7ος χρόνος, ημέρα 2154η
Παρασκευή, 24 Σεπτεμβρίου 2021

Τα φανταστικά όντα του Κάφκα

Τα φανταστικά όντα του Κάφκα

Ο ρευστός κόσμος του Κάφκα αποδεικνύεται η μοναδική σταθερά σε ένα σύμπαν ρευστό, σε ένα χρόνο ρευστό, στο παράλογο ή το ακατανόητο που ορίζει τη ζωή μας από πάντα. Ένα δικό του αεί μεταβαλλόμενο σύμπαν που ακόμα ερμηνεύεται και θα ερμηνεύεται καθώς αλλάζουμε στάση, θέση, θέαση στη αεί μεταβαλλόμενη, επίσης, ζωή και στον κόσμο.

Franze Kafka «Η Γιοζεφίνε η αοιδός και άλλα διηγήματα», Μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Κίχλη

Τα διηγήματα του Κάφκα τα οποία κυκλοφόρησαν πρόσφατα σε εξαιρετικά φροντισμένη έκδοση από την Κίχλη, με επεξηγηματικό επίμετρο της Κατερίνας Καρακάση και σημείωμα για την «καφκική ζωολογία» της μεταφράστριας Μαργαρίτας Ζαχαριάδου που έχει επιτύχει το ακατόρθωτο της γλωσσικής μεταφοράς, να κάνει στιβαρές λέξεις και παραγράφους το αεί μεταβαλλόμενο συγγραφικό του σύμπαν το οποίο δημιουργείται ακριβώς για να αυτοαναιρεθεί αμέσως μετά.

«Γιοζεφίνε η αοιδός και άλλα διηγήματα» ο τίτλος, με εκτενέστερα τα διηγήματα που αφορούν την αοιδό Γιοζεφίνε και τον «Μπλούμφελντ το γεροντοπαλίκαρο». Γραμμένα τα περισσότερα σε εκείνα τα χρόνια που η ζωή του είχε βάλει δύσκολα, «το 1923 υπήρξε από οικονομική άποψη, η πιο κακή χρονιά για τη Γερμανία μετά το τέλος του Πρώτου παγκοσμίου πολέμου, ενώ οι επιπτώσεις του πληθωρισμού, της φτώχειας και της ανεργίας ήταν περισσότερο από εμφανείς στην μητρόπολη όπου επέλεξε να ζήσει ο συγγραφέας».

Οι διαρκείς μετακομίσεις του, αποτέλεσμα της πενιχρής σύνταξης με την οποία δεν τα έβγαζε πέρα, η επιστροφή στο πατρικό που τον έπνιγε, η υγεία του που χειροτέρευε, το σανατόριο που τον φιλοξενούσε, αποτέλεσε για πολλούς την αφορμή να μιλήσουν πως για τον εαυτό του μιλούσε, όταν αναφερόταν στη αοιδό Γιοζεφίνε.

Η οποία τραγουδούσε ή σφύριζε, ήταν σπουδαία και με ουράνια φωνή ή το απόλυτο τίποτα σε έναν λαό, που όμως δεν πολυσκαμπάζει από μουσική (εξ ού και «ή ο λαός των ποντικών», ο δεύτερος διαζευκτικός τίτλος του διηγήματος) γι’ αυτό και επιμένει να ταλαιπωρεί με καθημερινή εργασία την ήδη εύθραυστη Γιοζεφίνε και η εξαφάνισή της στο τέλος, κάθαρση για την ίδια και λήθη για τον λαό ο οποίος μαζικά έχει αναπαραχθεί, η τραγική ηρωίδα και ο συνεχώς αυτοαναιρούμενος επιδέξιος αφηγητής, αποτελούν τον γρίφο και ταυτοχρόνως τη λύση του καφκικού σύμπαντος.

Η ρευστή ταυτότητα των όντων που κατοικούν σε αυτή την συλλογή, ένα υβριδικό ζώο, μισό γατί, μισό αρνί (Προϊόν διασταύρωσης), δυο μπάλες από ζελατίνη που ακολουθούν τον Μπλούμφελντ σαν σκύλοι πιστοί και ενοχλητικοί κατ’ εικόνα και ομοίωση των υφισταμένων του (Ο Μπλούμφελντ το γεροντοπαλίκαρο), η γέφυρα ως μυθικό ον που μονολογεί και αναρριγά στη θέα του πρώτου διαβάτη –εραστή, ο Ποσειδώνας που διαφεντεύει τη θάλασσα στην οποία δεν έχει ποτέ του υπάρξει ταξιδευτής, ο Οδυσσέας που γλίτωσε από τη σιωπή των Σειρήνων, αυτή την αληθινά επικίνδυνη σιωπή, τσακάλια που μιλούν και χέρια που τσακώνονται στο ίδιο σώμα, μια μπίλια που σουλατσάρει αμέριμνη, αποτελούν το δικό του «Σολάρις», έναν κόσμο που μεταβάλλεται απολύτως εξαρτημένο από ένα εγώ που μετασχηματίζεται σε εφιαλτική σχέση με το περιρρέοντα χωροχρόνο.

Η αποσυνάγωγη θέση του και η συμπαντική μοναξιά του ιδιοφυούς καλλιτέχνη που υπήρξε σε μια διαρκή «Μεταμόρφωση» η οποία αντικατοπτρίζεται και στο έργο του, πάντα απέναντι στην εκάστοτε πραγματικότητα, επίκαιρο ωστόσο κι ανθεκτικό σαν τα φανταστικά όντα του και στο άπειρο μέλλον.

Τα αμήχανα όντα του είναι η απόλυτη έκφραση της αεί μεταβαλλόμενης αλλά ωστόσο διαρκούς αμηχανίας μας να ερμηνεύσουμε εαυτόν και ύπαρξή, ζωή, εποχή.

Η συγγραφική ιδιοφυία του Κάφκα όπως θα περνά ο αγεωγράφητος χωροχρόνος όλο θα αποκαλύπτεται, θα μεγαλώνει, θα γεννά νέα ερωτηματικά, θα μας εκφράζει και θα μας στοιχειώνει.

Ακριβώς σαν τα μικρά διαμάντια -αινίγματα του παρόντος τόμου. Τρομακτικά, ειρωνικά, αποκαλυπτικά και σιβυλλικά, ταυτοχρόνως.

Μικρό δείγμα γραφής, το απόσπασμα από τη «Γέφυρα»:

«Ήμουν ψυχρή και άκαμπτη, ήμουν μια γέφυρα, περνούσα πάνω από μιαν άβυσσο’ στη μια μεριά ήταν γαντζωμένες οι μύτες των ποδιών μου, στην άλλη τα χέρια μου, κι είχα τα δόντια μου μπηγμένα στο σαθρό χώμα. Το παλτό μου ανέμιζε γύρω μου. Κάτω στο βάθος κυλούσε θορυβωδώς το παγωμένο ρυάκι με τις πέστροφες. Κανένας ταξιδιώτης δεν έκανε το λάθος να βρεθεί σ’ αυτά τα απρόσιτα ύψη, σε κανένα χάρτη δεν ήταν σημειωμένη η γέφυρα. Κι έτσι έστεκα εκεί και περίμενα. Ήμουν αναγκασμένη να περιμένω».

Διότι αυτό υπήρξε ο συγγραφέας στην εποχή του, η γέφυρα’ να στέκει ολομόναχος, ιδιοφυής και αμήχανος και να περιμένει το μέλλον.