7ος χρόνος, ημέρα 2098η
Παρασκευή, 30 Ιουλίου 2021

Τι προβλέπει η νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική μέσα από 8 ερωταπαντήσεις

Τι προβλέπει η νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική μέσα από 8 ερωταπαντήσεις

Τι αλλάζει με το νέο πλαίσιο οικονομικής ενίσχυσης του αγροτικού τομέα την περίοδο 2023-2027, ποιες μεταρρυθμιστικές αλλαγές θα υπάρξουν και ποια θα είναι τα οφέλη για τους παραγωγούς, με τη νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική της ΕΕ,  δίνει μέσω 8 ερωτοαπαντήσεων το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, με αφορμή την ομιλία του πρωθυπουργού για τη νέα ΚΑΠ.

Όπως άλλωστε δήλωσε και ο πρωθυπουργός σήμερα κατά τη διάρκεια ομιλίας του στο πνευματικό κέντρο της Τρίπολης, η κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να μην επαναληφθούν από τη χώρα μας τα λάθη του παρελθόντος στη νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική της ΕΕ, τονίζοντας παράλληλα ότι κατάφερε να διασφαλίσει 19,3 δισ. ευρώ για να χρηματοδοτήσει ένα φιλόδοξο σχέδιο ενίσχυσης του πρωτογενούς τομέα.

Το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, εξηγεί, μεταξύ άλλων, πως η Πράσινη Συμφωνία επηρεάζει την Κοινή Γεωργική Πολιτική, τι αλλαγές θα επέλθουν, πως θα γίνει η ανακατανομή των πόρων της βασικής ενίσχυσης μεταξύ των δικαιούχων, ενώ απαντάει και σε εύλογα ερωτήματα που έχουν προκύψει στους παραγωγούς του πρωτογενούς τομέα.

Αναλυτικά οι 8 ερωτοαπαντήσεις

Γιατί η διαπραγμάτευση μεταξύ Κρατών Μελών, Ευρωπαϊκής Επιτροπής και Ευρωκοινοβουλίου διήρκησε τρία χρόνια;

Η μεγάλη διάρκεια των διαπραγματεύσεων οφείλεται σε αρκετούς λόγους, αλλά δύο είναι κατά την γνώμη μου οι σημαντικότεροι. Ο πρώτος λόγος είναι το εύρος της μεταρρύθμισης της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής (ΚΓΠ) που θυμίζω είναι η πρώτη πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης και χρονολογείται από το 1958 και ήταν πρωτόγνωρη η επερχόμενη αλλαγή. Ο δεύτερος λόγος ήταν η ανάγκη ενσωμάτωσης των στόχων της Πράσινης Συμφωνίας (Green Deal) που αποτελεί την Κεντρική Αναπτυξιακή Πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δημοσιεύθηκε να θυμίσω τον Δεκέμβριο του 2019 ενώ οι προτάσεις για το περιεχόμενο της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής 2021-2027 δημοσιεύτηκαν από την Επιτροπή τον Ιούνιο του 2018.

Πως επηρεάζει η Πράσινη Συμφωνία την Κοινή Γεωργική Πολιτική;

Η Πράσινη Συμφωνία συντίθεται από οκτώ επιμέρους πολιτικές/στρατηγικές που εκτείνονται σε όλους τους τομείς οικονομικής δραστηριότητας, τις μεταφορές, την παραγωγή ενέργειας , τον οικιστικό τομέα. Στον αγροδιατροφικό τομέα εξειδικεύεται μέσω της Πολιτικής από το Αγρόκτημα στο Πιάτο που στοχεύει στο να παραμείνουν τα Ευρωπαϊκά τρόφιμα ασφαλή, θρεπτικά και υψηλής ποιότητας και ταυτόχρονα να παράγονται με τον ελάχιστο αντίκτυπο στη φύση.

