Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2020, 13:46

-A +A

ΟΟΣΑ: Κάπνισμα, ρύπανση και παιδική παχυσαρκία απειλούν τους Έλληνες

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2020, 13:46
ΟΟΣΑ: Κάπνισμα, ρύπανση και παιδική παχυσαρκία απειλούν τους Έλληνες
-A +A

Το κάπνισμα, η ατμοσφαιρική ρύπανση και η παιδική παχυσαρκία είναι οι βασικές απειλές για την υγεία των Ελλήνων σύμφωνα με ανάλυση του ΣΕΒ, με βάση πρόσφατη έκθεση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ).

Η συνολική κατάσταση της υγείας του πληθυσμού αξιολογείται ως ικανοποιητική, καθώς η Ελλάδα βρίσκεται κοντά στο μέσο όρο των αναπτυγμένων χωρών του κόσμου.

Ωστόσο υπάρχουν κίνδυνοι που απειλούν την υγεία των Ελλήνων: 

  - Η Ελλάδα είναι πρωταθλήτρια στις χώρες του ΟΟΣΑ (2017) στο ποσοστό των ατόμων που δηλώνουν ότι καπνίζουν σε καθημερινή βάση (27% έναντι 18% στον ΟΟΣΑ). Από το 2007, όμως, το ποσοστό αυτό έχει μειωθεί κατά 12,5 π.μ. περίπου, λόγω της μεγάλης κρίσης και ύφεσης που επακολούθησε (μείωση εισοδημάτων, αύξηση τιμών στα νομίμως διακινούμενα τσιγάρα λόγω φορολογίας), και, πιο πρόσφατα, λόγω της στροφής από την κατανάλωση παραδοσιακών τσιγάρων στα ηλεκτρονικά προϊόντα νικοτίνης.

 - Η Ελλάδα καταγράφει υψηλό ποσοστό θανάτων από την ατμοσφαιρική ρύπανση (77 θάνατοι ανά 100 χιλ. άτομα πληθυσμού έναντι 40 στον ΟΟΣΑ), κυρίως λόγω αυξημένης συγκέντρωσης ιδιαίτερα επιβαρυντικών για την υγεία μικροσωματιδίων, από τις εκπομπές ρύπων, με την υποκατάσταση των πηγών ενέργειας από πετρέλαιο, τα παράγωγά του και από λιγνίτη σε πηγές φυσικού αερίου και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, να είναι σχετικά περιορισμένη.

 - Αν και στα ενήλικα άτομα (κατά δήλωσή τους) η χώρα μας εμφανίζει ποσοστό υπέρβαρων κοντά στο μέσο όρο του ΟΟΣΑ, το αντίστοιχο ποσοστό στα παιδιά 5-9 ετών είναι ανησυχητικά υψηλό. Επίσης, η Ελλάδα εμφανίζει σχετικά χαμηλό επίπεδο κατανάλωσης αλκοόλ αν και αυτό μπορεί να είναι αποτέλεσμα υποεκτίμησης λόγω της μη καταγραφής της παραγωγής οινοπνευματωδών ποτών στο σπίτι, καθώς και εκτεταμένου λαθρεμπορίου λόγω της υψηλής φορολογικής επιβάρυνσης.

Σημειώνεται ακόμη ότι αν και το 100% του πληθυσμού έχει δωρεάν πρόσβαση στις δημόσιες υπηρεσίες υγείας, το δημόσιο σύστημα στην Ελλάδα καλύπτει μόνο το 61% των συνολικών δαπανών υγείας, έναντι 71% στον ΟΟΣΑ. Από τα χρήματα που πληρώνουν από την τσέπη τους οι ασφαλισμένοι, το 18% πηγαίνει σε γιατρούς και εξωτερικά ιατρεία, το 14% σε οδοντιατρικές εργασίες, το 31% σε νοσοκομειακή περίθαλψη και το 37% σε φάρμακα και άλλα θεραπευτικά μέσα.

Στην Ελλάδα, επίσης, η φαρμακευτική δαπάνη (εκτός νοσοκομείου) είναι υψηλότερη απ' ότι στη μέση χώρα του ΟΟΣΑ, με το 46% της δαπάνης να καλύπτεται από τους χρήστες, έναντι 16% στη Γερμανία και 13% στη Γαλλία.

Η Ελλάδα διαθέτει επίσης 105 φαρμακοποιούς και 88 φαρμακεία, έναντι 83 φαρμακοποιών και 29 φαρμακείων στη μέση χώρα του ΟΟΣΑ, ανά 100 χιλ. πληθυσμού. Επίσης, 6,1 γιατρούς και 3,3 νοσηλευτές ανά 1000 άτομα πληθυσμού, έναντι 3,5 και 8,8 αντιστοίχως στον ΟΟΣΑ.

Επίσης, η χώρα μας είναι η τρίτη πιο γερασμένη χώρα στον αναπτυγμένο κόσμο, με το ποσοστό του πληθυσμού άνω των 65 και 80 ετών να διαμορφώνεται σε 21,7% και 6,8% αντιστοίχως σήμερα, με πρόβλεψη για 37% και 14% αντιστοίχως το 2050, όταν 38,9 άτομα ανά 1000 άτομα πληθυσμού θα πάσχουν από άνοια, έναντι 20,4 ατόμων σήμερα. 

Παρ’ όλα αυτά η Ελλάδα δεν διαθέτει ανάλογου ύψους υποδομές παροχής μακροχρόνιας φροντίδας σε ηλικιωμένους, με μόνο το 2% της δαπάνης υγείας να κατευθύνεται σε γηριατρικές δομές έναντι 9% στον ΟΟΣΑ. 

Η μακροχρόνια φροντίδα ηλικιωμένων στην Ελλάδα στηρίζεται εθιμικά στην οικογένεια, με την άγραφη κοινωνική υποχρέωση των πολιτών να φροντίζουν ηλικιωμένους γονείς και συζύγους. Ως εκ τούτου, σε κάθε 100 άτομα άνω των 65 ετών στην Ελλάδα αντιστοιχούν 0,1 αμειβόμενοι φροντιστές για ηλικιωμένους και 0,45 κλίνες σε γηροκομεία (τα μικρότερα μεγέθη σε όλο τον αναπτυγμένο κόσμο), έναντι 4,9 φροντιστών και 4,7 κλινών αντιστοίχως κατά μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ. 

Καθώς ο πληθυσμός θα γερνάει και θα ζει όλο και περισσότερο (π.χ. το προσδόκιμο ζωής στους άνδρες άνω των 65 ετών είναι σήμερα 20 χρόνια,  αν και τα 8,1 χρόνια με περιορισμούς στη δραστηριότητα), και το μερίδιο των γυναικών στο εργατικό δυναμικό θα αυξάνεται, αργά ή γρήγορα, θα προκύψουν δημοσιονομικές ανάγκες για τις οποίες δεν εξοικονομούνται σήμερα πόροι για να τις καλύψουν. 

-A +A

Ροή Ειδήσεων

Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2020
Σελίδα με όλες τις ειδήσεις

Δημοφιλέστερα Άρθρα