ΓΔ: 907,08 7,66 (0,85 %)

Τζίρος: 81,54 εκατ. €   RT

7ος χρόνος, ημέρα 2023η
Κυριακή, 16 Μαΐου 2021

ΓΔ: 907,08 7,66 (0,85 %)

Τζίρος: 81,54 εκατ. €   RT

«Έτυχε να 'ναι τα χρόνια δίσεκτα»

«Έτυχε να 'ναι τα χρόνια δίσεκτα»

Υπήρξε η μεγαλύτερη τραγωδία της σύγχρονης Ελλάδας, μια κορυφαία καταστροφή. Δεν είναι τυχαίο που οι προετοιμασίες για το μεγάλο αυτό ιστορικό γεγονός (100 χρόνια από τη Μικρασιατική καταστροφή) έχουν ήδη ξεκινήσει και από την πολιτεία και από τα προσφυγικά σωματεία. Η πρώτη έκθεση που αναγγέλθηκε είναι μια μεγάλη έκθεση που ετοιμάζουν το Μουσείο Μπενάκη και το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών το επόμενο έτος. Θα έχει τίτλο «ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ: Λάμψη · Καταστροφή · Ξεριζωμός · Δημιουργία», ενδεικτικό περί του τι θα περιλαμβάνει. 

Η Μικρασιατική καταστροφή, από την οποία θα μας χωρίζει διάστημα ενός αιώνα το 1922, ήταν ένα τραυματικότατο γεγονός όχι μόνο για όσους εγκατέλειψαν κυνηγημένοι τα πατρικά τους χώματα, ματωμένα πλέον, αλλά και συνολικά για την πατρίδα. Οι Έλληνες, που ζούσαν στη Μικρά Ασία και σε άλλα μέρη από τον καιρό των Ιώνων, εκδιώχθηκαν για πάντα από την άλλη πλευρά του Αιγαίου.

Ήταν πανωλεθρία, γράφει στον Νομπελίστα Γιώργο Σεφέρη, ο φίλος του Γιώργος Κατσίμπαλης, για κάτι σχετικό με την παγκόσμια Οικονομία. «Καημένε Γιώργο» του αποκρίνεται ο Σμυρνιός, «εδώ χάθηκε η Σμύρνη»… Πολλά χρόνια μετά, η αίσθηση του χαμένου παραδείσου των Ρωμιών, ήταν κυρίαρχη στη ζωή του. Ο ίδιος γράφει για έναν άνθρωπο που επισκέφθηκε το πατρικό του σπίτι και το βρήκε ρημαγμένο: «παράξενο πώς χαμηλώνουν/ όλα τριγύρω κάθε τόσο/ εδώ διαβαίνουν και θερίζουν/ χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα». Και σε άλλο ποίημα: «Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν./ Έτυχε να’ ναι τα χρόνια δίσεκτα· πόλεμοι, χαλασμοί, ξενιτεμοί»

Ο πήχης για την έκθεση έχει ήδη τεθεί πολύ υψηλά από τους ίδιους τους διοργανωτές. Πολυάριθμοι οργανισμοί, ιδρύματα και ιδιώτες παραχώρησαν  εκθέματα από τις πολύτιμες συλλογές τους. Με τον τρόπο αυτό προβάλλεται το σημαντικό έργο αυτών των φορέων χάρη στο οποίο διασώθηκαν η ιστορία και ο πολιτισμός του μικρασιατικού ελληνισμού. 

Η έκθεση προγραμματίζεται να εγκαινιαστεί τον Σεπτέμβριο του 2022 και θα φιλοξενηθεί στο Μουσείο Μπενάκη / Πειραιώς 138. Φιλοδοξεί να παρουσιάσει μέσα από τρεις μεγάλες ενότητες το χρονικό του ελληνισμού της Μικράς Ασίας κατά την περίοδο της ακμής του πριν τους διωγμούς, τη δραματική περίοδο 1919-1923, καθώς και την περίοδο της εγκατάστασης και ενσωμάτωσής του στην Ελλάδα. Στόχος της πρώτης ενότητας είναι να περιγράψει τη ζωή σε τέσσερις γεωγραφικές περιοχές: την Ιωνία και τα δυτικά παράλια, τον Πόντο, την Καππαδοκία και τα νότια παράλια, και την Ανατολική Θράκη. Η δεύτερη ενότητα εξιστορεί τους διωγμούς, τη μικρασιατική εκστρατεία, την καταστροφή του 1922, το πρώτο κύμα προσφύγων και την ανταλλαγή πληθυσμών. Η τελευταία ενότητα επικεντρώνεται στην εγκατάσταση και την ενσωμάτωση των εκπατρισμένων στην Ελλάδα καθώς και στην επίδραση που η παρουσία τους είχε σε πολλούς τομείς της ελληνικής κοινωνίας. 

