8ος χρόνος, ημέρα 2434η
Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2022

ΕΟΔΥ: Δεν έχει καταγραφεί στην Ελλάδα ύποπτο κρούσμα ευλογιάς των πιθήκων

ΕΟΔΥ: Δεν έχει καταγραφεί στην Ελλάδα ύποπτο κρούσμα ευλογιάς των πιθήκων

Στις αρχές Μαΐου εντοπίστηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο κρούσμα ευλογιάς των πιθήκων σε ταξιδιώτη που είχε επιστρέψει από τη Νιγηρία. Έκτοτε έχουν καταγραφεί περαιτέρω σποραδικά κρούσματα στο Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες (Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία).

Η ευλογιά των πιθήκων είναι σπάνια ιογενής λοίμωξη, η οποία μεταδίδεται κυρίως από άγρια ζώα που απαντώνται σε περιοχές της Δυτικής και Κεντρικής Αφρικής, ενημερώνει σε ανακοίνωσή του ο Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας.

Η μετάδοση από άνθρωπο σε άνθρωπο γίνεται μέσω της επαφής με δερματικές βλάβες/σωματικά υγρά του πάσχοντος ή/και μολυσμένα αντικείμενα, καθώς και μέσω αναπνευστικών σταγονιδίων κατόπιν παρατεταμένης στενής επαφής σε μικρή απόσταση.

Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν πυρετό, πονοκέφαλο, μυαλγίες, οσφυαλγία, λεμφαδενοπάθεια, ρίγος και εξάντληση, ενώ συνήθως εμφανίζεται χαρακτηριστικό εξάνθημα 1 με 5 ημέρες μετά την έναρξη των συμπτωμάτων.

Παρότι δεν υπάρχει ειδική θεραπεία, οι περισσότεροι ασθενείς αναρρώνουν πλήρως σε λίγες εβδομάδες.

Η εμφάνιση κρουσμάτων στο Ηνωμένο Βασίλειο χωρίς ιστορικό ταξιδιού, καθώς και η εμφάνιση σποραδικών κρουσμάτων σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, υποδεικνύουν ότι πιθανόν υπάρχει μετάδοση της νόσου στην κοινότητα.

Τονίζεται ότι, με βάση τα έως τώρα επιδημιολογικά δεδομένα ο κίνδυνος για το γενικό πληθυσμό είναι χαμηλός, καθώς η νόσηση είναι συνήθως ήπια και αυτοπεριοριζόμενη, με μικρή σχετικά μεταδοτικότητα.

Συστήνεται στους πολίτες να ακολουθούν τις οδηγίες των ιατρών τους σε περίπτωση εμφάνισης κάποιου εξανθήματος ή ασυνήθιστης δερματικής βλάβης.

Στη χώρα μας δεν έχει καταγραφεί μέχρι στιγμής κάποιο ύποπτο κρούσμα ευλογιάς των πιθήκων.

Ο Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας είναι σε εγρήγορση και παρακολουθεί στενά την εξέλιξη της εμφάνισης των κρουσμάτων σε συνεργασία με τους ευρωπαϊκούς φορείς Δημόσιας Υγείας, το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων (ECDC) και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO).