7ος χρόνος, ημέρα 2223η
Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2021

Γερμανός υπ. Υγείας: 12 φορές μεγαλύτερος ο αριθμός μολύνσεων στους ανεμβολίαστους

Γερμανός υπ. Υγείας: 12 φορές μεγαλύτερος ο αριθμός μολύνσεων στους ανεμβολίαστους

Ο αριθμός νέων κρουσμάτων στους μη εμβολιασμένους είναι δέκα ή και δώδεκα φορές μεγαλύτερος από εκείνον στους εμβολιασμένους, δήλωσε ο υπουργός Υγείας της Γερμανίας στη Γερμανική Ραδιοφωνία (DLF) κάνοντας λόγω για πανδημία που πλήττει κυρίως τους μη εμβολιασμένους.

Σύμφωνα με τον Γιενς Σπαν «είναι πλέον ξεκάθαρο ότι όσοι δεν έχουν κάνει το εμβόλιο θα βρεθούν στο στόχαστρο των όποιων περιοριστικών μέτρων».

Και αυτό γιατί, όπως λέει, ο Γιενς Σπαν, τις δηλώσεις του οποίου αναμεταδίδει η Deutsche Welle, «βλέπουμε πλέον μία πανδημία των μη εμβολιασμένων. Αυτή είναι η αλήθεια. Εννέα στους δέκα ασθενείς στις μονάδες εντατικής θεραπείας δεν έχουν κάνει το εμβόλιο. Ο αριθμός νέων κρουσμάτων στους μη εμβολιασμένους είναι δέκα ή και δώδεκα φορές μεγαλύτερος από εκείνον στους εμβολιασμένους. Το ερώτημα λοιπόν, για να βγάλουμε το φθινόπωρο και τον χειμώνα, είναι αν μπορούμε να πείσουμε εκατομμύρια ανθρώπους, ιδιαίτερα νέους αλλά και μεσήλικες, να εμβολιαστούν, ώστε να προστατέψουν τον εαυτό τους, αλλά και τους άλλους».

Το ποσοστό των Γερμανών που έχει εμβολιαστεί πλήρως δεν ξεπερνά το 62%. Τί πρέπει να γίνει τις επόμενες εβδομάδες; Ο Γιενς Σπαν συνιστά υπομονή και ...επιμονή: «Θα πρέπει να δημιουργήσουμε περισσότερες ευκαιρίες για εμβολιασμό. Παντού: στις πλατείες, στις εκκλησίες, στα γήπεδα, στη δουλειά, όπου υπάρχουν άνθρωποι. Η προσπάθεια μπορεί να αποδώσει, κάθε μέρα γίνονται εμβολιασμοί. Θέλουμε να συνεχίσουμε και θα συνεχίσουμε με τη συνδρομή των δημοτικών αρχών, αλλά και με τη βοήθεια που μας προσφέρουν πρωτοβουλίες πολιτών».

Περισσότερα κρούσματα, παρά τους εμβολιασμούς

Ο αντίλογος λέει ωστόσο ότι τις τελευταίες εβδομάδες τα κρούσματα συνεχώς πληθαίνουν, παρότι το ποσοστό εμβολιασμού συνεχώς αυξάνεται. Πώς εξηγείται αυτό; Σύμφωνα με τον υπουργό Υγείας, η εξήγηση δεν είναι άλλη από την υψηλή μεταδοτικότητα της «μετάλλαξης Δέλτα». «Αυτό ακριβώς δείχνει πόσο επικίνδυνη είναι η νέα μετάλλαξη», προειδοποιεί ο Γιενς Σπαν.

«Για όποιον δεν έχει εμβολιαστεί η κατάσταση φέτος είναι σαφώς πιο επικίνδυνη απ’ ότι πριν έναν χρόνο. Οι επιλογές που έχουμε δεν είναι να εμβολιαστούμε ή να μην εμβολιαστούμε. Οι επιλογές μας είναι να προστατευθούμε με το εμβόλιο ή να αρρωστήσουμε απροστάτευτοι. Συνιστώ λοιπόν σε όλους να επιλέξουν την προστασία».

Ως πρόσθετο επιχείρημα υπέρ του εμβολιασμού ο υπουργός Υγείας αναφέρει την αυξημένη ευθύνη που, όπως επισημαίνει, επωμίζονται οι μεγαλύτεροι απέναντι στις επόμενες γενιές: «Τους τελευταίους μήνες τα παιδιά και οι νέοι άνθρωποι στερήθηκαν πολλά για να προστατεύσουν τους ηλικιωμένους. Τώρα νομίζω ότι θα πρέπει κι εμείς να εμβολιαστούμε για να προστατεύουμε τα παιδιά έως δώδεκα ετών. Σε τελική ανάλυση είναι θέμα δικαιοσύνης μεταξύ των γενεών».

Υποχρεωτικό πιστοποιητικό εμβολιασμού;

Σε μία νέα προσέγγιση, που εντείνει την πίεση για να εμβολιασθούν και όσοι δεν έχουν προλάβει ή δεν το επιθυμούν, οι συγκυβερνώντες στο Βερολίνο Χριστιανοδημοκράτες και Σοσιαλδημοκράτες συμφώνησαν σε μία αλλαγή της νομοθεσίας, που δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να ρωτάει ευθέως τον εργαζόμενο, εάν έχει εμβολιαστεί. Ωστόσο, αυτό θα ισχύει μόνο για ορισμένα επαγγέλματα, για παράδειγμα για νοσηλευτές, νηπιαγωγούς, εκπαιδευτικούς. Υπάρχει περίπτωση να επεκταθεί το μέτρο και σε άλλους κλάδους;

«Εγώ δύσκολα θα μπορούσα να εξηγήσω στους συγγενείς ότι η μητέρα τους ή η γιαγιά τους πέθανε στο γηροκομείο, επειδή ένας νοσηλευτής δεν είχε εμβολιαστεί και δυστυχώς κανείς δεν το γνώριζε» λέει χαρακτηριστικά ο Γιενς Σπαν.

«Συμφωνήσαμε λοιπόν ότι σε τόσο 'ευαίσθητους' επαγγελματικούς κλάδους ο εργοδότης, στη διάρκεια της πανδημίας, θα ενημερώνεται για το καθεστώς εμβολιασμού, ώστε να μπορεί να οργανώσει αναλόγως το εργασιακό περιβάλλον. Για περαιτέρω μέτρα δεν έχουμε την απαραίτητη κοινοβουλευτική πλειοψηφία επί του παρόντος. Προσωπικά νομίζω πάντως ότι το μέτρο θα μπορούσε να επεκταθεί και αλλού, για παράδειγμα σε μεγάλες αίθουσες γραφείων».