Τι έκανε το Ισραήλ και δεν κάνει η Ελλάδα…

Τι έκανε το Ισραήλ και δεν κάνει η Ελλάδα…
Γενική φωτογραφία της Ιερουσαλήμ

Η Ελλάδα έχει πολλά να διδαχθεί από το Ισραήλ. Μετά από περιπέτειες, λάθη και αστοχίες, το Ισραήλ φαίνεται να έχει βρει το δρόμο του. Το παράδειγμά του λογικά θα έπρεπε να αποτελεί για εμάς στην Ελλάδα αντικείμενο μελέτης. Αλλά δυστυχώς δεν είναι…

Εμπειρία που έγινε μάθημα

Τα πράγματα για τους Ισραηλινούς δεν ήταν ποτέ εύκολα ή ρόδινα. Η αρνητικά φορτισμένη εικόνα του Εβραίου συντήρησε για αιώνες ακραίες θεωρίες εναντίον τους. Μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου είχαν να κλείσουν τις πληγές του Ολοκαυτώματος, να πολεμήσουν έναν αντιαποικιακό πόλεμο εναντίον της Βρετανίας, να αντισταθούν απέναντι σε πανίσχυρες Αραβικές φατρίες και να χτίσουν ένα κράτος από το μηδέν μέσα σε άγονο και άνυδρο έδαφος, με διάχυτη την καχυποψία των Εβραίων της Διασποράς για το εγχείρημα.

Από το 1948 ως το 1990 τα κατάφεραν χάρη στο ένστικτο της επιβίωσης και τις πολυμήχανες μυστικές υπηρεσίες τους. Οι συνθήκες του Ψυχρού Πολέμου πιθανότατα τους ευνόησαν, ωστόσο δεν τους άφησαν να δουν κάποιες παγίδες που αποκαλύφθηκαν αργότερα. 

Προοδευτικά με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου οι Ισραηλινοί συνειδητοποίησαν ότι είχαν εγκλωβιστεί στην παγίδα «Παλαιστινιοποίησης» της πολιτικής τους ζωής και των διεθνών τους σχέσεων, καθώς και στην παγίδα μιας βαθιάς οικονομικής ύφεσης συνέπεια απουσίας προσανατολισμού και οράματος.

Δύο στοιχεία συνέβαλαν καθοριστικά ώστε να αντιληφθούν οι Ισραηλινοί την κατάστασή τους. 

Το πρώτο και σημαντικότερο ήταν η πίεση που δέχονταν από τον διεθνή παράγοντα «να τα βρουν» με τον Παλαιστινιακό αναθεωρητισμό, παρά το άνοιγμα με τις Συμφωνίες του Όσλο. Εκεί κατάλαβαν πόσο εύθραυστη, ετερόφωτη και υπό όρους ήταν η ισχύς τους. Πόσο επικίνδυνη ήταν για το μέλλον τους αυτή η εξάρτηση από τον διεθνή παράγοντα, κάτι που δεν είχαν νιώσει ξανά ούτε τις πρώτες μέρες του πολέμου το ’73. 

Το δεύτερο στοιχείο που τους συντάραξε ήταν η εμπειρία από τις συγκρούσεις με τη Χέζμπολάχ στο Λίβανο και με τη Χαμάς στη Γάζα. Εκεί το Ισραήλ συνειδητοποίησε τα όρια της ισχύος του απέναντι στην κρατικά υποστηριζόμενη τρομοκρατία με proto-state χαρακτηριστικά. Αυτόν τον πόλεμο δεν τον κερδίζεις με συμβατικές στρατιωτικές δυνάμεις, όσο ισχυρές και αν είναι. Τον κερδίζεις με ένα μείγμα στρατηγικής, ικανό να προσαρμόζει τις τακτικές του κατά περίπτωση και να προλαμβάνει την μετάλλαξη της υβριδικής απειλής.

Στα τέλη της δεκαετίας του 2000 οι Ισραηλινοί αντιλήφθηκαν ότι χρειάζονταν μία νέα στρατηγική που θα τους εξασφάλιζε τεχνολογική υπεροχή πέρα από τον αμυντικό τομέα, οικονομική ανεξαρτησία, ισχυρά ερείσματα διεθνοπολιτικής επιρροής, καθώς και ένα νέο μοντέλο άμυνας και ασφάλειας που θα αύξανε την αποτροπή μέσω της μείωσης της ισχύος του αντιπάλου. Αυτό κυρίως σήμαινε αναγνώριση της πραγματικότητας και νέο τρόπο σκέψης στα πράγματα. 

Βάσει των παραπάνω συνέθεσαν μια θεωρία νίκης. Την ακολούθησαν και φαίνεται δέκα χρόνια μετά να αποδίδει καρπούς. 

Χρησιμοποίησαν τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα, όχι για να προλάβουν χαμένα τρένα, αλλά για να έχουν ρόλο και λόγο στο εργοτάξιο του μέλλοντος.

Ισχυροποίησαν την Παιδεία τους που με την σειρά της έδωσε υπεραξία στην οικονομία τους. Επένδυσαν κυρίως στις τεχνολογίες και όχι τόσο στις πρώτες ύλες. Διεθνοποίησαν την οικονομία τους εκμεταλλευόμενοι ευκαιρίες στο παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα, στα δίκτυα διανομής και στην αγορά. Το κράτος έπαιξε σημαντικό αλλά διακριτικό ρόλο, δίνοντας το προβάδισμα σε γεω-επιχειρηματικά οχήματα όπως είναι η MASAV (Israel’s Agency for International Development Cooperation). 

Με όπλα την τεχνολογία και τον γεω-επιχειρηματικό δυναμισμό, σήμερα το Ισραήλ έχει εξαρτήσει ή αν θέλετε βρίσκεται σε στενή συνεργασία και αλληλεξάρτηση με τις περισσότερες οικονομίες του πλανήτη. Ισραηλινές τεχνολογίες και εταιρείες συμμετέχουν σε κάθε σύγχρονο project και εφαρμογή. Πίσω από πολλά προγράμματα διεθνών οργανισμών για την ανάταση δοκιμαζόμενων οικονομιών βρίσκονται Ισραηλινές εταιρείες που με πόρους τρίτων ερευνούν και δοκιμάζουν υβριδικές τεχνολογίες σε όλα τα πεδία ενδιαφέροντος της επιστήμης και της οικονομίας. Οι πρόσφατες συμφωνίες του Ισραήλ με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και με το Νεπάλ, αποκαλύπτουν το εύρος της υψηλής στρατηγικής της Ιερουσαλήμ.

Το γεγονός αυτό φέρνει ευημερία και σημαντική υπεραξία στις διεθνείς σχέσεις της χώρας. Είναι το στήριγμα που χρειαζόταν το Ισραήλ για να γυρίσει το τραπέζι ανάποδα και να περάσει ένα νέο μήνυμα σε εχθρούς και φίλους στο διεθνές σύστημα. 

Το «βρείτε τα» του διεθνούς παράγοντα έγινε νουθεσίες και απειλές προς τις αναθεωρητικές δυνάμεις της Μέσης Ανατολής, είτε να προσχωρήσουν στην «κανονικότητα» με τα οφέλη της είτε να υποστούν τις συνέπειες. [1]

Αυτή την αλλαγή στάσης των ξένων την επέβαλε το ίδιο το Ισραήλ, με τις αποφάσεις που πήρε για τον εαυτό του και την δουλειά που έκανε για την αύξηση της ισχύος του.

Και όλα αυτά έγιναν από ένα κράτος 9 εκατομμυρίων ψυχών, που αν εξαιρέσεις τα βρέφη, κανενός η άποψη δεν συμφωνεί με του άλλου και που βαθιά στο μυαλό τους είναι όλοι πρωθυπουργήσιμοι, τουλάχιστο… 

Εμπειρία που δεν έγινε μάθημα

Τηρουμένων των αναλογιών, σε αντίστοιχη κατάσταση με το Ισραήλ της περιόδου 1991-2007 βρίσκεται η Ελλάδα από το 2008 ως σήμερα. Η διαφορά έγκειται ότι ενώ στο Ισραήλ αποφάσισαν έγκαιρα να δουν τις πραγματικότητες με ρεαλισμό και ειλικρίνεια, στην Ελλάδα κρυβόμαστε ακόμη πίσω από το δάκτυλό μας. 