Η μείωση της χρήσης λιπασμάτων, η μείωση της χρήσης φυτοφαρμάκων, η αύξηση των εκτάσεων της βιολογικής γεωργίας από το 9% στο 25% της χρησιμοποιούμενης γεωργικής γης, η μείωση της χρήσης αντιβιοτικών, η ευζωία των ζώων, η αλλαγή των διατροφικών προτύπων με την αύξηση της κατανάλωσης φρούτων και λαχανικών, η μείωση της σπατάλης των τροφίμων είναι οι βασικοί στόχοι της Πολιτικής από το Αγρόκτημα στο πιάτο που αποτελεί ταυτόχρονα πρόκληση και σημαντική ευκαιρία για τους Έλληνες αγρότες.

Αναφερθήκατε στο μεγάλο εύρος της μεταρρύθμισης της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής. Ποιες είναι ακριβώς οι αλλαγές και τι επιπτώσεις θα έχουν;

Οι σημαντικότερες αλλαγές αφορούν:

ι) Στον σχεδιασμό, αφού για πρώτη φορά το σύνολο των εργαλείων της ΚΓΠ, δηλαδή οι παρεμβάσεις του Πρώτου Πυλώνα που είναι οι άμεσες ενισχύσεις, δηλαδή το τσεκ που λένε οι αγρότες μας, και του Δεύτερου Πυλώνα που περιλαμβάνει τις παρεμβάσεις για την Αγροτική Ανάπτυξη, δηλαδή τα Προγράμματα Αγροτικής Ανάπτυξης, υπάγονται/ενσωματώνονται σε ένα ενιαίο Προγραμματικό έγγραφο που ονομάζεται Στρατηγικό Σχέδιο.

ιι) Στον τρόπο καταβολής των ενισχύσεων του Πρώτου Πυλώνα δηλαδή:

της βασικής ενίσχυσης και η υποχρέωση για την επίτευξη της εσωτερικής σύγκλισης μέχρι το 2026, που σημαίνει ότι αίρονται οι στρεβλώσεις που δημιούργησαν τα ιστορικά δικαιώματα,

η υποχρεωτική διάθεση του 10% των πόρων του Πρώτου πυλώνα για την αναδιανεμητική ενίσχυση, δηλαδή την μεταφορά πόρων από τις μεγάλες εκμεταλλεύσεις στις μικρές εκμεταλλεύσεις,

η σημαντική ενίσχυση των πόρων που διατίθενται για την προσέλκυση των νέων γεωργών με την θεσμοθέτηση του 3% ως ελάχιστου ποσοστού των πόρων της ΚΓΠ που θα διατεθεί για την διευκόλυνση της εγκατάστασης των νέων γεωργών,

η ανάγκη ισχυρής τεκμηρίωσης για την παροχή συνδεδεμένων ενισχύσεων,

η υποχρέωση διάθεσης του 25% των πόρων του Πρώτου Πυλώνα για τα echoschemes που αντικαθιστούν το πρασίνισμα και είναι υποχρεωτικά για τα Κράτη Μέλη αλλά εθελοντικά για τους γεωργούς.

ιιι) Στις προτεραιότητες του Δεύτερου Πυλώνα, δηλαδή των Προγραμμάτων Αγροτικής Ανάπτυξης με τις σημαντικότερες να αφορούν:

Το Agricultural Knowledge and Innovation System (AKIS), δηλαδή τη δημιουργία ενός μηχανισμού που «ενοποιεί» την Γεωργική Εκπαίδευση – Κατάρτιση, την Παροχή Συμβουλών προς τους γεωργούς και την Μεταφορά τεχνογνωσίας και προώθηση της καινοτομίας.

Η εστίαση στην εφαρμογή νέων τεχνολογιών και καινοτομιών στην γεωργική παραγωγή.

Η προώθηση της Βιοικονομίας – Κυκλικής Οικονομίας – Καταπολέμηση της Σπάταλης Τροφίμων.

Η διάθεση του 35% των πόρων του Δεύτερου πυλώνα για παρεμβάσεις που στοχεύουν στην προστασία του περιβάλλοντος και την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή.

Ιv) Τέλος σημαντικές είναι οι αλλαγές που έρχονται στην παρακολούθηση των Προγραμμάτων μέσω:

της εφαρμογής της αρχής του καθολικού ελέγχου της τήρησης των υποχρεώσεων των παραγωγών μέσω της αξιοποίησης των νέων τεχνολογιών,

της θέσπισης ενός αυστηρού πλαισίου παρακολούθησης των επιδόσεων της ΚΓΠ μέσω του πλαισίου επίδοσης που σε περίπτωση αποτυχίας οδηγεί σε απώλεια πόρων.


