Ποιες οι πιθανότητες επανεκλογής του Τραμπ;

Ποιες οι πιθανότητες επανεκλογής του Τραμπ;

Ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται πίσω, με σαφή και μεγάλη διαφορά, στις εθνικές δημοσκοπήσεις, φαίνεται να υστερεί αρκετά και στις δημοσκοπήσεις στις κρίσιμες Πολιτείες όπου θα κριθεί η έκβαση των εκλογών, ενώ ο Δημοκρατικός αντίπαλος του, φαίνεται να προσπαθεί να επεκτείνει το εύρος της νίκης του, με προεκλογικές εκδηλώσεις σε Πολιτείες όπου παραδοσιακά υπερτερούν οι Ρεπουμπλικάνοι, ώστε η νίκη του να γίνει θριαμβευτική.

Πρόκειται για ένα σκηνικό που θυμίζει σε αρκετά τις εκλογές του 2016 και, βασιζόμενοι σε αυτό, σχεδόν όλοι οι υποστηρικτές του, αλλά και πολλοί αντίπαλοι του, θεωρούν ότι στην πραγματικότητα τίποτα δεν έχει κριθεί και η επανεκλογή του Προέδρου είναι ένα πιθανότατο ενδεχόμενο.

Έχουν δίκιο αλλά ίσως όχι για τους λόγους που οι πολλοί νομίζουν. Η ιστορία των εκλογών του 2016 δεν ήταν τόσο μία αστοχία δημοσκοπήσεων σε εθνικό επίπεδο. Ο μέσος όρος των δημοσκοπήσεων έδινε στην Χίλαρι Κλίντον ένα προβάδισμα περίπου 3 μονάδων και τελικά κέρδισε με 2,1, κάτι που κάθε άλλο παρά αποτυχία των δημοσκόπων συνιστούσε. Το πρόβλημα για τους Δημοκρατικούς το 2016 ήταν ότι, παρά τη νίκη στην παναμερικανική ψηφοφορία, ηττήθηκαν σε 3 κρίσιμες Μεσοδυτικές Πολιτείες που θεωρούσαν δεδομένες, την Pennsylvania, το Wisconsin και το Michigan, με οριακές διαφορές κάτω της μονάδας, χάνοντας έτσι στο Κολλέγιο των Εκλεκτόρων, όπου κρίνεται η προεδρική εκλογή.

Ούτε όμως οι πολιτειακές δημοσκοπήσεις έπεσαν τόσο έξω όσο πολλοί θεωρούν. Στην Pennsylvania, έδιναν κατά μέσο όρο προβάδισμα 2 μονάδων στην Κλίντον και τελικά επικράτησε ο Τραμπ με 0,7% διαφορά, επίσης σαφώς εντός του περιθωρίου σφάλματος, όπως και στις εθνικές δημοσκοπήσεις.

Στο Michigan, όπου δεν είχαν διεξαχθεί τόσες πολλές δημοσκοπήσεις, ούτε από τόσο γνωστές και καθιερωμένες εταιρείες όπως φέτος, η ήττα της Κλίντον με 0,3% διαφορά ήταν επίσης εντός του εύλογου περιθωρίου σφάλματος, καθώς είχε ένα μεσοσταθμικό προβάδισμα 3 μονάδων. Στην πραγματικότητα, διάψευση των δημοσκόπων το 2016 υπήρξε μόνο στο Wisconsin, όπου προέβλεπαν άνετη νίκη της Κλίντον με διαφορά άνω των 5 μονάδων και τελικά επικράτησε ο Τραμπ με διαφορά 0,7%, αν και εκεί είχαν επίσης διεξαχθεί λίγες δημοσκοπήσεις, ακριβώς επειδή λίγοι έδιναν σοβαρές ελπίδες στον νυν Πρόεδρο.

Σε αυτή τη διάψευση και στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος, συνέβαλλαν μάλιστα πολύ τα υψηλά-διψήφια- ποσοστά αναποφάσιστων που τελικά την τελευταία στιγμή στράφηκαν σαφώς υπέρ του Τραμπ.

Σήμερα, το προβάδισμα του Τζο Μπάιντεν παναμερικανικά ξεπερνά τις 7,5 μονάδες, ενώ σε καθεμία από τις κρίσιμες αυτές Πολιτείες, όπου έχουν φέτος διεξαχθεί σαφώς περισσότερες δημοσκοπήσεις από εταιρείες με καλή φήμη και αναθεωρημένη μεθοδολογία, το προβάδισμα του είναι ίδιο ή μεγαλύτερο από της Κλίντον. Όχι όμως σαφώς μεγαλύτερο, όπως συμβαίνει σε εθνικό επίπεδο. Στην πιο κρίσιμη από αυτές τις Πολιτείες, την Pennsylvania, χωρίς την οποία δύσκολα θα κερδίσει οποιοσδήποτε από τους δύο υποψήφιους, η διαφορά βρίσκεται στις 3,5 μονάδες, δηλαδή εντός του περιθωρίου σφάλματος και μίας λογικής αστοχίας.

