7ος χρόνος, ημέρα 2102η
Τρίτη, 3 Αυγούστου 2021

Εκτιμήσεις του «ύψους και του βάθους» για την ελληνική οικονομία λόγω αβεβαιότητας 

Εκτιμήσεις του «ύψους και του βάθους» για την ελληνική οικονομία λόγω αβεβαιότητας 
AP Images

Η μεγάλη αβεβαιότητα οδηγεί σε αντικρουόμενες προβλέψεις για την ελληνική οικονομία. Το πάντα συντηρητικό ΔΝΤ μιλά για ανάπτυξη 3,3% φέτος στην Ελλάδα και 5,4% το 2022, στόχοι αμφότεροι πιο κοντά στις εκτιμήσεις της ελληνικής κυβέρνησης, σε αντίθεση με ξένους οίκους και εγχώρια ιδρύματα που ανεβάζουν σε άλλα επίπεδα τον ρυθμό ανάκαμψης. Χαρακτηριστικό είναι ότι η Capital Economics βλέπει για φέτος ανάπτυξη 8% της ελληνικής οικονομίας και μόλις 2% το 2022.

Τα παραπάνω δείχνουν πόσο εύθραυστες ισορροπίες επικρατούν στην οικονομία και πόσο μια αναταραχή, όπως η μετάλλαξη Δέλτα, μπορεί να ανατρέψει τα δεδομένα. Αντίστοιχα φαινόμενα είχαν εμφανιστεί και κατά το πρώτο τρίμηνο όπου οι αρχικές «μαύρες» προβλέψεις μιλούσαν για διψήφια ύφεση, της τάξης του 10% και πάνω, όταν τελικά έκλεισε στο 2,3%.

Σε κάθε πάντως περίπτωση, το τελευταίο δίμηνο οργανισμοί και οίκοι όπως Ευρωπαϊκή Επιτροπή (4,3% φέτος και 6% το 2022), EBRD (4% φέτος και 5,5% το 2022), η DBRS (5% για φέτος), η BofA, (5,1% φέτος και 3,8% το 2022), Uni Credit (5,5% το 2021 και 3% το 2022), ενώ η HSBS (4,5% φέτος και 5,5% 2022), διατυπώνουν διαφορετικές εκτιμήσεις. Το τελευταίο διάστημα η Ελλάδα ήταν στο επίκεντρο των αναβαθμίσεων, χωρίς όμως να έχει προσμετρηθεί η επίπτωση της «Δέλτα», για αυτό και το υπουργείο Οικονομικών κρατά μικρό καλάθι.

Τα πάντα δείχνουν ότι οι προβλέψεις υπόκεινται σε τεράστια αβεβαιότητα και αρκετά συχνά, με το που ανακοινώνονται, διαπιστώνεται ότι είναι λανθασμένες, ακριβώς επειδή η εξέλιξη της πανδημίας συνεχίζει να προκαλεί εκπλήξεις.

Τι «βλέπει» η Capital Economics

Εκρηκτική ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας που θα αποτυπωθεί με αύξηση του ΑΕΠ κατά 8% αναμένει για το 2021 η Capital Economics στις νέες προβλέψεις της, ενώ η ανάκαμψη θα συνεχιστεί και για την επόμενη διετία αν και με μικρότερους ρυθμούς στο 2% το 2022 και στο 1,3% το 2023.

Ειδικότερα, σε νέα της έκθεση η Capital Economics επισημαίνει ότι η ελληνική οικονομία έχει πληγεί εξαιρετικά έντονα από την πανδημία, αλλά όχι τόσο όσο η ισπανική ή η πορτογαλική.

Όπως αναφέρει η έκθεση, η Ελλάδα πλέον βλέπει μια ισχυρή ανάκαμψη: Αφού κατέγραψε ήδη αύξηση 4,4% στο ΑΕΠ κατά το πρώτο τρίμηνο  οικονομία της αναμένεται να επεκταθεί περαιτέρω το καλοκαίρι.

Σύμφωνα με την Capital, η ελληνική οικονομία δεν πιθανό να ανακτήσει τα προ πανδημίας επίπεδα φέτος, καθώς η τουριστική περίοδος θα είναι αδύναμη, ωστόσο η συνεχής υποστήριξη της ΕΚΤ θα διατηρήσει χαμηλά τις αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων. 

