Κύμα Μillennials επενδυτών στα χρηματιστήρια

Κύμα Μillennials επενδυτών στα χρηματιστήρια

Οι επενδυτές νεαρής ηλικίας αναδείχθηκαν σε χαρακτηριστικό φαινόμενο της πανδημίας. Στη διάρκεια των lockdowns, λεγεώνες από πρωτάρηδες πόνταραν τις οικονομίες τους σε μετοχές, αλλά μοίραζαν κι επενδυτικές συμβουλές στα social media. Στο διάστημα που οι αγορές εκτοξεύονταν μετά τις καραντίνες, οι καινούργιοι παίκτες επιδίδονταν σε ένα φρενήρες ποντάρισμα, συχνά υψηλού ρίσκου, με αγοραπωλησίες μέσα στην ίδια μέρα (day trading) από τα κινητά τηλέφωνά τους.

Τη μεγαλύτερη προσοχή τράβηξε η μαζική ενασχόληση των ηλικιακά νέων επενδυτών με τις μετοχές. Στη Wall Street κάποιες επιλογές τους προκάλεσαν το γέλιο των «παλαιότερων» επενδυτών, όπως όταν πόνταραν στη μετοχή της Hertz, αφ' ότου κήρυξε πτώχευση, ή σε μια άλλη, την κατασκευάστρια ηλεκτροκίνητων φορτηγών Nikola, που παραδέχτηκε ότι άφησε ένα πρωτότυπο φορτηγό της να κυλήσει στην κατηφόρα από έναν λόφο επειδή δεν γινόταν να πάρει μπροστά. Όλα αυτά ακούγονται σαν ένα μάθημα για το «πώς να μην επενδύει κανείς».

Παρά ταύτα, σύντομα οι πολύ νέοι αναμένεται να είναι αυτοί που θα αλλάξουν τον τρόπο που λειτουργούν τα χρηματοοικονομικά.

Κάθε γενιά αφήνει το δικό της σημάδι και ειδικά αυτοί που είναι σήμερα μεταξύ 56-74 ετών είχαν τεράστια επιρροή στις χρηματαγορές. Λόγω της σταθερής οικονομικής ανάπτυξης, των αυξανόμενων τιμών στα περιουσιακά στοιχεία και των παχυλών συντάξεων, συσσώρευσαν μεγάλες «οικονομίες», περί τις 600.000 δολ. κατά μ.ό. στις ΗΠΑ, σε λογαριασμούς συνταξιοδότησης, μετοχές και ομόλογα.

Η βιομηχανία της διαχείρισης asset management χτίστηκε πάνω στον συγκεκριμένο σωρό από λεφτά. Ειδικοί διαχειρίζονται συντάξεις, ενώ σύμβουλοι διαχείρισης πλούτου προσφέρουν προσωποποιημένες υπηρεσίες και προνόμια στους κατέχοντες. Δεν είναι τυχαίο ότι οι δουλειές στον χρηματοοικονομικό τομέα αυξήθηκαν κατά 31% από το 1990.

Η συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα, που γεννήθηκε μεταξύ 1946-64, φαίνεται να διαθέτει τον περισσότερο πλούτο συγκριτικά με τις υπόλοιπες. ;Eχουν σε γενικές γραμμές τα διπλάσια από τους νεότερους, δηλαδή απ’ όσους γεννήθηκαν μεταξύ 1965-80, τόσο όσον αφορά ακίνητη περιουσία όσο και συντάξεις ή μετοχές. Και έχουν πολλαπλάσια από τους millennials, τους γεννημένους μεταξύ 1981-96.

Οι millennials διαθέτουν ένα ελάχιστο μερίδιο του συνολικού πλούτου. Στην Αμερική, για παράδειγμα, τους ανήκουν 9,1 τρισ. δολ. σε περιουσιακά στοιχεία, μόλις το 7% του συνόλου. Πολύ λιγότερα, δηλαδή, από το 26% που είχαν οι γεννημένοι μεταξύ 1946-64, όταν αυτοί ήταν στην ηλικία τους ή από το 50% μερίδιο που έχουν τώρα.