Είναι αλήθεια ότι ταυτόχρονα φαίνεται μικρό προβάδισμα του Μπάιντεν σε μια σειρά από άλλες κρίσιμες Πολιτείες όπου κέρδισε ο Πρόεδρος Τραμπ το 2016, στη Florida, Arizona, North Carolina, Georgia, ακόμη και στο παραδοσιακό κάστρο των Ρεπουμπλικάνων, στο Texas.

Όμως η διαφορά του στις Πολιτείες αυτές είναι ακόμη μικρότερη έως απολύτως οριακή και δεν θα είναι έκπληξη τελικά να μην καταφέρει να επικρατήσει εκεί. Σε αυτή την περίπτωση, μία επανάληψη της απόκλισης των δημοσκοπήσεων από το τελικό αποτέλεσμα στις 3 κρίσιμες Μεσοδυτικές Πολιτείες, θα οδηγήσει σε μία αμφίρροπη αναμέτρηση, τουλάχιστον στην πλέον κρίσιμη Pennsylvania και πιθανόν σε μία ακόμη ανατροπή των προγνωστικών.

Πόσο πιθανή είναι αυτή η ανατροπή; Όχι πολύ και βασίζεται σε μία σειρά από υποθέσεις που κάθε άλλο παρά βέβαιες είναι. Καταρχήν, προϋποθέτει όχι απλώς νέα, έστω και λογική, διακριτή απόκλιση του τελικού αποτελέσματος από τις δημοσκοπήσεις αλλά και να λειτουργήσει αυτή υπέρ του Προέδρου και όχι των Δημοκρατικών, όπως συνέβη πχ το 2012.

Ακόμη και το 2016 πολλοί ξεχνούν ότι ο Τραμπ επικράτησε σε Πολιτείες όπως το Texas και η Arizona με μικρότερη διαφορά από ότι προέβλεπαν οι εκεί (επίσης λιγοστές) πολιτειακές δημοσκοπήσεις. Επίσης, αν οι εθνικές δημοσκοπήσεις πέσουν όσο μέσα έπεσαν το 2016, μία ήττα σε εθνικό επίπεδο με πάνω από 5 μονάδες, είναι πρακτικά αδύνατο να συνδυαστεί με νίκη στο Κολλέγιο των Εκλεκτόρων.

Ταυτόχρονα, η ανατροπή των δεδομένων καθίσταται πιο δύσκολη από το πολύ χαμηλότερο ποσοστό αναποφάσιστων ψηφοφόρων φέτος, λιγότερο από 5% του εκλογικού σώματος, σε σχέση με το 2016.

Η συντριπτική πλειοψηφία των Αμερικανών έχει πια σαφή άποψη, αφενός απέναντι στον Πρόεδρο Τραμπ (και αυτή σταθερά δεν φαίνεται να έχει θετικό πρόσημο βάσει των σχετικών μετρήσεων) και αφετέρου ως προς το πως θα ψηφίσει σε αυτές τις εκλογές.

Τέλος, το φετινό προβάδισμα του Μπάιντεν, εκτός από υψηλότερο, είναι και σαφώς σταθερότερο από της Κλίντον το 2016, που χαρακτηριζόταν από μεγάλες και συνεχείς διακυμάνσεις, ενώ δεν έχει διαφανεί καμία σαφής ανάκαμψη του Τραμπ στην τελική ευθεία προς την ημέρα των εκλογών, σε αντίθεση με ό,τι συνέβη 4 χρόνια πριν.

Αυτά τα δεδομένα συνυπολογίζουν και κορυφαίοι εκλογικοί αναλυτές στις ΗΠΑ, όπως ο Nate Silver, που δίνει πιθανότητες νίκης στον Μπάιντεν που φτάνουν στο 90% , έναντι 65% που έδινε στην Κλίντον το 2016 στο ίδιο ακριβώς χρονικό σημείο.

Θα μπορούσε δηλαδή κανείς να πει, σε μία μπασκετική αναλογία, ότι το 2016 οι πιθανότητες νίκης του Ντόναλντ Τραμπ ήταν όσες οι πιθανότητες αστοχίας σε μία ελεύθερη βολή από έναν μέτριο σουτέρ του ΝΒΑ, ενώ φέτος είναι όσες οι πιθανότητες αστοχίας του σπεσιαλίστα του είδους, Στεφ Κάρι. Είναι ένα σενάριο πιθανό, αλλά σαφώς λιγότερο από το 2016, τουλάχιστον υπό φυσιολογικές συνθήκες.

*  Ο Νικόλας Νικολαϊδης είναι Διδάκτωρ Πολιτικών Επιστημών ΕΚΠΑ, Δικηγόρος.