8ος χρόνος, ημέρα 2437η
Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2022

Η Παγκόσμια Τράπεζα «βλέπει» πληθωρισμό διαρκείας - Ποιες χώρες κινδυνεύουν περισσότερο

Η Παγκόσμια Τράπεζα «βλέπει» πληθωρισμό διαρκείας - Ποιες χώρες κινδυνεύουν περισσότερο

Η Παγκόσμια Τράπεζα μείωσε την πρόβλεψή της για την παγκόσμια ανάπτυξη κατά σχεδόν ένα τρίτο στο 2,9% για το 2022, προειδοποιώντας ότι η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία έχει επιδεινώσει τη ζημιά από την πανδημία COVID-19 και πολλές χώρες αντιμετωπίζουν τώρα κίνδυνο ύφεσης.

Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία είχε μεγεθύνει την επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας, η οποία εισέρχεται τώρα σε «μια παρατεταμένη περίοδο ασθενούς ανάπτυξης και αυξημένου πληθωρισμού», αναφέρει στην έκθεσή της.

Μάλιστα ο πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας, Ντέιβιντ Μάλπας, δήλωσε ότι η παγκόσμια ανάπτυξη θα μπορούσε να μειωθεί στο 2,1% το 2022 και στο 1,5% το 2023, οδηγώντας την κατά κεφαλήν ανάπτυξη κοντά στο μηδέν, εάν επαληθευτούν οι καθοδικοί κίνδυνοι.

Ο ίδιος είπε ότι η παγκόσμια ανάπτυξη χτυπήθηκε από τον πόλεμο, τα νέα lockdown λόγω COVID στην Κίνα, τις διακοπές της εφοδιαστικής αλυσίδας και τον αυξανόμενο κίνδυνο στασιμοπληθωρισμού -- μια περίοδο αδύναμης ανάπτυξης και υψηλού πληθωρισμού που παρατηρήθηκε τελευταία φορά τη δεκαετία του 1970.

«Ο κίνδυνος του στασιμοπληθωρισμού είναι σημαντικός σήμερα», ανέφερε. «Η υποτονική ανάπτυξη πιθανότατα θα παραμείνει καθ' όλη τη διάρκεια της δεκαετίας λόγω των αδύναμων επενδύσεων στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου. Με τον πληθωρισμό να τρέχει τώρα σε υψηλά πολλών δεκαετιών σε πολλές χώρες και την προσφορά να αναμένεται να αυξηθεί αργά, υπάρχει κίνδυνος ο πληθωρισμός να παραμείνει υψηλότερος για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα».

Η έκθεση προειδοποίησε ότι οι αυξήσεις των επιτοκίων που απαιτούνταν για τον έλεγχο του πληθωρισμού στα τέλη της δεκαετίας του 1970 ήταν τόσο απότομες που έφεραν παγκόσμια ύφεση το 1982 και μια σειρά από χρηματοοικονομικές κρίσεις στις αναδυόμενες αγορές και τις αναπτυσσόμενες οικονομίες.

Αν και υπάρχουν ομοιότητες με τις συνθήκες τότε, υπάρχουν επίσης σημαντικές διαφορές, όπως η ισχύς του δολαρίου ΗΠΑ και γενικά οι χαμηλότερες τιμές του πετρελαίου,οι οποίες ροσαρμοσμένες ανάλογα με τον πληθωρισμό είναι κατά ένα τρίτο χαμηλότερες από το επίπεδο του 1980, ενώ και η αύξηση των τιμών στα προϊόντα αν και εξαιρετικά οδυνηρή, είναι πολύ μικρότερη σε σχέση με αυτό που συνέβη πριν από πενήντα χρόνια.

Όπως αναφέρει στην έκθεσή της η Τράπεζα, η ανάπτυξη στις προηγμένες οικονομίες αναμένεται να επιβραδυνθεί απότομα σε 2,6% το 2022 και 2,2% το 2023, αφού έφτασε το 5,1% το 2021.

Η ανάπτυξη των ΗΠΑ με πτώση στο 2,5% το 2022, από 5,7% το 2021, ενώ για την Ευρωζώνη αναμένεται ανάπτυξη 2,5% μετά το 5,4% του 2021.

Παράλληλα, οι αναδυόμενες αγορές και οι αναπτυσσόμενες οικονομίες θα εμφανίσουν ανάπτυξη μόλις 3,4% το 2022, από 6,6% το 2021 και πολύ κάτω από τον ετήσιο μέσο όρο του 4,8% που παρατηρήθηκε το 2011-2019.

Η περιφερειακή οικονομία της Ευρώπης και της Κεντρικής Ασίας, η οποία δεν περιλαμβάνει τη Δυτική Ευρώπη, αναμένεται να συρρικνωθεί κατά 2,9% μετά από ανάπτυξη 6,5% το 2021, σημειώνοντας ελαφρά ανάκαμψη σε ανάπτυξη 1,5% το 2023. Η οικονομία της Ουκρανίας προβλέπεται να συρρικνωθεί κατά 45,1% και της Ρωσίας κατά 8,9%.

Η Μέση Ανατολή και η Βόρεια Αφρική θα επωφεληθούν από την αύξηση των τιμών του πετρελαίου, με την ανάπτυξη να φθάνει το 5,3% το 2022 πριν επιβραδυνθεί στο 3,6% το 2023, ενώ η Νότια Ασία θα έχει ανάπτυξη 6,8% φέτος και 5,8% το 2023.

Ομόλογα

Την ίδια στιγμή, σταθεροποιητικά κινούνται σήμερα οι αποδόσεις των ομολόγων. Στο ΗΔΑΤ, καταγράφηκαν συναλλαγές 46 εκατ. ευρώ εκ των οποίων μόνο τα 12 εκατ. ευρώ αφορούσαν σε εντολές αγοράς. Η απόδοση του 10ετούς ομολόγου διαμορφώθηκε στο 3,80% από 3,84% χθες έναντι 1,29% του αντίστοιχου γερμανικού τίτλου, με αποτέλεσμα το περιθώριο να διαμορφωθεί στο 2,51% από 2,55%.

Στην αγορά συναλλάγματος ελαφρώς πτωτικά κινείται το ευρώ έναντι του δολαρίου, καθώς το ευρωπαϊκό νόμισμα διαπραγματευόταν νωρίς το απόγευμα στα 1,0678 δολ. από το επίπεδο των 1,0643 δολ που άνοιξε η αγορά.

Η ενδεικτική τιμή που για την ισοτιμία ευρώ/δολ. που ανακοίνωσε η ΕΚΤ διαμορφώθηκε στα 1,0662 δολ.