Με την πρώτη ματιά οι νέοι δεν δείχνουν να διαθέτουν αρκετό χρήμα για να επανεφεύρουν τις χρηματαγορές. Οι κάτω των 35 έχουν κατά μ.ό. περί τις 35.000 δολ. σε χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία στις πλουσιότερες χώρες. Αντιμετωπίζοντας, μάλιστα, δύο οικονομικές κρίσεις σε περίπου μια δεκαετία, οι νέοι είναι λιγότερο πιθανό από τους προκατόχους τους να διαθέτουν ιδιόκτητο σπίτι ή αυτοκίνητο.

Όμως, αυτή η εικόνα πρόκειται να αλλάξει, σύμφωνα με τον «Economist». Οι νέοι πλησιάζουν την περίοδο των μέγιστων κερδών τους και οι ηλικίες 56-74 αποσύρονται. Η αποταμίευση και οι κληρονομιές πρόκειται να αυξήσουν ραγδαία το ποσοστό πλούτου των νέων. Οι αλλαγές στην τεχνολογία και την πολιτική των συντάξεων θα τους επιτρέψουν να ασκούν μεγαλύτερο έλεγχο στον πλούτο τους απ’ ό,τι οι γονείς τους.

Οι επιπτώσεις για τις επενδυτικές εταιρείες και τις αγορές αρχίζουν ήδη να γίνονται εμφανείς. Οι νέοι αποκτούν πλούτο, είτε κερδίζοντάς τον είτε κληρονομώντας τον. Η Bank of America Merrill Lynch υπολογίζει ότι, σε ολόκληρο τον κόσμο, η δυνατότητα των πολύ νέων (1981-1996) να κερδίζουν χρήματα θα αυξηθεί κατά 75% μεταξύ 2015-30, με την αύξηση των εισοδημάτων τους.

Οι ροές των κληρονομιών πρόκειται να επιταχυνθούν. Κάθε πέντε χρόνια 1,3 τρισ. δολ. σε επενδύσιμα περιουσιακά στοιχεία ή το 5% των μετοχών περνάει από τη μια γενιά στην άλλη. Εκτιμάται ότι ο ρυθμός μεταφοράς του πλούτου θα διπλασιαστεί την περίοδο 2036-40. Η Cerulli Associates, ερευνητική εταιρεία που ειδικεύεται στις αναλύσεις asset management, υπολογίζει για τις ΗΠΑ ότι η γενιά του 1981-96 θα κληρονομήσει 22 τρισ. δολ. μέχρι το 2042.

Πώς θα επενδύουν

Εκτιμάται ότι οι πολύ νέοι θα επενδύουν διαφορετικά απ΄ό,τι οι γονείς τους. Δύο παράγοντες θα καθορίσουν τη στάση τους: Οι αλλαγές στις συντάξεις και η πρόοδος στην τεχνολογία.

Τη δεκαετία του ’70 οι συντάξεις στις περισσότερες χώρες ήταν «καθορισμένων παροχών». Οι δικαιούχοι, δηλαδή, πληρώνονταν ένα ορισμένο εισόδημα βασισμένο συνήθως στον τελευταίο τους μισθό και δεν είχαν λόγο στο πώς χρησιμοποιούνταν κι επενδύονταν από τα ταμεία το σύνολο των εισφορών τους. Με τα συνταξιοδοτικά συστήματα να αλλάζουν σταδιακά επιτρέποντας εναλλακτικές επενδυτικές επιλογές, οι συνταξιούχοι θα μπορούν πιθανώς να επιλέγουν ανάμεσα σε διάφορους διαχειριστές.

Πέρα από τον μεγαλύτερο έλεγχο που θα έχουν πάνω στις μελλοντικές συντάξεις τους, οι millennials ήδη χρησιμοποιούν την τεχνολογία για να επενδύουν άμεσα σε μετοχές και ομόλογα. Οι ηλεκτρονικές επενδυτικές συναλλαγές (electronic trading) τους επιτρέπουν να αγοράζουν και να πουλάνε άμεσα, με πολύ ευκολότερο και φθηνότερο τρόπο. Το κόστος για να επενδύσει κανείς 100 δολάρια σε ένα χρηματιστήριο έχει πέσει από 6 δολ. το 1975 σε λιγότερο από ένα χιλιοστό της δεκάρας σήμερα.

