για να αυξήσουν το επίπεδο της ελευθερίας των πολιτών τους, δεν ακολουθούν κάποιο μονοπάτι που οδηγεί σε μια “Νέα Γιουγκοσλαβία” όπως πολλοί επικριτές του “μίνι Σέγκεν” προσπαθούν να παρουσιάσουν αυτό το εγχείρημα.

Αντίθετα, η υλοποίηση αυτής της πρωτοβουλίας μπορεί να αποδειχθεί ακόμη ένα βήμα που απομακρύνει αυτές τις χώρες από την καταπίεση και τον σοσιαλισμό και τις φέρνει κοντύτερα στην ελευθερία και τις αγορές.

--

Η Tanja Porcnik είναι πρόεδρος και συνιδρύτρια του Visio Institute, μιας ανεξάρτητης δεξαμενής σκέψης με αντικείμενο την δημόσια πολιτική που έχει ως στόχο μια ανοιχτή, ελεύθερη, δίκαιη και ανεπτυγμένη Σλοβενία.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στα αγγλικά στις 26 Νοεμβρίου 2019 και παρουσιάζεται στα ελληνικά με την άδεια του 4Liberty.eu και τη συνεργασία του ΚΕΦίΜ - Μάρκος Δραγούμης.