Καμία ρεαλιστική συζήτηση για την Παιδεία μας, απουσία διαλόγου για τον ανασχεδιασμό της οικονομίας μας, ούτε δείγμα γεω-επιχειρηματικού σχήματος, η βολική απάντηση για πάσα νόσο είναι οι Βρυξέλλες (ή το Βερολίνο για τους πιο ειλικρινείς), ενώ στα φλέγοντα εθνικά ζητήματα γίνεται εργολαβική προώθηση του «βρείτε τα» με σημαντική ανάλωση εθνικού κεφαλαίου. 

Επιπρόσθετα, ο διάχυτος λαϊκισμός στο δημόσιο λόγο έκαψε κάθε συζήτηση πιθανολόγησης εναλλακτικής προοπτικής μας, έξω από τα γνωστά και συμβατικά πλαίσια, αναγνώρισης του νέου μεταβαλλόμενου διεθνούς σκηνικού και αποτίμησης των πραγματικών επιλογών μας βάσει των εθνικών μας συμφερόντων.

Χρειαζόμαστε επειγόντως μια ειλικρινή και ρεαλιστική δημόσια συζήτηση για το μέλλον μας. Χρειαζόμαστε επειγόντως μια σοβαρή θεωρία νίκης για να βγούμε από το αδιέξοδο. Γιατί είμαστε σε αδιέξοδο, όσο και αν το εξωραΐζουμε. 

Στα εθνικά μας θέματα, Ευρώπη, ΗΠΑ και Ρωσία μας θεωρούν γραφικούς. Ενδεχομένως το ίδιο να συμβεί αν, όπως είμαστε, χτυπήσουμε την πόρτα και άλλων. Με ενδιαφέρον μας «παρακολουθούσε» το Βιετνάμ λόγω Κίνας, αλλά απογοητεύτηκε. Εξακολουθούν να κρατούν ανοικτή την πόρτα η Ιαπωνία λόγω Κίνας και η Ινδία λόγω Τουρκο-πακιστανικής αλληλεγγύης. Όσο θα αποφεύγουμε την αναμέτρηση με την αλήθεια και δεν θα κάνουμε τίποτα σοβαρό για το μέλλον μας, τόσο δεν θα πείθουμε κανέναν. 

Ήταν πιο έξυπνοι από εμάς οι Ισραηλινοί που γρήγορα αντιμετώπισαν τις δικές τους αλήθειες και βρήκαν τον δρόμο τους; Δεν νομίζω! Ήταν ίσως λιγότερο βολεμένοι…

* Ο Βασίλης Κοψαχείλης είναι Διεθνολόγος

[1] Έχω υποστηρίξει σε παλαιότερα κείμενά μου, ότι μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι ΗΠΑ κληρονόμησαν μια τάξη πραγμάτων που βρήκαν από τους αγγλογάλλους και δεν εφάρμοσαν ποτέ (τουλάχιστο μέχρι το 1990) μια δική τους τάξη πραγμάτων στην περιοχή, με εξαίρεση τις συμφωνίες ειρήνης Ισραήλ - Αιγύπτου. Ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα οι ΗΠΑ είχαν μια πιο φιλελεύθερη άποψη για τους λαούς της Μέσης Ανατολής από αυτή των Ευρωπαίων, χωρίς αυτό να σημαίνει πως θα ήταν λιγότερο αιματηρή στην εφαρμογή της, αλλά ενδεχομένως να ήταν πιο βιώσιμη μακροπρόθεσμα. Αν δεχθούμε πως υπάρχει αμερικανικός δάκτυλος στα εγχειρήματα, η Αραβική Άνοιξη και αυτό που συμβαίνει σήμερα με τα Abraham Accords ως συνέχεια των συμφωνιών Ισραήλ-Αιγύπτου και με την Ιορδανία, να αποτελούν τα δυο άκρα της Αμερικανικής σφραγίδας στην πολιτική ιστορία της Μέσης Ανατολής. Τα οφέλη λοιπόν που προκύπτουν από την αμερικανική τάξη πραγμάτων, σε αντίθεση με την Ευρωπαϊκή της «επιδοτούμενης προ-τοποθετημένης κανονικότητας», είναι η επιλογή στα κράτη της περιοχής να βρουν τον δικό τους δρόμο προς την αποδεκτή «κανονικότητα», στηριζόμενα σε δικά τους χαρακτηριστικά και πόρους, εκτιμώντας ότι αυτό θα τα καταστήσει πιο υπεύθυνα στη διαχείριση, καθώς και απέναντι στους πολίτες τους και τους θεσμούς.