Το 2019, τέσσερις μεγάλες πλατφόρμες retail trading, οι Charles Schwab, E*Trade, Fidelity και Ameritrade, μείωσαν τις προμήθειές τους στο μηδέν, όταν η Robinhood, πρωτοπόρος του μοντέλου μηδενικών προμηθειών, άρχισε να κερδίζει σε δημοφιλία.

Μια γενιά που ανατράφηκε με τα smartphones μπορεί να εμπιστεύεται μια εφαρμογή στο κινητό όσο έναν έμπειρο χρηματιστή. Κάπως έτσι, η μόδα με τις πλατφόρμες και τα «πονταρίσματα» στη Wall Street μοιάζουν όλο και περισσότερο με videogame.

Οι ηλικιακά νέοι μικροεπενδυτές χρησιμοποιούν διάφορες ψηφιακές υπηρεσίες. Ένα παράδειγμα είναι τα «robo-advisers», οι σύμβουλοι-ρομπότ που παρέχουν αυτοματοποιημένες ψηφιακές οικονομικές συμβουλές και διαχείριση επενδύσεων βάσει αλγορίθμων. Κατανέμουν αυτόματα τα επενδυθέντα περιουσιακά στοιχεία σε κεφάλαια με δείκτη χαμηλού κόστους με βάση την ηλικία και την προτίμηση κινδύνου έναντι μιας χαμηλής χρέωσης.

Σύμφωνα με την Black Rock, οι 4 στους 5 επενδυτές ηλικίας 24-39 ετών είναι πρόθυμοι να χρησιμοποιήσουν robo-advisers. Περί τα 40 δισ. δολ., συνδυαστικά, είναι «παρκαρισμένα» σε δύο τέτοιες εταιρείες robo-advisory, την Betterment και τη Wealthfront. Η μέση ηλικία των πελατών της Betterment είναι τα 35 έτη, σύμφωνα με τον ιδρυτή της, Τζον Στάιν.

Έτσι, η Morgan Stanley αγόρασε το 2019 τη Solium, που διαχειρίζεται τις μετοχές υπαλλήλων σε τεχνολογικές εταιρείες και η Goldman Sachs την United Capital, μια συμβουλευτική εταιρεία επενδύσεων, ιδιαίτερα δημοφιλή σε νεαρούς επαγγελματίες.

Πολλοί νέοι υιοθετούν και μια διαφορετική επενδυτική φιλοσοφία όσον αφορά τους ευρύτερους στόχους που τους ενδιαφέρουν. Σύμφωνα με την Deloitte, σε ποσοστό 87% θεωρούν ότι η επιτυχία μιας εταιρείας δεν θα πρέπει να μετριέται μόνο βάσει της οικονομικής επίδοσης, αλλά και από άλλους δείκτες, όπως οι κοινωνικές δράσεις και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα.

Η Morgan Stanley συμπεραίνει ότι οι κάτω των 35 ετών είναι δύο φορές πιο πιθανό από τους υπόλοιπους να πουλήσουν μια μετοχή αν θεωρήσουν ότι η συμπεριφορά μιας εταιρείας είναι κοινωνικά ή περιβαλλοντικά μη βιώσιμη. Βέβαια, δεν αποκλείεται να γίνουν πιο «πρακτικοί» στην πορεία των χρόνων, όταν μεγαλώνοντας θα συσσωρεύονται υποχρεώσεις, όπως παιδιά, δάνεια ή υποθήκες.

Τα ρίσκα και η απρόβλεπτη συμπεριφορά

Η γενική εκτίμηση των ειδικών, πάντως, είναι ότι οι επενδυτές που γεννήθηκαν μεταξύ 1981-96 τελικώς θα αλλάξουν το πώς λειτουργεί το asset management και πολλές εταιρείες έχουν ήδη αρχίσει να «κρατάνε σημειώσεις» μελετώντας τη συμπεριφορά τους.

