7ος χρόνος, ημέρα 2223η
Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2021

Το 3% παίρνει... κεφάλι στον ΣΥΡΙΖΑ

Το 3% παίρνει... κεφάλι στον ΣΥΡΙΖΑ
Φωτογραφία αρχείου
Eurokinissi

Από τον Νίκο Φίλη και τα περί «όχι στους μπάτσους στις πόρτες των πανεπιστημίων» στο όχι του Τσίπρα στην Ελληνογαλλική συμφωνία και από το όχι της νεολαίας του κόμματος στην αστυνομική δύναμη Δέλτα και τα ΜΑΤ στην πρόταση της για την μείωση της θητείας στους 3 μήνες, με ενδιάμεσους σταθμούς του υψηλούς τόνους και την εμφυλιοπολεμική ρητορική, στον ΣΥΡΙΖΑ δείχνει να επικρατεί όλο και περισσότερο το κινηματικού χαρακτήρα 3% της διαμαρτυρίας και των αντιδράσεων.

Ο Αλέξης Τσίπρας είχε την ευκαιρία να δείξει πως αντιμετωπίζει το χώρο της κεντροαριστεράς με τρόπο που να μπορεί να διεκδικήσει μέρος της σε διάφορες περιπτώσεις μέσα στους 27 μήνες από τις εκλογές του 2019. Φευ! Όλο το χρονικό αυτό διάστημα χρησιμοποίησε ακραία αντιπολιτευτική ρητορική ακόμη και στην υπόθεση της πανδημίας, θέμα που θα απασχολήσει και σήμερα την επικαιρότητα μέσα από τη συζήτηση στη Βουλή και την απάντηση του πρωθυπουργού σε επίκαιρη ερώτηση που κατέθεσε ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Έχοντας ενδεχομένως κατασταλάξει σε μια θέση περί «δεξιάς παρένθεσης» (αν υπολογίσει κανείς πως στην Κουμουνδούρου πίστεψαν πως οι πολίτες δεν κατάλαβαν τι… ψήφισαν) άφησε τον χρόνο να κυλά και απέφυγε την πραγματοποίηση συνεδρίου, κάτι στο οποίο συνέβαλε στην πορεία και η πανδημία με τα μέτρα προστασίας που εφαρμόστηκαν. Έτσι έχασε την ευκαιρία, αν φυσικά είχε την πρόθεση να υλοποιήσει τα όσα υπεστήριζε (και αφήνει και σήμερα να εννοηθούν) περί στροφής στη σοσιαλδημοκρατία, στήνοντας και τις λεγόμενες «γέφυρες» με στελέχη προερχόμενα από το χώρο του ΠΑΣΟΚ.

Οι αντιδράσεις από τον στενό πυρήνα του ΣΥΡΙΖΑ ήταν εξ αρχής έντονες, κυρίως οι 53+ (νυν ομπρέλα) που έθεταν θέμα ως προς την αρχηγική μορφή που επεχείρησε ο Αλ. Τσίπρας να εφαρμόσει αλλά και του 3% που επιθυμούσε τη στροφή στην προ διακυβέρνησης εποχή, έλαβαν όμως διαστάσεις στο εσωτερικό του κόμματος με τον επικεφαλής του να απειλεί χωρίς ουδέποτε να λάβει την απόφαση να ξεκαθαρίσει εσωκομματικούς λογαριασμούς.

Έτσι με τον κυβερνητικό χρόνο να έχει ήδη «διπλώσει», άρα και τον αντιπολιτευτικό, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης οδεύει (πιθανά σε ένα συνέδριο) σίγουρα όμως σε μια εκλογική διαδικασία χωρίς να έχει αλλάξει τίποτα στο κόμμα στο οποίο η πλειοψηφία είπε «Όχι» τον Ιούλιο του 2019.

Καμία αυτοκριτική, καμία αλλαγή και καμία νέα πρόταση. Μόνο επιστροφή σε ένα παρελθόν που μέσω των αντιδράσεων και φυσικά της εκμετάλλευσης της οικονομικής κρίσης της ανέχειας και του θυμού των Ελλήνων κατάφερε να αναδειχθεί από το 3%, που φώναζε στους δρόμους, σε αξιωματική αντιπολίτευση (το 2012) και σε κυβέρνηση το 2015.

Έτσι, με το χρόνο τον πολιτικό μια κυβερνητικής θητείας διπλωμένο ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται πλέον μπροστά σε ένα νέο αδιέξοδο. Πολιτικό αφού χωρίς προτάσεις και χωρίς σχέδιο ικανό να προσελκύσει ψηφοφόρους, ακόμη και να πείσει μέρος αυτών που έδωσαν μια ακόμη ευκαιρία το 2019 ανεβάζοντας το ποσοστό σε σχεδόν 32%, επανέρχεται στη γνωστή συνταγή. Δοκιμασμένη όμως και αποτυχημένη πια στα μάτια του κόσμου.

Είναι η εύκολη συνταγή της αντίδρασης του Όχι σε όλα ανεξαρτήτως το αντικείμενο και κυρίως κόντρα όπως δείχνουν όλες σχεδόν οι δημοσκοπήσεις (ακόμη και αν τις αμφισβητεί σύσσωμη η Κουμουνδούρου) στην πλειοψηφία όπου οι 7 στους 10 δηλώνουν πως δεν είναι ικανοποιημένοι από την αντιπολίτευση που ασκείται

Η αδυναμία όμως εφαρμογής άλλης τακτικής έχει καταστήσει την «έξαλλη» αριστερά του 3% κυρίαρχη στην Κουμουνδούρου. Έφτασαν να δηλώνουν παρών σε νομοσχέδια που αφορούν περιπτώσεις με τις οποίες ως κυβέρνηση προώθησαν έστω με τον τρόπο που το έπραξαν δηλώνοντας υποχρεωμένοι από τα μνημόνια. Παρών στο Ελληνικό, παρών στους υδρογονάνθρακες , παρών στη συμφωνία με την Αίγυπτο για ΑΟΖ, όχι στην ελληνογαλλική συμφωνία και ένα εκκολαπτόμενο όχι στην ελληνοαμερικανική.

Όχι στην ασφάλεια στα Πανεπιστήμια, όχι στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ΔΕΗ άσχετα αν προετοίμασαν την πώληση του 17% της επιχείρησης, όχι στο νέο ασφαλιστικό που επιχειρεί να καταστεί εφικτή τη συνταξιοδότηση των νέων ανθρώπων, όχι ακόμη και στη διάταξη που αφορά τους συνόδους των ΑμΕΑ. Όχι στα μέτρα για την πανδημία, πλήρη αμφισβήτηση των επιστημόνων από την πρώτη στιγμή, πλήρη αμφισβήτηση (αρχικά) στα εμβόλια, πλήρη αμφισβήτηση και σε οτιδήποτε αφορά ως μέτρο την ασφάλεια είτε αφορά εξωτερικούς ορατούς και απτούς κινδύνους είτε την καθημερινότητα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ γυρνά στο παρελθόν της… οργής. Της πεζοδρομιακού τύπου αντιπολίτευσης που στηρίζεται στην οργή και την αγανάκτηση είτε αφορά νόμους για την αναβάθμιση της Παιδείας, είτε για την ανάπτυξη της χώρας. Ένα όχι με τόνους ανάλογους με αυτούς που το 3% χρησιμοποιούσε πάντα.

Η στάση στελεχών του κόμματος και οι παρεμβάσεις της νεολαίας που το 2020 ζητούσε να γκρεμιστεί το τείχος του Έβρου για να μπουν ελεύθερα οι μετανάστες που οι Τουρκικές αρχές έστελναν κατά κύματα, θύμισε παλιές εποχές που όμως δεν σταμάτησε εκεί. Τώρα η νεολαία επανέρχεται με συνθήματα της δεκαετίας του 2000 αλλά και με αυτά που κυριάρχησαν έως ότου ο ΣΥΡΖΑ γίνει κυβέρνηση το 2015.

Και ζητούν μείωση της θητείας στους 3 μήνες, κατάργηση των ΜΑΤ (θέση που υπήρξε στις διακηρύξεις του ΣΥΡΙΖΑ αλλά αφέθηκε να χαθεί στη λήθη της εξουσίας της περιόδου 2015-2019 όπως άλλωστε και τα περί θητείας 3 μηνών) και τώρα επανακατάργηση της δύναμης ΔΕΛΤΑ της ΕΛ.ΑΣ.

Δεν είναι μόνο αυτά. Είναι ότι αυτή η νοοτροπία έχει ξαναγίνει κυρίαρχη. Ίσως δεν χάθηκε ποτέ απλά καλύφθηκε μέσα από την χαρά της εξουσίας της πρώτης φοράς αριστεράς. Όμως πλέον η ηγεσία του κόμματος κινείται σε αυτή τη λογική γεγονός που ίσως δικαιολογεί και τη στάση των πολιτών που γυρνούν την πλάτη.

Αρκεί να σημειωθεί ένα γεγονός. Στο πολιτικό σκηνικό οι εξελίξεις στο ΚΙΝΑΛ την τελευταία εβδομάδα επισκίασαν τις αντιπολιτευτικές κορώνες του ΣΥΡΙΖΑ που έφτασε στο σημείο να ζητά εξεταστική για δημοσκοπήσεις και εταιρείες και να μιλά για προσπάθεια χειραγώγησης της κοινής γνώμης (αν και ως κυβέρνησης επιχείρησε να κλείσει τηλεοπτικούς σταθμούς και να ανοίξει νέους ελεγχόμενους και καθοδηγούμενους) προκειμένου να ανεβάσει τους τόνους.

Η πολιτική ατζέντα όπως διαμορφώθηκε ξεπέρασε όλους όσοι κινούνται στον μικρόκοσμο μιας λαϊκίστικης στείρας αντιπολίτευσης. Το πρόβλημα που θα προκύψει είναι αν αυτό αποκτήσει μια τάση που θα έχει συνέχεια και αν η όποια δυναμική δύναται να δημιουργήσει όρους διεκδίκησης του χώρου της κεντροαριστεράς. Εκεί όπου ο Αλέξης Τσίπρας σήμερα βλέπει να μην κινδυνεύει από κάποιον αντίπαλο και λειτουργεί στους ρυθμούς του 3% του ΣΥΡΙΖΑ….