Θα θέλατε να μας πείτε λίγο περισσότερα για την εσωτερική σύγκλιση και πως σχετίζεται με όσα λέγατε περί μεγάλης επιτυχίας της χώρας μας που απέτρεψε την εξωτερική σύγκλιση στο πλαίσιο του περσινού Συμβουλίου Κορυφής που ενέκρινε το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο της Ένωσης;

Η εξωτερική σύγκλιση αφορούσε το αίτημα συγκεκριμένου αριθμού κρατών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης που εντάχθηκαν στην Ε.Ε. το 2004 και αργότερα για την σύγκλιση των ποσών της ανά στρέμμα ενίσχυσης που εισπράττουν οι γεωργοί των παλαιών κρατών μελών με τους γεωργούς των νέων κρατών μελών.

Η μέση τιμή σε επίπεδο Ευρωπαϊκής ένωσης είναι περίπου 290 Ευρώ το εκτάριο (1 εκτάριο ισούται με 10 στρέμματα). Οι γεωργοί των παλαιών κρατών μελών εισπράττουν υψηλότερες τιμές ενώ οι γεωργοί των νέων κρατών μελών χαμηλότερες παρ? ότι διαχρονικά και σταδιακά οι διάφορες μειώνονται και είναι σωστό ως βασική αρχή. Εάν είχε περάσει η πρόταση αυτή θα σήμαινε σημαντικότατες απώλειές για την Ελλάδα από τον Πρώτο πυλώνα που με κάποια σενάρια θα έφταναν στο 45% περίπου των πόρων, δηλαδή ένα ποσό της τάξης των 800-900 εκατομμύριων ευρώ σε ετήσια βάση.

Κατά μέσο όρο ο γεωργός στη χώρα μας εισπράττει 490 ? το εκτάριο που είναι το δεύτερο υψηλότερο ποσό στην Ε.Ε. και υπολείπεται μόνο από την Μάλτα. Το αναφέρω αυτό διότι ορισμένοι κατηγορούν, λαϊκίζοντας ανερυθρίαστα, ότι η κυβέρνηση δεν ενδιαφέρεται για τον πρωτογενή τομέα ενώ η ΚΑΠ αποτελεί καταστροφή για τον Έλληνα αγρότη.

Αποκρύπτουν ότι το 54% του γεωργικού εισοδήματος είναι οι άμεσες ενισχύσεις του Πρώτου Πυλώνα, αποκρύπτουν ότι χωρίς τους πόρους της ΚΑΠ άνω του 50% των γεωργικών εκμεταλλεύσεων της χώρας δεν θα υπήρχαν αφού το εισόδημα από την πώληση των προϊόντων δεν καλύπτει τις δαπάνες παραγωγής.

Αποκρύπτουν ότι στην Ελλάδα το μέσο Γεωργικό εισόδημα ανέρχεται στο 94% της μέσης αμοιβής στους υπόλοιπους κλάδους της οικονομίας όταν στη Ε.Ε.-27 το αντίστοιχο ποσοστό δεν υπερβαίνει το 50%.

Η εσωτερική σύγκλιση αφορά στις διαφορές που υπάρχουν στα ποσά που εισπράττουν οι γεωργοί ανά εκτάριο εντός της ίδιας αγρονομικής περιφέρειας, δηλαδή των αροτραίων, των δενδρωδών και των βοσκοτόπων λόγω της ύπαρξης των ιστορικών δικαιωμάτων.

Τα ιστορικά δικαιώματα, προήλθαν από την μεταρρύθμιση της ΚΓΠ του 2003 που αποσυνέδεσε την παροχή των ενισχύσεων από το ύψος της παραγωγής και έχουν ως βάση τον μέσο όρο των ενισχύσεων ανά εκμετάλλευση, της περιόδου 2000-2002 και από διαφορετικά καθεστώτα ενισχύσεων (σιτηρά, σταφίδα, επιλέξιμα αιγοπρόβατα, τομάτα, σακχαρότευτλα, ελαιόλαδο κ.λπ.). Θα πρέπει όμως να διευκρινισθεί ότι δεν έπαιρναν όλα τα προϊόντα επιδοτήσεις, όπως επίσης ότι η αξία των ιστορικών δικαιωμάτων δεν σχετίζεται με το τι καλλιεργείς σήμερα.

