Πετρέλαιο: Η minimum τιμή που χρειάζονται όλοι

Η minimum τιμή που χρειάζονται όλοι

Η  πετρελαϊκή βιομηχανία κατανόησε σχετικά νωρίς ότι με σταθμευμένα αεροπλάνα, πλοία και αυτοκίνητα, τη βιομηχανία κλειστή ή στην καλύτερη περίπτωση σε υπολειτουργία, θα πρέπει να μειώσει την παραγωγή της έναντι να στηριχτούν οι πετρελαϊκές τιμές από την ακαριαία πτώση της ζήτησης.

Αρχές Μαρτίου, στην συνάντηση των πετρελαιοπαραγωγών στη  Βιέννη, το  Ριάντ έκανε πρόταση για µειώσεις στην ηµερήσια παραγωγή πετρελαίου. Οι πετρελαιοπαραγωγοί όμως λειτουργούν  με δικούς τους κανόνες και σταθμά.

Η  Ρωσία διέκρινε τη χρυσή ευκαιρία να πετάξει έξω από την αγορά έναν από τους μεγαλύτερους ανταγωνιστές της, τους Αμερικανούς σχιστολιθικούς παραγωγούς.

Οι  ΗΠΑ με την καινοτομία της σχιστολιθικής παραγωγής  εξελίχτηκαν σε έναν αναπάντεχα ισχυρό παίκτη, εξάγοντας στην Ευρώπη  το 40% του αμερικανικού αργού. Ως εκ τούτου οι παραδοσιακοί προμηθευτές έχασαν ένα μεγάλο μερίδιο αγοράς .

Η Ρωσία όμως δέχτηκε extra πλήγματα στις ενεργειακές της εξαγωγές, εξαιτίας των αμερικανικών κυρώσεων και πιέσεων με στόχο να παρεμποδιστεί η περαιτέρω τροφοδοσία της Δυτικής Ευρώπης με ρωσικό φυσικό αέριο. Άρπαξε λοιπόν την ευκαιρία για μια ικανοποιητική ανταπάντηση στους Αμερικανούς παραγωγούς, στοχεύοντας την αχίλλειο πτέρνα τους, ήτοι το υψηλό κόστος παραγωγής.

Επιδεικτικά  απέρριψε την πρόταση του Ριάντ, δηλώνοντας ότι η ρωσική πετρελαιοβιομηχανία μπορεί να αντέξει άνετα τιμές από  40  εως 42 δολάρια/το βαρέλι.

Το Ριάντ «τιμωρητικά» αποφάσισε να αυξήσει την προσφορά και να ρίξει τις τιμές, μην μπορώντας στην πραγματικότητα  να αντισταθεί με την σειρά του στον πειρασμό να αποσπάσει extra μερίδια αγοράς, αφοπλίζοντας την  ακριβή παραγωγή των ΗΠΑ.

Η  Σαουδική Αραβία διαθέτοντας τεράστια  αποθέματα και  δυνατότητα μεγάλου όγκου παραγωγής, έχει τη δυνατότητα να επηρεάζει  σε σημαντικό βαθμό την τιμή του πετρελαίου.  Προχώρησε λοιπόν στην μεγαλύτερη μείωση εδώ και δεκαετίες των επίσημων τιμών πώλησης όλων των τύπου πετρελαίου -από  6 έως 8 δολάρια το βαρέλι- υποχρεώνοντας τη Ρωσία και τους υπόλοιπους πετρελαιοπαραγωγούς σε ανάλογες μειώσεις.

Το πρώτο 40% λοιπόν της πτώσης των τιμών έγινε σταδιακά από την πλευρά της προσφοράς, με τους βασικούς παίκτες του OPEC+ να οδηγούν τις εξελίξεις.

Ύστερα από λίγο όμως, άπαντες βρέθηκαν μπροστά στο τρομακτικό κενό της ζήτησης.

Το πετρέλαιο άρχισε να συσσωρεύεται στους χώρους αποθήκευσης, χερσαίους και πλωτούς και φτάνοντας  στο σημείο μηδέν από πλευράς χωρητικότητας, οι πετρελαϊκές τιμές σημείωσαν  εκ νέου πτώση 40-50% μέσα σε λίγα 24ωρα.

Πόσο χαμηλές τιμές αντέχουν οι παραγωγοί υψηλού κόστους

Σύμφωνα με την Federal Reserve Bank of Dallas,  οι εταιρείες στις ΗΠΑ καλύπτουν τα λειτουργικά τους έξοδα  για τιμές από 27 έως 37 δολάρια κατά μέσο  το βαρέλι, ανάλογα την περιοχή του «πηγαδιού». Για όσες εταιρείες έχουν πραγματοποιήσει τις κατάλληλες επενδύσεις για τεχνολογία αιχμής, το κόστος μπορεί να κατέλθει έως και τα 15 δολάρια το βαρέλι, αρκεί να μην βρίσκονται μέσα στην ενδοχώρα όπου η εφοδιαστική αλυσίδα είναι πιο σύνθετη.

