7ος χρόνος, ημέρα 2155η
Σάββατο, 25 Σεπτεμβρίου 2021

Κόκκινος συναγερμός στις κεντρικές τράπεζες

Κόκκινος συναγερμός στις κεντρικές τράπεζες
Photo by Mark Kolbe / Staff / Getty Images / Ideal Image

Του Βασίλη Γεώργα

Μέρες κορύφωσης της χρηματοπιστωτικής κρίσης στην Eυρωζώνη θυμίζουν και πάλι τα κολοσσιαία ανοίγματα των βόρειων κεντρικών τραπεζών έναντι των χωρών του Νότου, που αυξάνονται αντί να περιορίζονται.

Μέσα σε μόλις ένα χρόνο οι πιστώσεις της Γερμανίας προς τον ευρωπαϊκό μηχανισμό μεταβιβάσεων, που είναι γνωστός ως Target2 (Trans-European Real Time Gross Settlement Express Trasfer), έχουν αυξηθεί πάνω από 50% και από τα επίπεδα των 400 - 450 δισ. ευρώ που είχαν υποχωρήσει το 2015, προσεγγίζουν πλέον τα 700 δισ. ευρώ ή το 23% του ΑΕΠ της.

Κοντά στο 1 τρισ. οι «οφειλές» στον πλούσιο Βορρά

Μαζί με τις πιστώσεις χωρών όπως η Φινλανδία, το Λουξεμβούργο και η Ολλανδία φτάνουν τα 940 δισ. ευρώ. Την ίδια στιγμή οι υποχρεώσεις των περισσότερων χωρών του ευρωπαϊκού Νότου προς το διασυνοριακό σύστημα πληρωμών Target2 έχουν και πάλι ξεχειλώσει και φουσκώνουν προς τα επίπεδα ρεκόρ του 2012. Μόνο στην Ισπανία τα ελλείμματα προς το Target2 ανέρχονται σε -294 δισ. ευρώ, ενώ στην Ιταλία φτάνουν τα -288,9 δισ. ευρώ και στην Ελλάδα τα -93,7 δισ. ευρώ. Ελλειμματική είναι και η Γαλλία με -44,7 δισ. ευρώ. Ειδικά στην Ιταλία, το αρνητικό ισοζύγιο τρέχει με εκθετικούς ρυθμούς, αν σκεφτεί κανείς ότι το 2015 είχε περιοριστεί σε 100 - 120 δισ. ευρώ και σήμερα έχει διπλασιαστεί ξεπερνώντας το peak του 2012 (βλ. γράφημα 1).


Στην πράξη, όλα τα παραπάνω αντιπροσωπεύουν τα ανοίγματα των κεντρικών τραπεζών του Βορρά προς τις κεντρικές τράπεζες του Νότου και αυτά με τη σειρά τους τα χρέη των εμπορικών τραπεζών , των επιχειρήσεων και εν τέλει των οικονομιών των αδύναμων και χρεωμένων χωρών προς τα ισχυρότερα μέλη της Ευρωζώνης. Η Γερμανία επί της ουσίας συνεχίζει να χρηματοδοτεί, όπως και παλιότερα, με τα εμπορικά της πλεονάσματα τα μεγάλα εμπορικά ελλείμματα της Ισπανίας, της Ιταλίας, της Ελλάδας και άλλων αδύναμων χωρών που έχουν αρνητικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, αλλά το ανησυχητικό είναι πως, ενώ τα προηγούμενα χρόνια μεταξύ 2012 - 2015 η ψαλίδα έκλεινε, τώρα έχει ανοίξει εκ νέου και κινείται προς τα ρεκόρ της περιόδου της κρίσης (βλ. γράφημα 3).


Αυτό αποτυπώνει αφενός την αδυναμία της συνταγής που ήθελε την ταχεία μετατροπή των υπερχρεωμένων χωρών του Νότου σε ευθέως ανταγωνιστικές της γερμανικής παραγωγικής μηχανής ώστε να αυξήσουν τις εξαγωγές τους, αλλά παράλληλα αντικατοπτρίζει και τη διαρκή φυγή καταθέσεων και κεφαλαίων από τις υπόλοιπες χώρες προς το «ασφαλές» καταφύγιο της Γερμανίας, η οποία ουσιαστικά ανακυκλώνει τα κεφάλαια που δέχεται λ.χ. από την Ιταλία και την Ισπανία, ξαναστέλνοντάς τα πίσω με τη μορφή νέων πιστώσεων.

Ο ενδιάμεσος σε όλο αυτό το αλισβερίσι που κρατά για την ώρα ανοιχτή την τραπεζική χρηματοδότηση μεταξύ των χωρών μελών του ευρώ είναι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (στη φωτ. ο πρόεδρός της, Mario Draghi) έναντι της οποίας η Γερμανία «ανοίγεται» όλο και περισσότερο προκειμένου να μεταβιβάζει λογιστικά τα πλεονάσματά της προς τις ελλειμματικές χώρες.

Το πρόβλημα είναι πως μετά από επτά χρόνια κρίσης, μνημονίων, μεταρρυθμίσεων και λιτότητας στην Ευρώπη, επί της ουσίας τίποτα δεν έχει αλλάξει σε ό,τι αφορά στην ανταγωνιστικότητα των υπόλοιπων χωρών έναντι της Γερμανίας, με αποτέλεσμα να βρισκόμαστε κολλημένοι στο σημείο μηδέν. Ότι ίσχυε το 2011 - 2012 εξακολουθεί να ισχύει και σήμερα, με τη διαφορά ότι αντί να είναι η Γερμανία που αγοράζει χρεόγραφα από το τραπεζικό σύστημα, είναι η ίδια η ΕΚΤ μέσω της ρευστότητας που διοχετεύει.

Όνειρο θερινής νυκτός η απομάκρυνση της λιτότητας

Από τη στιγμή που η συνταγή αύξησης της ανταγωνιστικότητας δεν μπορεί να πετύχει γρήγορα ενόσω χώρες όπως η Ιταλία, η Ισπανία και η Ελλάδα βυθίζονται στα χρέη και στην έλλειψη χρηματοδοτικών πόρων, η μόνη λύση που γίνεται αποδεκτή από τη Γερμανία και τις υπόλοιπες πλεονασματικές χώρες, προκειμένου να περιορίσουν μεσοπρόθεσμα την έκθεση τους στο ρίσκο του Νότου, δεν είναι οι απευθείας μεταβιβάσεις λ.χ. μέσω επενδύσεων στην πραγματική οικονομία, αλλά η περαιτέρω «φτωχοποίησή» τους.

Υπό το πρίσμα αυτό, θα αποτελούσε θαύμα αν αύριο βλέπαμε ως αντίδοτο στην κρίση τη Γερμανία και άλλες πλεονασματικές χώρες να συμφωνούν στην ανάγκη υλοποίησης ενός ευρέως επενδυτικού προγράμματος στον αδύναμο Νότο, όπως εισηγούνται οι αδύναμες οικονομικά χώρες. Προς το παρόν, όλα δείχνουν πως η συνταγή της λιτότητας θα παραμείνει σε πρώτο πλάνο με στόχο τη μείωση της κατανάλωσης και συνεπώς την περαιτέρω συμπίεση των εισαγωγών, ενώ σε παράλληλο πλάνο θα τρέχουν πιο μακροπρόθεσμα σχέδια για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και των εξαγωγών.