Για να το δούμε στην πράξη ένας γεωργός που το 2002 καλλιεργούσε ένα προϊόν που είχε υψηλές ενισχύσεις «κατοχύρωνε» αυτή την αξία των δικαιωμάτων ακόμα και αν άλλαζε καλλιέργεια. Αντίθετα ένας γεωργός που δεν είχε δικαιώματα και ξεκίνησε να καλλιεργεί το 2008 εισέπραττε πολύ λιγότερα ανά εκτάριο από τον γείτονά του που είχε ιστορικά δικαιώματα. Αυτό οδήγησε σε μεγάλη διαφορά στις μοναδιαίες αξίες και στις 3 αγρονομικές περιφέρειες. Εάν συγκριθούν, ανά αγρονομική περιφέρεια, οι μέσοι όροι της μοναδιαίας αξίας δικαιωμάτων που σχηματίζουν αφενός το 1/10 του συνόλου των δικαιωμάτων με την υψηλότερη μοναδιαία αξία και το 1/10 με τη χαμηλότερη αξία, τότε η σχέση για την αγρονομική περιφέρεια αροτραίων καλλιεργειών είναι πέντε προς ένα (5/1), για τις δενδρώδεις καλλιέργειες είναι τέσσερα προς ένα (4/1) και για την αγρονομική περιφέρεια βοσκοτόπων είναι έξι προς ένα (6/1). Οι διαφορές αυτές έχουν προκύψει σήμερα αφού την περίοδο 2015-2019 μειώθηκαν σημαντικά λόγω της προβλεπόμενης από τον κανονισμό υποχρεωτικής μερικής εσωτερικής σύγκλισης. Προ του 2015 οι αποκλίσεις ήταν στις αροτραίες 15/1, στις δενδρώδεις 12,5/1 και στους βοσκοτόπους 11/1.

Θεωρείτε ότι θα υπάρξουν αντιδράσεις λόγω της ανακατανομής των πόρων της βασικής ενίσχυσης μεταξύ των δικαιούχων; Εάν όπως λέτε τα ιστορικά δικαιώματα δημιουργούν στρεβλώσεις γιατί οι προηγούμενες κυβερνήσεις και της Νέας Δημοκρατίας συμπεριλαμβανομένης δεν είχαν προχωρήσει στην κατάργηση τους;

Όχι δεν φοβάμαι αντιδράσεις. Η Αξιωματική Αντιπολίτευση μας κατηγορεί γιατί δεν έχουμε ήδη καταργήσει τα ιστορικά δικαιώματα ενώ θυμίζω ότι ήταν και προεκλογική της δέσμευση το 2015 που όπως πολλές άλλες δεν τήρησε. Ο λόγος που δεν καταργήθηκαν τα ιστορικά δικαιώματα το 2014 και επιλέχθηκε το μοντέλο της σταδιακής εσωτερικής σύγκλισης που εφαρμόσθηκε την περίοδο 2014-2019 σχετίζεται με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της Ελληνικής Γεωργίας. Η άμεση κατάργηση των ιστορικών δικαιωμάτων θα αποτελούσε αιφνιδιασμό για τους παραγωγούς μας και θα τους δημιουργούσε πολλά προβλήματα χωρίς τη δυνατότητα σταδιακής προσαρμογής αλά και αντιστάθμισης των απωλειών.

Σήμερα όμως έχουμε το εργαλείο που λέγεται αναδιανεμητική ενίσχυση μέσω του οποίου θα δοθούν πρόσθετες ενισχύσεις στις μικρές εκμεταλλεύσεις με πόρους που εξοικονομούνται από τις μεγάλου μεγέθους εκμεταλλεύσεις. Παράλληλα δίνουμε ένα πρόσθετο χρονικό διάστημα στον κάθε παραγωγό για να κάνει τις επιλογές του.

