ΓΔ: 925,83 1,53 (0,17 %)

Τζίρος: 68,57 εκατ. €   RT

7ος χρόνος, ημέρα 2051η
Κυριακή, 13 Ιουνίου 2021

ΓΔ: 925,83 1,53 (0,17 %)

Τζίρος: 68,57 εκατ. €   RT

Ποιες είναι οι μεγαλύτερες «φούσκες» σήμερα στις αγορές

Ποιες είναι οι μεγαλύτερες «φούσκες» σήμερα στις αγορές

Αν αφαιρέσουμε από τον S&P 500 τις μετοχές των 6 τεχνολογικών γιγάντων Facebook, Amazon, Apple, Microsoft, Netflix και Google (Alphabet), θα δούμε ότι ο δείκτης-καθρέφτης των παγκόσμιων αγορών και της οικονομίας ενισχύθηκε… μόλις κατά 6% μέσα στο 2020. Μαζί με τις 6 αυτές μετοχές, τα κέρδη του S&P 500 αυξάνονται σε 16,6%. 

Είναι τέτοιος ο αντίκτυπος των μεγάλων παικτών της τεχνολογίας που σήμερα ο επενδυτικός κόσμος μοιάζει να είναι χωρισμένος σε δύο στρατόπεδα. Από τη μία πλευρά είναι αυτοί που πιστεύουν ότι εδώ και αρκετούς μήνες παρακολουθούμε να διογκώνεται μία τεχνολογική φούσκα. Οι ίδιοι προειδοποιούν ότι θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι να υποστούμε τις συνέπειες όταν θα σκάσει. Στην απέναντι πλευρά βρίσκονται εκείνοι που βλέπουν ότι υπάρχουν ακόμη μεγάλα περιθώρια ανόδου, όχι μόνο στις μετοχές αλλά και σε άλλα assets, ανεξάρτητα από την όποια «υγιή» διόρθωση δούμε στο μέλλον. 

Υπάρχουν, τελικά, «φούσκες» στις αγορές ή απλώς διανύουμε μία περίοδο κατά την οποία κινούνται οι τεκτονικές πλάκες του συστήματος; Θα μπορούσαμε να δούμε… μόνιμη άνοδο των πρωταγωνιστών της τεχνολογίας και πόσο πιθανό είναι να κυριαρχήσουν assets «νέας γενιάς» όπως τα κρυπτονομίσματα;

Ενώ, λοιπόν, η συζήτηση για το αν οι αποτιμήσεις των μετοχών και άλλων assets είναι υπερβολικές συνεχίζεται παγκοσμίως, η κυρίαρχη αντίληψη είναι πως ακόμη και αν συμφωνήσουμε ότι ορισμένοι κλάδοι, όπως λ.χ. της τεχνολογίας, είναι υπερτιμημένοι, συνολικά τα χρηματιστήρια θα συνεχίσουν να βρίσκονται σε ανοδική τροχιά καθώς η παγκόσμια οικονομία θα ανακάμπτει το 2021.

Δεν είναι τυχαίο ότι στη μηνιαία έρευνα της Deutsche Bank, οι επενδυτές δηλώνουν σε ποσοστό της τάξης του 90% ότι υπάρχουν όχι μία αλλά αρκετές «φούσκες» αυτή τη στιγμή στις αγορές, με… προεξέχουσες τις μετοχές των τεχνολογικών μετοχών και το Bitcoin. Στην πλειονότητά τους, μάλιστα, οι επενδυτές εκτιμούν – αυτό δεν σημαίνει ότι θα επιβεβαιωθούν κιόλας – ότι σε 12 μήνες από σήμερα είναι πιθανότερο να δούμε κορυφαία σε επιδόσεις assets όπως το Bitcoin και τη μετοχή της Tesla να σημειώνουν πτώση 50% παρά ισόποση άνοδο.

Η UBS  από την πλευρά της έκανε την περασμένη Παρασκευή μία πιο… κομψή αναφορά στις φούσκες των αγορών. Ο παγκόσμιος επικεφαλής επενδύσεων της ελβετικής τράπεζας, Μαρκ Χέφελ, χρησιμοποίησε τον όρο «παράλογη ευφορία» για να περιγράψει το αυξημένο επενδυτικό ενδιαφέρον για τα κρυπτονομίσματα και τα SPACs (ειδικού σκοπού οχήματα εξαγορών που επιλέγονται αντί της αρχικής δημόσιας εγγραφής - IPO).

Η UBS έρχεται να καθησυχάσει τους επενδυτές, υποστηρίζοντας ότι παρά τις υψηλές αποτιμήσεις ορισμένων κλάδων, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ειπωθεί ότι ολόκληρη η αγορά είναι φούσκα. Όπως σημειώνει ο Χέφελ, μεγάλα τμήματα της χρηματιστηριακής αγοράς δεν εμφανίζουν υψηλές αποτιμήσεις αν συγκριθούν με την διαχρονική τους πορεία.

Πάντως, για να τα λέμε όλα, ο ίδιος ο Χέφελ «παραδέχεται» ότι στις αγορές των IPO και των SPAC, καθώς και στα κρυπτονομίσματα, οι τιμές προεξοφλούν ταχεία μελλοντική ανατίμηση, ένας παράγοντας που συνήθως χαρακτηρίζει τις φούσκες στις αγορές. 

Άλλα χαρακτηριστικά που επίσης... θυμίζουν περιόδους φούσκας είναι τα ιστορικά χαμηλά επιτόκια δανεισμού διεθνώς, η μαζική είσοδος νέων παικτών στις αγορές και φυσικά η πρωτοφανής ρευστότητα που υπάρχει στο σύστημα. Διότι μετά από τόσα χρόνια χαμηλών επιτοκίων αλλά και μετά τη χρονιά των lockdown που η αποταμίευση έφτασε στο ζενίθ, όσοι θέλουν να επενδύσουν τα χρήματά τους και αναζητούν ικανοποιητικές αποδόσεις δεν βρίσκουν πολλές εναλλακτικές πέραν των χρηματιστηρίων. 

Όσο για τα κρυπτονομίσματα (υπενθυμίζεται ότι το Bitcoin ήταν το asset με την υψηλότερη απόδοση παγκοσμίως το 2020), ο Χέφελ σημειώνει ότι υπάρχουν ενδείξεις υπερβολικής κερδοσκοπίας, χωρίς ωστόσο να βλέπει ευρύτερο συστημικό κίνδυνο. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τις αγορές των IPO/SPAC όπου το ενδιαφέρον είναι το μεγαλύτερο που έχει καταγραφεί εδώ και δύο δεκαετίες.