Tιμές λοιπόν κάτω από τα 15 δολάρια το βαρέλι προκαλούν έμφραγμα σε έναν κλάδο που βαρύνεται με ανεξόφλητα δάνεια ύψους 160 δισ. δολαρίων, με ένα αρκετά μεγάλο μέρος του να καθίσταται κερδοφόρο πάνω από τα 30 δολάρια το βαρέλι.

Οι αντοχές Ρωσίας και Σαουδικής Αραβίας

Η Μόσχα και το Ριάντ είναι σε θέση να αντέξουν  πολύ χαμηλότερες τιμές πετρελαίου από τον Αμερικανό σχιστολιθικό παραγωγό. 

Όμως, πόσο  χαμηλότερες τιμές και για πόσο καιρό;

Η  Ρωσία είναι παραγωγός με αυξημένη αντοχή απέναντι στις  χαμηλές πετρελαϊκές τιμές.

Καταρχήν διαθέτει ένα εξαιρετικά εκτεταμένο δίκτυο αγωγών, σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε σχέση με όσους ανταγωνιστές πρέπει να ναυλώσουν δεξαμενόπλοια για τη μεταφορά.

Η ελεύθερη διακύμανση στο ρούβλι από την άλλη, της επιτρέπει να προχωρά στην υποτίμηση του όταν πέφτουν οι τιμές του πετρελαίου, εξασφαλίζοντας  στις ρωσικές εταιρείες την ιδανική συνθήκη κόστους σε ασθενές νόμισμα και εσόδων σε ισχυρό δολάριο.

Επιπλέον, υπάρχει η πρόβλεψη να μειώνονται οι φόροι στις εταιρείες καθώς μειώνεται και η τιμή του πετρελαίου.

Ο προϋπολογισμός της Ρωσίας  βέβαια για το 2019 βασίστηκε σε τιμές πετρελαίου πέριξ των 40 δολαρίων/βαρέλι, αλλά δεδομένων των συναλλαγματικών αποθεμάτων πέριξ των 570 δισ. δολαρίων, η χώρα βρίσκεται σε πολύ καλύτερη θέση σε σχέση με το  2014 -όταν λόγω της εισβολής στην Κριμαία δέχτηκε τις δυτικές κυρώσεις- ή σε σχέση με την περίοδο της κρίσης του 2008. Κάτω από αυτό το πρίσμα, ίσως δικαιολογείται το μήνυμα των ρώσικων μέσων ενημέρωσης ότι η χώρα θα  μπορούσε να αντέξει τιμές πέριξ των  25-30 δολαρίων έως και 10 χρόνια.

Η Σαουδική Αραβία έχει το χαμηλότερο κόστος παραγωγής ανά βαρέλι –κάτω των 10 δολαρίων-και ταυτόχρονα πολύ χαμηλό χρέος. Διαθέτει συναλλαγματικά αποθέματα 500 δισ. δολαρίων και η αναλογία χρέους /ΑΕΠ μετά την πρόσφατη απόφαση για μείωση παραγωγής, θα ανέρχεται μόλις στο 30%.

Η χώρα μπορεί λοιπόν να αντέξει τιμές πετρελαίου ακόμα και κάτω από τα 10 δολάρια/ βαρέλι, αλλά όχι επ’άπειρον, καθώς το κόστος εξόρυξης είναι η μια συνισταμένη.

Το Ριάντ ισοσκελίζει τον προϋπολογισμό  του με τιμές πετρελαίου στα 80 δολάρια/βαρέλι.

Δεδομένου ότι το νόμισμα είναι συνδεδεμένο με το δολάριο, η μόνη εναλλακτική αντιστάθμισης των χαμηλών τιμών στα έσοδα της χώρας είναι  να πουλήσει περισσότερο πετρέλαιο.

Πώς να πουλήσεις όμως όταν όλοι είναι κλειδωμένοι στα σπίτια τους και με τους βασικούς καταναλωτές πετρελαίου –Κίνα και Ινδία- παροπλισμένους;

Οι παρατεταμένες χαμηλές τιμές θα οδηγήσουν σε μείωση των δαπανών, αύξηση του δανεισμού και αναβολή  του  «πανάκριβου» σχεδίου διαφοροποίησης της οικονομίας της από το πετρέλαιο, προκειμένου να είναι έτοιμη για την επόμενη δεκαετία της πράσινης ενέργειας.

Σαφέστατα δεν κινδυνεύει με άμεσο αφανισμό όπως οι παραγωγοί υψηλού κόστους, αλλά μακροπρόθεσμα, η ηγετική της  θέση  είναι επισφαλής.

Όλοι χρειάζονται υψηλότερες τιμές

Το domino effect που προκάλεσε η προσπάθεια των μεγάλων πετρελαιοπαραγωγικών δυνάμεων να κερδίσουν μερίδια αγοράς προκειμένου να «ξεφορτωθούν» ένα αγαθό που η πράσινη ενέργεια σε λίγες δεκαετίες θα το ωθήσει στο περιθώριο της ενεργειακής ιστορίας, έχει οδηγήσει σε δύσκολη θέση τον αμερικανικό σχιστολιθικό κλάδο, αλλά και τον πετρελαϊκό offshore τομέα της Βόρειας Θάλασσας, όπως και τον  κλάδο του καναδικού πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Ο κατάλογος όμως δεν τελειώνει εδώ.

Η  Νορβηγία δέχεται  επίσης βαρύ πλήγμα, με  το 55,6% των εξαγωγών της να  αφορά ορυκτά καύσιμα. 

Χώρες όπως είναι το Ιράκ, η Αλγερία, το Ομάν, το Εκουαδόρ, η Γκαμπόν και η Νιγηρία , οι οικονομίες των οποίων εξαρτώνται σχεδόν αποκλειστικά από τα έσοδα από το πετρέλαιο, βρίσκονται αντιμέτωπες με σοβαρότατα προβλήματα, ενώ η ιστορική παρατήρηση υποδεικνύει ότι σε χώρες όπως η Βενεζουέλα, οι χαμηλές πετρελαϊκές τιμές φέρνουν το χάος.

Μια τιμή στα 10 με 20 δολάρια το βαρέλι, θα κόστιζε στην καλύτερη περίπτωση σε κάποιες πετρελαιοπαραγωγούς χώρες απώλειες  άνω του 10% του ΑΕΠ τους.

Από τις χώρες που θα βιώσουν το μεγαλύτερο πλήγμα, η Rystad Energy προβλέπει ότι περισσότερα από 70 δισ. δολάρια χρέους εταιρειών πετρελαίου δεν θα εξυπηρετηθούν, ενώ το 2021 το αντίστοιχο ποσό θα φτάσει στα 177 δισ. δολάρια. 

Καθώς το παιχνίδι ανταγωνισμού σχεδόν έχει εξελιχθεί σε ένα zero sum game για όλους, θα γίνουν απόπειρες αντιστροφής.

Ο OPEC+ πιθανότατα θα προχωρήσει σε περαιτέρω μειώσεις στην παραγωγή.

Ο πρόεδρος Trump ίσως θεσπίσει δασμούς για να υποστηρίξει την ανταγωνιστικότητα των αμερικανικών εταιριών, ενώ σίγουρα θα επιδιώξει την άμεση επέκταση των αποθηκευτικών χώρων.

Μεταξύ των ιδεών  κρατικής στήριξης του πετρελαϊκού κλάδου, είναι και η  αγορά πετρελαίου, το οποίο όμως δεν θα εξορύσσεται, αλλά θα αποτελεί ονομαστικά τμήμα των εθνικών στρατηγικών αποθεμάτων. 

Και φυσικά οι γεωπολιτικές πιέσεις έχουν ήδη κάνει την εμφάνιση τους με την αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων από τη Σαουδική Αραβία στην πρώτη γραμμή.

Όλα αυτά βέβαια, μέχρι να γίνει άρση των lockdowns και να πάρει την ανιούσα η ζήτηση.  

Τότε η συμφωνία  μεταξύ των τριών μεγαλύτερων πετρελαιοπαραγωγών του κόσμου για στήριξη των πετρελαϊκών τιμών θα λάβει τέλος.

Η λαμπρή πορεία των VLCCs

Οι πλεονάζουσες ποσότητες πετρελαίου  βρήκαν διέξοδο στην αποθήκευση.

Ακόμα και η  μεγαλύτερη εταιρεία αποθήκευσης παγκοσμίως, η Vopak, έφθασε τα όρια πληρότητας, τουλάχιστον μέχρι ολοκλήρωσης της συντήρησης των υπόλοιπων υποδομών της.

Εν όψει του τρομακτικού κενού της ζήτησης, ο Τραμπ αποφάσισε την αύξηση των στρατηγικών αποθεμάτων των ΗΠΑ κατά 75 εκατομμύρια βαρέλια.

Πριν την απόφαση, το περιθώριο για το στρατηγικό αποθεματικό του ήταν  πέριξ των 77 εκατομμυρίων  βαρελιών. Αυτό σημαίνει ότι οι ΗΠΑ φτάνουν στο όριο τους.                                                                                                     

Η διάμεσος των αναλυτών εκτιμούν ότι η Κίνα θα μπορούσε επίσης  να αγοράσει επιπλέον 80 έως 100 εκατομμύρια βαρέλια φέτος, ενώ η ινδική κυβέρνηση ζητεί από τα κρατικά διυλιστήριά της να αγοράσουν 15 εκατομμύρια βαρέλια αργού από τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Ιράκ προκειμένου να  γεμίσει τις δεξαμενές της.  

