Το μεγαλύτερο «τσουνάμι» χρέους των τελευταίων 50 ετών διογκώνεται

Το μεγαλύτερο «τσουνάμι» χρέους των τελευταίων 50 ετών διογκώνεται

Του Κωνσταντίνου Μαριόλη

Με μία έκθεση που μοιάζει περισσότερο με κόκκινο συναγερμό, η Παγκόσμια Τράπεζα προειδοποίησε χθες για την επόμενη μεγάλη κρίση, επισημαίνοντας ότι παρατηρείται η μεγαλύτερη συσσώρευση χρέους των τελευταίων 50 ετών. Η κατάσταση που βιώνουμε σήμερα, τόνισε στην έκθεσή της για τις παγκόσμιες οικονομικές προοπτικές, συνήθως οδηγεί σε μεγάλη κρίση και παγκόσμια ύφεση. Τα πρωτοφανή χαμηλά επιτόκια αντισταθμίζουν εν μέρει τις συνέπειες του τεράστιου βάρους των χρεών ωστόσο δεν προσφέρουν επαρκή προστασία έναντι του κινδύνου μιας νέας χρηματοπιστωτικής κρίσης, πρόσθεσε.

Οι αναλυτές της Παγκόσμιας Τράπεζας κάνουν λόγο για εύθραυστο παγκόσμιο περιβάλλον και μας… ενημερώνουν ότι τις προηγούμενες φορές που σημειώθηκε κύμα συσσώρευσης χρέους – ποτέ όμως δεν ήταν τόσο σφοδρό και ευρύ –δεν είχαμε happy end αλλά κατέληξε σε κρίση. Γι’ αυτό το λόγο καλεί τις κυβερνήσεις να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα πριν είναι αργά και παράλληλα τονίζει ότι το 2020 θα είναι έτος οριακής ανάκαμψης.

Το τέταρτο κύμα συσσώρευσης χρέους ξεκίνησε το 2008-09 με το παγκόσμιο χρέος να φτάνει στο ιστορικό υψηλό του 230% του ΑΕΠ το 2018. Σημαντικός παράγοντας ανησυχίας είναι οι αναδυόμενες αγορές και οι αναπτυσσόμενες οικονομίες των οποίων το συνολικό χρέος έφτασε στο 170% του ΑΕΠ, ή 55 τρισ. δολάρια, το 2018, αυξημένο κατά 54 ποσοστιαίες μονάδες από το 2010. Όπως είναι φυσικό η Κίνα ευθύνεται για το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης, αλλά πρόκειται για μία τάση που παρατηρείται σχεδόν σε όλες τις χώρες της κατηγορίας.

Στις ανεπτυγμένες οικονομίες το χρέος (δημόσιο και ιδιωτικό) παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητο αλλά στα ιστορικά υψηλά του 264% του ΑΕΠ, ή 130 τρισ. δολάρια, που έφτασε στον απόηχο της κρίσης του 2008. Στις πιο φτωχές χώρες το χρέος ανήλθε στο 67% του ΑΕΠ (περίπου 270 δισ. δολάρια) το 2018, από 48% του ΑΕΠ ή 140 δισ. δολάρια το 2010.

Η παγκόσμια οικονομία αναμένεται να ανακάμψει ελαφρώς το 2020 στο 2,5% από 2,4% το 2019 που ήταν το χαμηλότερο επίπεδο μετά την παγκόσμια κρίση και αποδίδεται στην αποδυνάμωση του εμπορίου και των επενδύσεων. Η ανάκαμψη μπορεί να εκπλήξει ανοδικά αν ληφθούν μέτρα για να αποκλιμακωθούν οι εμπορικές εντάσεις και περιοριστεί η αβεβαιότητα. Παρ’ όλα αυτά η Παγκόσμια Τράπεζα σημειώνει ότι οι κίνδυνοι κυριαρχούν με κυριότερο απ’ όλους την κλιμάκωση της εμπορικής διαμάχης, την ακόμη μεγαλύτερη επιβράδυνση μεγάλων οικονομιών και την επιδείνωση του κλίματος στις αναδυόμενες αγορές. Αν πραγματωθούν οι εν λόγω κίνδυνοι θα δοκιμαστούν οι αντοχές του συστήματος καθώς θα δούμε αν κυβερνήσεις και κεντρικές τράπεζες έχουν απάντηση σε περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων.

Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα η παγκόσμια οικονομία έχει βιώσει τέσσερα κύματα συσσώρευσης χρέους τα τελευταία 50 χρόνια. Τα προηγούμενα 3 κατέληξαν σε χρηματοπιστωτικές κρίσεις σε πολλές ανεπτυγμένες και αναπτυσσόμενες οικονομίες. Στο υφιστάμενο κύμα, το οποίο ξεκίνησε το 2010, η αύξηση του χρέους είναι η μεγαλύτερη και σφοδρότερη που έχει καταγραφεί. Τα χαμηλά επιτόκια – τα οποία οι αγορές αναμένουν να διατηρηθούν μεσοπρόθεσμα – δείχνουν να απορροφούν μερικούς από τους κινδύνους που σχετίζονται με το υψηλό χρέος. Εντούτοις, οι αναδυόμενες αγορές και οι αναπτυσσόμενες οικονομίες συνεχίζουν να βρίσκονται αντιμέτωπες με χαμηλές προοπτικές ανάπτυξης, αυξημένες αδυναμίες και πολλούς παγκόσμιους κινδύνους.

Είναι χαρακτηριστικό πως όλα τα κύματα συσσώρευσης χρέους ξεκίνησαν σε παρατεταμένες περιόδους πολύ χαμηλών επιτοκίων και σχετίζονται επίσης με αλλαγές στις χρηματαγορές που είχαν ως αποτέλεσμα να αυξηθεί ραγδαία ο δανεισμός. Και τα τρία προηγούμενα κύματα κατέληξαν σε γενικευμένες κρίσεις και συνέπεσαν με περιόδους παγκόσμιας ύφεσης (1982, 1991, 2009) ή σημαντικής επιβράδυνσης (2001).

Τέσσερις επιλογές δίνει η Παγκόσμια Τράπεζα για να περιοριστεί η πιθανότητα να ξεσπάσει νέα παγκόσμια κρίση. Η πρώτη είναι η σωστή διαχείριση του χρέους και η διαφάνεια που θα συμβάλλει στη μείωση του κόστους δανεισμού και θα περιορίσει τους δημοσιονομικούς κινδύνους. Η δεύτερη αφορά στην εφαρμογή ισχυρών πλαισίων νομισματικής, δημοσιονομικής και συναλλαγματικής πολιτικής τα οποία θα θωρακίσουν τις αναδυόμενες αγορές. Η τρίτη σχετίζεται με την στενή εποπτεία του χρηματοπιστωτικού κλάδου για να εντοπιστούν και αντιμετωπιστούν οι κίνδυνοι και η τέταρτη είναι η αποτελεσματική διαχείριση των δημόσιων χρεών και η προώθηση της καλής εταιρικής διακυβέρνησης.