ΔΝΤ: Ανάπτυξη 3,3% φέτος και 5,4% το 2022 

Ρυθμό ανάπτυξης 3,3% για φέτος και 5,4% για το 2022 προβλέπει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην Έκθεσή του για την ελληνική οικονομία στο πλαίσιο του τακτικού ελέγχου που διενεργεί σε όλες τις χώρες μέλη (άρθρο ΙV).

Το ΔΝΤ διαπιστώνει ότι παρά την πανδημία οι μεταρρυθμίσεις συνεχίστηκαν σε αρκετούς τομείς, αν και με βραδύτερο ρυθμό σε σύγκριση με το πρόσφατο παρελθόν. Χαρακτηρίζει την αντίδραση της κυβέρνησης στην πανδημία έγκαιρη και αποτελεσματική, με αποτέλεσμα παρόλο που η ανάκαμψη της δεν είχε ολοκληρωθεί, η οικονομία να εμφανίσει αξιοσημείωτη αντοχή. Σημειώνεται ότι τον Απρίλιο το ΔΝΤ στην Έκθεση του (World Economic Outlook) προέβλεπε ότι φέτος η ελληνική οικονομία θα αναπτυχθεί με ρυθμό 3,8% μετά από την μείωση του ΑΕΠ κατά 8,2% το 2020. Αναγνωρίζει ωστόσο ότι η ελληνική κυβέρνηση εφάρμοσε ένα από τα μεγαλύτερα δημοσιονομικά προγράμματα στην ΕΕ για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας και την ανακούφιση επιχειρήσεων και εργαζομένων που έχουν πληγεί από αυτήν.

Για το Δημόσιο Χρέος το ΔΝΤ εκτιμά ότι μεσοπρόθεσμα θα μειώνεται, αφού φθάσει στο ανώτατο σημείο του το 2021, με αποτέλεσμα το κόστος εξυπηρέτησής του (χρηματοδοτικές ανάγκες) να παραμένουν διαχωρίσιμες. Επομένως για το ΔΝΤ το Δημόσιο Χρέος παραμένει βιώσιμο σε μεσοπρόθεσμη βάση. Ωστόσο οι μεγάλες αβεβαιότητες που επικρατούν δεν επιτρέπουν στο Ταμείο να αποφανθεί για την μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του. Όσον αφορά στη δημοσιονομική επίπτωση των μέτρων που εφαρμόζει η κυβέρνηση για την αντιμετώπιση της κρίσης, το ΔΝΤ προβλέπει για φέτος ότι το πρωτογενές έλλειμμα του Προϋπολογισμού θα φθάσει το 7,2% του ΑΕΠ.

Το ΔΝΤ εκτιμά ότι η χώρα με τη βοήθεια των πόρων που θα εισρεύσουν από το Ταμείο Ανάκαμψης θα εισέλθει σε έναν ενάρετο κύκλο. Η μεγέθυνση της οικονομίας, σε συνδυασμό με την αύξηση της πιστωτικής επέκτασης και τη μείωση της φορολογίας μαζί με την αναβάθμιση τής πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας σε investment grade θα συμβάλλουν μεταξύ άλλων στην περαιτέρω μείωση των κόκκινων δανείων και τη βελτίωση της βιωσιμότητας του Δημοσίου Χρέους.

Όπως επισημαίνει το ΔΝΤ η κυβέρνηση θα πρέπει να χρησιμοποιήσει του πρόσθετου πόρους που θα εισρεύσουν από το Ταμείο Ανάκαμψης προκειμένου να εδραιώσει ένα διατηρήσιμο μίγμα δημοσιονομικής πολιτικής. Οι μειώσεις του συντελεστή φόρου εισοδήματος εταιρειών και των προκαταβολών φόρου αποτελούν μέτρα στη σωστή κατεύθυνση, καθώς ενισχύουν τα επενδυτικά κίνητρα και διατηρούν σταθερή ρευστότητα.

Ωστόσο, όπως αναφέρει το ΔΝΤ, θα πρέπει να δοθεί έμφαση στη βελτίωση του μίγματος των δαπανών που περιλαμβάνονται στον Προϋπολογισμό. Βραχυπρόθεσμα, αυτό συνεπάγεται την αντιμετώπιση των κενών που υπάρχουν στο σύστημα του Εγγυημένου Ελάχιστου Εισοδήματος, ενώ η στήριξη θα πρέπει να στραφεί από τη διατήρηση θέσεων εργασίας σε στοχευμένη στήριξη εισοδήματος και επανένταξης των εργαζομένων.