Πέραν αυτών των τριών χωρών όμως, υπάρχει μικρή χωρητικότητα αποθήκευσης σε άλλα σημεία του κόσμου. Σύμφωνα με την  εκτίμηση της Kpler,  η παγκόσμια αποθηκευτική ικανότητα φτάνει τα 6,25 δισ. βαρέλια και στις 31 Μαρτίου υπήρχαν αποθηκευμένα 4,51 δισ. βαρέλια αργού.  Με το ρυθμό που αναζητούν χώρο αποθήκευσης τα «αζήτητα» βαρέλια του πετρελαίου, είναι θέμα χρόνου να  εμφανιστούν φαινόμενα «bottlenecks», εκτός και αν εμφανιστεί «έκρηξη» της ζήτησης. Η IHS Markit αναμένει ότι πέριξ του Ιουνίου, δεν θα υπάρχει πλέον χώρος για αποθήκευση.

Λαμπρά τα αποτελέσματα για τους πλοιοκτήτες

Πλησιάζοντας οι  χερσαίες αποθήκες το σημείο zero, ολοένα και περισσότερες εταιρείες κυρίως εμπορίας πετρελαίου, έσπευσαν  να ναυλώσουν πλοία για πλωτή αποθήκευση πετρελαίου. 

Πάνω από 160 εκατ. βαρέλια αργού πετρελαίου  είναι ήδη «παρκαρισμένα» σε υπερμεγέθη τάνκερ. Την τελευταία φορά που είχε συμβεί αντίστοιχο φαινόμενο, αν και σε πολύ μικρότερο μέγεθος, ήταν την περίοδο της οικονομικής κρίσης το 2008-2009. 

Το λαμπρό  αποτέλεσμα για τους πλοιοκτήτες VLCCs είναι ότι καθώς η  διαθεσιμότητα των τάνκερ στη σποτ αγορά αρχίζει να περιορίζεται, αυτό έχει ευθεία προβολή στην αύξηση των ναύλων.  

Από τα 123.000 δολάρια την ημέρα  στα τέλη Μαρτίου, εκτοξεύτηκαν πέριξ των 160.000 δολαρίων στις αρχές του Απριλίου, ενώ την προηγούμενη εβδομάδα γίνονταν deals ακόμα και πάνω από τα 200.000 την ημέρα.

Δεδομένου ότι οι χερσαίες αποθηκευτικές εγκαταστάσεις εξαντλούνται, αν δεν ανέβει σύντομα η ζήτηση ώστε να ελευθερωθεί αποθηκευτικός χώρος, τα επόμενα deals θα γίνουν σε αστρονομικά ποσά.                                                                                                                                   

 Ως εκ τούτου οι μετοχές των κορυφαίων εταιρειών με μεγάλα δεξαμενόπλοια, διανύουν μια χρυσή περίοδο. H Frontline για παράδειγμα μέσα σε ένα εκτοξεύτηκε  από τα 6,71 δολάρια στα 11 δολάρια, ήτοι μια άνοδος κοντά στο 30% ενώ αυτή την εβδομάδα έκλεισε πέριξ των 9 δολαρίων.

Χρυσό μερίδιο έχει και ο ελληνόκτητος στόλος,  που μπορεί το  2020 να έπεσε κάτω από τα  4000 πλοία, όμως η  χωρητικότητα τους είναι σημαντικά αυξημένη.  

H μετοχή της Tsakos Energy Navigation του ομίλου Τσάκου μέσα σε ένα μήνα σημείωσε άνοδο 60% από τα 2,05 δολάρια στα 3,23, η Diamond S Shipping του Ευάγγελου Μαρινάκη σημείωσε άνοδο 40% από τα 9,80 δολάρια στα 13,30 ενώ αυτή την εβδομάδα έκλεισε στα 12,28,  με το κάδρο να πλαισιώνουν η Navios Acquisition της Αγγελικής Φράγκου, η Top Ships του Ευάγγελου Πιστιόλη κ.α.

Αποποίηση Ευθύνης

Το υλικό αυτό παρέχεται για πληροφοριακούς και μόνο σκοπούς. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να εκληφθεί ως προσφορά, συμβουλή ή προτροπή για την αγορά ή πώληση των αναφερόμενων προϊόντων. Παρόλο που οι πληροφορίες που περιέχονται βασίζονται σε πηγές που θεωρούνται αξιόπιστες, καμία διασφάλιση δε δίνεται ότι είναι πλήρεις ή ακριβείς και δεν θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.