Το χρονικό αυτό ξετυλίγεται μέσα από χάρτες, φωτογραφίες, κινηματογραφικό υλικό, έργα τέχνης, εικόνες, εκκλησιαστικά κειμήλια, ενδυμασίες, κοσμήματα, χειροτεχνήματα, προσωπικά αντικείμενα, πολεμικά κειμήλια, εκτεταμένο αρχειακό υλικό, εφημερίδες, επιστολές και κάρτες, και πολλά άλλα τεκμήρια. Αποσπάσματα από προσωπικές μαρτυρίες συμπληρώνουν την αφήγηση του χρονικού.

Τμήμα του επιλόγου της έκθεσης είναι αφιερωμένο στην ίδρυση του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών το 1930 από τη Μέλπω και τον Οκτάβιο Μερλιέ. Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα επιστημονικά ιδρύματα έρευνας της ιστορίας και του πολιτισμού των Μικρασιατών Ελλήνων. Το αρχείο προφορικής ιστορίας του είναι μοναδικό. Συγκροτήθηκε με βάση τις μαρτυρίες περισσοτέρων από 5.000 εκπατρισμένων πρώτης γενιάς, ενώ το Μουσικό Λαογραφικό του Aρχείο περιέχει σπάνιες ηχογραφήσεις, αδημοσίευτα χειρόγραφα και έγγραφα. Η Βιβλιοθήκη και τα πολύτιμα αρχεία, οι πολυάριθμες εκδόσεις και το επιστημονικό Δελτίο του Κέντρου συμβάλλουν καθοριστικά στον διάλογο μεταξύ της ελληνικής και της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας. 

Οι συλλογές του Μουσείου Μπενάκη παρουσιάζουν την καθημερινή και επαγγελματική ζωή και την τέχνη των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, τα Ιστορικά του Αρχεία διασώζουν σημαντικές μαρτυρίες από την πορεία της εκστρατείας και από την εγκατάσταση των προσφύγων, ενώ εκθέματα της Πινακοθήκης Γκίκα τεκμηριώνουν το αποτύπωμα των Μικρασιατών στον πολιτισμό του 20ού αιώνα. Άλλωστε, το Μουσείο Μπενάκη υπήρξε ένα από τα τρία μουσεία που υποδέχθηκαν τα κειμήλια των κοινοτήτων κατά τη μετεγκατάστασή τους στον ελλαδικό χώρο.

Την επιμέλεια της έκθεσης και των δύο εκδόσεων που τη συνοδεύουν έχει η ιστορικός τέχνης Εβίτα Αράπογλου, σε στενή συνεργασία με τον ακαδημαϊκό καθηγητή Πασχάλη Κιτρομηλίδη, διευθυντή του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, και τους ερευνητές του Κέντρου, καθώς και τον επιστημονικό διευθυντή του Μουσείου Μπενάκη Γιώργη Μαγγίνη και τους επιμελητές του Μουσείου. 

Το υπουργείο Πολιτισμού, που έχει αναλάβει να συντονίσει τις εκδηλώσεις, έχει αναγγείλει πως το πρόγραμμα δράσεων και εκδηλώσεων θα είναι τριετές (2022- 2024). Σύμφωνα με την υπουργό Πολιτισμού και Αθλητισμού Λίνα Μενδώνη, το πρόγραμμα «θα έχει εκπαιδευτική, ψυχαγωγική και επιστημονική διάσταση, καθώς θα περιλαμβάνει πολιτιστικές εκδηλώσεις, εκπαιδευτικά προγράμματα, αλλά και επιστημονικές συναντήσεις, με ευρύ περιεχόμενο που θα καλύπτει όλες τις εκφάνσεις της παρουσίας και προσφοράς των προσφύγων στη δημιουργία της σύγχρονης Ελλάδα. Το ΥΠΠΟΑ προετοιμάζεται για τη συμπλήρωση της επετείου των 100 ετών, όχι μόνο από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Άποψή μας είναι ότι πρέπει να αναφερόμαστε στην τριετία -αφετηρία το 2022 ως το τέλος 2024- η οποία είναι συνδεδεμένη άμεσα με την παρουσία του ελληνικού προσφυγικού στοιχείου:  Το 1922 συνέβη η Μικρασιατική Καταστροφή, το 1923 υπεγράφη η Συνθήκη της Λωζάνης, το 1924 ολοκληρώθηκε η έλευση των Ελλήνων, στη Μητροπολιτική Ελλάδα.  Από κει και πέρα ακολουθεί η τεράστια προσφορά τους.»

Θα υπάρξει συνεννόηση με τις δευτεροβάθμιες οργανώσεις των προσφυγικών σωματείων και αρμόδιους επιστημονικούς φορείς και ειδική χρηματοδότηση για τις προτάσεις που θα εγκριθούν. Ο συντονισμός και η επιλογή των προτάσεων θα γίνει από ειδική επιτροπή που θα συγκροτηθεί από εκπροσώπους των αρμοδίων φορέων.