Τέλος, για να είμαι σαφής, κεντρική πολιτική επιλογή της Κυβέρνησης είναι η στήριξη των Νέων Γεωργών. Ενίσχυση Νέων Γεωργών και διατήρηση Ιστορικών δικαιωμάτων είναι ασύμβατη.

Δηλαδή μας παρουσιάζετε ένα σενάριο σαν μαγική εικόνα, ότι ουδείς πρόκειται να χάσει αλλά θα βγουν κερδισμένες και οι μικρές εκμεταλλεύσεις;

Προφανώς και δεν λέω αυτό, είναι σαφές ότι θα υπάρξουν απώλειες για όσους έχουν πολύ υψηλά ιστορικά δικαιώματα και μεγάλες γεωργικές εκμεταλλεύσεις, αλλά ο αριθμός των γεωργών που κερδίζουν είναι σημαντικά υψηλότερος από τον αριθμό των γεωργών που θα χάσουν. Αλλά θα μου επιτρέψετε να πω ότι η συζήτηση αυτή έχει δυσανάλογο βάρος στην Ελληνική δημόσια σφαίρα. Δεν είναι το ύψος της βασικής ενίσχυσης το κυρίαρχο πρόβλημα της Ελληνικής Γεωργίας ούτε αν δει κάποιος τον προβληματισμό και την ένταση του διαλόγου που διεξάγεται στην Ευρώπη - που υπενθυμίζω ότι δαπανήθηκαν τρία χρόνια για να βρεθεί η χρυσή τομή – το κυρίαρχο θέμα.

Για μένα το κυρίαρχό θέμα είναι πως θα καταστεί πιο βιώσιμος και ανταγωνιστικός ο πρωτογενής μας τομέας που θα έχει ως αποτέλεσμα τη διασφάλιση της τροφής για ένα συνεχώς αυξανόμενο ανθρώπινο πληθυσμό χωρίς την υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων και την επιβράδυνση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής. Αυτό είναι το μείζον θέμα.

Επίσης, αυτό αντικατοπτρίζεται στο ύψος των ζημιών που καλείται να καλύψει ο ΕΛΓΑ το οποίο υπερβαίνει κατά πολύ τον Προϋπολογισμό του και καλύπτεται από τον Εθνικό Προϋπολογισμό. Αυτό όμως, με την αύξηση της εκδήλωσης των ακραίων καιρικών φαινομένων δεν θα συνεχίσει να είναι εφικτό.

Το πρόβλημα θα καθίσταται ολοένα και εντονότερο και δυστυχώς μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν. Για τον λόγο αυτό έχουμε προκηρύξει σχετικό Μέτρο του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης που αφορά στην εγκατάσταση εξοπλισμού και συστημάτων προστασίας από τις φυσικές καταστροφές που προβλέπει επιδότηση μέχρι και 80% του κόστους της επένδυσης και έχουμε αναθέσει στην Παγκόσμια Τράπεζα την μελέτη για την δημιουργία εργαλείων Διαχείρισης Κινδύνου με την εθελοντική συμμετοχή των γεωργών.

Ποια κατά την γνώμη σας είναι η μεγαλύτερη απειλή από την Κλιματική Αλλαγή για την Ελληνική Γεωργία; Πως θα οριοθετούσατε τις μεγάλες προκλήσεις στην σχέση Περιβάλλον – Γεωργία στη χώρα μας;

Δεν είναι ζήτημα προσωπικής γνώμης αλλά επιστημονικών αναλύσεων και τεκμηριωμένης επιστημονικής γνώσης που είναι και η μόνη ασφαλής οδός για την λήψη αποφάσεων. Επιγραμματικά στο θέμα των εκπομπών αερίου του θερμοκηπίου η Ελληνική γεωργία έχει καλές επιδόσεις και υπολειπόμαστε αρκετά από τον μέσο όρο της Ε.Ε. Υστερούμε στην αξιοποίηση των δυνατοτήτων για την παραγωγή ΑΠΕ από την γεωργία και την δασοκομία, αλλά πιστεύω ότι θα καλύψουμε σύντομά το κενό μετά και τις πρόσφατες νομοθετικές ρυθμίσεις για την «ευνοϊκή αντιμετώπιση» των εγκαταστάσεων ΑΠΕ από γεωργούς και να επισημάνω την ανάγκη στροφής στην αξιοποίηση των παραπροϊόντων/υποπροϊόντων της ζωικής και φυτικής παραγωγής στο πλαίσιο της κυκλικής οικονομίας.

Πολύ θετικός κυρίως λόγω των δασών είναι ο ρόλος του πρωτογενή τομέα στην αποθήκευση άνθρακα. Μέσω του Στρατηγικού Σχεδίου και των σχετικών μέτρων και ιδιαίτερα των οικολογικών σχημάτων και των αγροπεριβαλλοντικών μέτρων (δάσωση, αγρανάπαυση) αλλά και των συνδεδεμένων ενισχύσεων (καλλιέργειά ψυχανθών) θα αυξήσουμε την αποθήκευση άνθρακα. Να τονίσω ότι διεθνώς η carbon agriculture βρίσκεται στο επίκεντρο των συζητήσεων για το περιεχόμενο των οικολογικών σχημάτων (echoscheme). Άρα ως γενικό συμπέρασμα το ισοζύγιο των εκπομπών αερίου του θερμοκηπίου – πρωτογενής είναι θετικό στη χώρα.

Σε ότι αφορά στη διαχείριση των φυσικών πόρων, το μεγάλο πρόβλημα της χώρας είναι το νερό τόσο σε όρους ποσότητας όσο και ποιότητας, κυρίως στα υπόγεια ύδατα. Η γεωργία είναι ο μεγαλύτερος χρήστης νερού, καταναλώνει το 80%, σημαντικό ποσοστό του οποίου (60%) αντλείται από υπόγειους υδροφορείς, πρακτική που έχει αρνητικές συνέπειες τόσο για το περιβάλλον όσο και για την ανταγωνιστικότητα των εκμεταλλεύσεων.

Η κατάσταση αυτή δεν μπορεί να συνεχισθεί. Το νερό είναι σπάνιος πολύτιμος πόρος που πρέπει να προστατευτεί και θα προστατευτεί μέσω ενός πλέγματος παρεμβάσεων που περιλαμβάνουν ένα μεγάλο πρόγραμμα επενδύσεων για την δημιουργία φραγμάτων και λιμνοδεξαμενών που θα συμβάλλουν στην συγκέντρωση των χειμερινών απορροών ενισχύοντας παράλληλα και την αντιπλημμυρική θωράκιση της χώρας με πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και του Στρατηγικού Σχεδίου.

Παράλληλα προχωρούμε στην ριζική αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου για την λειτουργία των Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων ώστε να επιλυθεί το χρονίζον πρόβλημα των οφειλών στην ΔΕΗ. Οι νέοι οργανισμοί θα είναι επαρκώς στελεχωμένοι με ανθρώπινο δυναμικό αλλά και σύγχρονο εξοπλισμό ενώ μέσω ενός εκτεταμένου προγράμματος εκσυγχρονισμού των αρδευτικών δικτύων και την αντικατάσταση ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού θα επιτευχθεί ένας διττός στόχος που είναι η μείωση των απωλειών ύδατος αλλά και η εξοικονόμηση ενέργειας.

Τέλος σε ότι αφορά στην προστασία της βιοποικιλότητας που αποτελεί το μεγάλο στοίχημα θα πω ότι θα πρέπει να εντείνουμε τις προσπάθειες μας παρ' ότι έχουμε καλές επιδόσεις και να αναγνωρίσουμε τον ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο της γεωργίας σε αυτό και να αντιληφθούμε, κυρίως οι κάτοικοι των αστικών περιοχών, ότι ο γεωργός εκτός από παραγωγός τροφής είναι και παραγωγός δημοσιών αγαθών όπως είναι η υψηλή ποιότητα του φυσικού περιβάλλοντος και θα πρέπει να αμειφθεί για αυτό.