Οι νέοι δεν είναι οι μόνοι που πιάστηκαν με τις μετοχές τους τελευταίους μήνες. Οι τάξεις των «ερασιτεχνών επενδυτών» όλων των ηλικιών αυξήθηκαν κατακόρυφα φέτος δημιουργώντας ρεκόρ νέων λογαριασμών. Η «Wall Street Journal» εκτιμά ότι τέτοιοι μικρής κλίμακας μικροεπενδυτές αναλογούν τώρα στο 1/4 της συνολικής δραστηριότητας συναλλαγών.

Όσο, όμως, αυξάνεται η παρουσία τους τόσο μεγαλώνουν και τα ρίσκα. Και για τα δικά τους οικονομικά, αλλά και για τη σταθερότητα της ευρύτερης αγοράς.

Η μαζική εισροή άπειρων «παικτών» τείνει να προκαλεί ανησυχία μεταξύ θεσμικών επενδυτών, που εκλαμβάνουν την αυξημένη παρουσία τους ως σημάδι αυξανόμενης κερδοσκοπίας. Αυτό που προκαλεί νευρικότητα στους «επαγγελματίες επενδυτές» είναι ότι μια απρόβλεπτη ξαφνική στροφή στις διαθέσεις τους θα μπορούσε να στείλει τις αγορές σε καθοδική πορεία.

Η «Wall Street Journal» σημειώνει ότι στο παρελθόν οι ραγδαίες «εκρήξεις» στο retail trading υπήρξαν προάγγελοι «κακών», όπως η φούσκα των dot-com τη δεκαετία του 1990 ή η τρέλα των κρυπτονομισμάτων πριν από λίγα χρόνια.

Ο ρόλος της καραντίνας

Το βέβαιο είναι ότι εκατομμύρια επενδυτές που δεν είχαν ανοίξει ποτέ λογαριασμό συναλλαγών στο παρελθόν κυνηγούν το κέρδος μέσα στην πανδημία. Ο συνδυασμός που τους ώθησε στις αγορές ήταν ο χρόνος που πολλοί είχαν στη διάθεσή τους καθήμενοι στο σπίτι επί καραντίνας, το περισσευούμενο χρήμα λόγω της μείωσης των εξόδων και το γεγονός ότι οι περισσότεροι δεν είχαν πληγεί εισοδηματικά λόγω των μέτρων στήριξης, όπως εκτιμά ο ιδρυτής της πλατφόρμας χρηματοοικονομικών συμβουλών OpenMoney.

Οι ερασιτέχνες επενδυτές βοήθησαν να ανέβουν οι μετοχές, από τις ΗΠΑ μέχρι την Ινδία, μέσα σε μια από τις χειρότερες οικονομικές συνθήκες της πρόσφατης Ιστορίας. Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται και στην Ευρώπη, με χρηματιστηριακές εταιρείες στη Γερμανία, στη Γαλλία και τη Βρετανία να αναφέρουν έκρηξη στη συμμετοχή μεμονωμένων επενδυτών, που τροφοδοτήθηκε από τον φόβο τους μην τυχόν «χάσουν το πάρτι», αγοράζοντας φθηνά εν μέσω πανδημίας.

Η ανησυχία, ωστόσο, είναι τι θα συμβεί αν και όποτε αυτό το κύμα των «νέων επενδυτών της πανδημίας» αποχωρήσει…

INFO:

-1,8 εκατ. νέοι λογαριασμοί για χρηματιστηριακές συναλλαγές άνοιξαν στην Ινδία μεταξύ Μαρτίου - Ιουνίου 2020.
-820.000 νέους λογαριασμούς για χρηματιστηριακές συναλλαγές άνοιξαν οι Ιάπωνες μεταξύ Φεβρουαρίου και Απριλίου, αριθμός υπερδιπλάσιος από την ίδια περίοδο το 2019.
-6 δολ. ήταν το κόστος για να επενδύσει κανείς 100 δολάρια σε ένα χρηματιστήριο το 1975, όταν σήμερα είναι λιγότερο από ένα χιλιοστό της δεκάρας.
-80% των επενδυτών ηλικίας 24-39 ετών είναι πρόθυμοι να χρησιμοποιήσουν robo-advisers, σύμφωνα με την Black Rock.