Από τα όσα μας λέτε δημιουργείται η εικόνα ότι ο γεωργός πρέπει να κάνει περισσότερα σε όρους υποχρεώσεων και δεσμεύσεων με λιγότερα χρήματα. Δεν φοβάστε ότι οι αγρότες μας θα νοιώσουν αδικημένοι και ότι θα υπάρξουν αντιδράσεις;

Η Ελλάδα για την περίοδο 2021-2027 θα εισπράξει από την Κοινή Γεωργική Πολιτική 19,3 δισεκατομμύρια ευρώ, όσο δηλαδή και την περίοδο 2014-2020 και δώσαμε μεγάλη μάχη για να το πετύχουμε αυτό. Για την ίδια περίοδο 2021-2027 από το ΕΣΠΑ μέσω του οποίου χρηματοδοτούνται όλα τα έργα υποδομών, παρέχεται το σύνολο των ενισχύσεων προς τις επιχειρήσεις του δευτερογενούς και του τριτογενούς τομέα, η χρηματοδότηση της έρευνας, η κοινωνική πολιτική, η εκπαίδευση και κατάρτιση ανέργων, οι προνοιακές δομές κλπ, η χώρα θα λάβει 23 δισεκατομμύρια ευρώ.

Η κυβέρνηση έχει στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της τον Έλληνα αγρότη γιατί:

δίνει υψηλή προτεραιότητα στην Περιφερειακή Ανάπτυξη αναγνωρίζοντας την βαρύνουσα σημασία σε όρους ΑΕΠ και απασχόλησης που έχει η Γεωργία για την πλειονότητα των 13 Περιφερειών της χώρας,

αναγνωρίζει ότι η αγροδιατροφή, όπως έχουν αναδείξει όλες οι μελέτες για το μέλλον της Ελληνικής οικονομίας, αποτελεί προωθητική οικονομική δραστηριότητα με πολλά συγκριτικά πλεονεκτήματα και βασική παράμετρο για την προώθηση ενός νέου παραγωγικού μοντέλου που έχει στο επίκεντρο του την εξωστρέφεια,

αναγνωρίζει ότι η βιομηχανία τροφίμων αποτελεί τον σημαντικότερο κλάδο μεταποιητικής δραστηριότητας και τα πολύ μεγάλα περιθώρια που έχει για την αύξηση της Προστιθέμενης αξίας των γεωργικών προϊόντων,

αναγνωρίζει την βαρύνουσα σημασία των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων στις ελληνικές εξαγωγές και αισθάνεται παράλληλα υπερήφανη γιατί τα δύο τελευταία χρόνια έχουμε επιτέλους θετικό αγροτικό ισοζύγιο με την αξία των εξαγωγών να υπερβαίνουν την αξία των εισαγωγών.

Γνωρίζει όμως ότι η βελτίωση της θέσης του Έλληνα αγρότη και η αύξηση του εισοδήματος του δεν θα προέλθει από ψευδεπίγραφες υποσχέσεις και αιτήματα:

για επιδοτήσεις του κόστους παραγωγής που αποτελούν παράνομες κρατικές ενισχύσεις και θα κληθούν οι ίδιοι να επιστρέψουν,

για απαλλαγή από εισφορές κοινωνικής ασφάλισης,

για χαριστικούς συντελεστές φορολόγησης,

για πρόσθετες επιδοτήσεις και απαλλαγή εισφορών για τον ΕΛΓΑ.

Η κυβέρνηση θα εστιάσει σε διάφορους τομείς όπως, στην πάταξη των παράνομων ελληνοποιήσεων, στην επανεξέταση του φορολογικού καθεστώτος με στόχο την αύξηση της συμμετοχής σε συλλογικά σχήματα, γιατί είναι ο μόνος τρόπος για την δημιουργία των αναγκαίων οικονομιών κλίμακας που θα επιτρέψουν στον Έλληνα παραγωγό να διαπραγματευτεί καλύτερες τιμές τόσο για την πώληση των προϊόντων του όσο και για την προμήθεια των εισροών του και να θέσει τέρμα στον αθέμιτο ανταγωνισμό που προκαλεί η πώληση χωρίς παραστατικά.

Επίσης θα προσπαθήσει να μειώσει την γραφειοκρατία μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας για την ψηφιακή μετάβαση του τομέα και τον έλεγχο της αγοράς, θα δημιουργήσει ένα σύγχρονο και αξιόπιστο σύστημα γεωργικών συμβουλών και θα αναβαθμίσει πλήρως την παροχή πληροφόρησης προς τον γεωργό προκειμένου να παρακολουθήσει τις τεχνολογικές εξελίξεις.