7ος χρόνος, ημέρα 2060η
Τρίτη, 22 Ιουνίου 2021

Δημόσιοι υπάληλοι μεν, ελεύθεροι πολίτες δε

Δημόσιοι υπάληλοι μεν, ελεύθεροι πολίτες δε

Το έγγραφο της Νομικής Συμβούλου του Υπουργείου Μετανάστευσης προς Διευθύνσεις του Υπουργείου, την Υπηρεσία Ασύλου (ελπίζω να μην είναι αυτό το μυστικό της όλης υπόθεσης) και το Γραφείο του Υπουργού αποτελεί μια λάθος γνωμοδότηση και, άρα, μια κακή στιγμή.

Η βασική του θέση, ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι έχουν, πέραν του καθήκοντος εκτέλεσης των καθηκόντων τους, και καθήκον δικαστικής μαρτυρίας μόνον υπέρ και ποτέ εις βάρος του ελληνικού Δημοσίου, ενδεχομένως καθ' υπέρβαση της πραγματικότητας και της αλήθειας, είναι και παράνομη και μη δημοκρατική.

Το ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν παύουν να είναι, και μάλιστα να είναι πρώτα απ' όλα, ελεύθεροι πολίτες, πηγάζει ευθέως από το Σύνταγμα. Από το άρθρο 2 παρ. 1, που καθιστά το "σεβασμό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου", υποχρέωση, και μάλιστα "πρωταρχική", της Πολιτείας -αναπόσπαστο δε τμήμα της αξίας του καθενός, προς τα έξω αλλά και στα ίδια του τα μάτια, είναι να δίνει μαρτυρία γι' αυτά που γνωρίζει και πιστεύει, κι όχι γι' αυτά που συμφέρουν την υπηρεσία ή την ιεραρχία του.

Από το άρθρο 4 παρ. 1, που θεσπίζει την ισότητα όλων των Ελλήνων ενώπιον του νόμου, μη διαχωρίζοντας τους δημοσίους υπαλλήλους ούτε από τους λοιπούς Έλληνες, ούτε από την υπηρέτηση της αλήθειας ενώπιον της Δικαιοσύνης.

Από το άρθρο 20 παρ. 1, που ορίζει ότι "καθένας", άρα και κάθε δημόσιος υπάλληλος, μπορεί "να αναπτύξει στα δικαστήρια τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει" - και ο νόμος δεν ορίζει πουθενά "κατά παραγγελία μαρτυρία".

Από το άρθρο 103 παρ. 1, που καθιστά τους δημοσίους υπαλλήλους "εκτελεστές της θέλησης του Κράτους" (θέληση σημαίνει επιλογή, όχι παρανομία), "υπηρέτες του λαού" (δηλαδή του δημοσίου συμφέροντος, κομμάτι του οποίου είναι η ορθή απόδοση δικαιοσύνης), "πιστούς στο Σύνταγμα" (που έχει ως θεμέλια και την ελευθερία γνώμης και την αλήθεια περί των γεγονότων).

Αλλά και ο ίδιος ο Υπαλληλικός Κώδικας περιέχει διατάξεις που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση ούτε ως προς το δικαίωμα μαρτυρίας των δημοσίων υπαλλήλων, ούτε ως προς την κατά συνείδηση διατύπωση των μαρτυρικών τους καταθέσεων.

Η εκτέλεση των υπαλληλικών καθηκόντων έχει όριο τη νομιμότητα (άρθρο 25 παρ. 1) και εξαναγκασμός σε ορισμένη γνώμη ή σε σιωπή δεν είναι νόμιμος, παρέχεται δε δικαίωμα έκφρασης αντίρρησης σε κάθε περίπτωση και μη εκτέλεσης, σε περίπτωση πρόδηλης αντισυνταγματικότητας (άρθρο 25 παρ. 3).

Η ελευθερία έκφρασης, ακόμα και για υπηρεσιακά θέματα, επιβεβαιώνεται ρητά (άρθρο 45).

Η μαρτυρία σε δικαστήριο έχει μόνο όριο την τήρηση της εχεμύθειας για θέματα που χαρακτηρίζονται απόρρητα (άρθρα 26 παρ  1), ενώ και για θέματα απόρρητα μπορεί να δοθεί μαρτυρία μετά από άδεια του οικείου Υπουργού (άρθρο 26 παρ. 3) -κάτι που σημαίνει ότι για όλα τα μη απόρρητα θέματα η ελευθερία μαρτυρίας είναι πλήρης.

Την παρανομία του σχολιαζόμενου εγγράφου επιδείνωσαν τρία στοιχεία.

Πρώτον, η έλλειψη οποιασδήποτε αναφοράς σε διατάξεις νόμου που να στηρίζουν την απόφανση ότι ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις πρέπει να δίδονται μόνον υπέρ του ελληνικού Δημοσίου.

Δεύτερον, η αναφορά σε διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος, όταν τέτοιο, ως συνέπεια οποιασδήποτε μαρτυρικής κατάθεσης, δεν προβλέπεται στο νόμο, ούτε στον ποινικό ούτε στον υπαλληλικό.

Και τρίτον, η φράση "έχει παρατηρηθεί η πρόθεση πληρεξουσίων δικηγόρων των αντιδίκων του ελληνικού Δημοσίου να ζητούν (από υπαλλήλους) να καταθέσουν ενόρκως", λες και συνιστά παράπτωμα για τους δικηγόρους να υπερασπίζονται με νόμιμα μέσα τους πελάτες τους και λες και το ελληνικό Δημόσιο έχει λίγα προνόμια, ώστε να πρέπει να του αποδοθεί, και μάλιστα από νομικό του παραστάτη, και το προνόμιο να προφυλάσσεται δια της απόκρουσης της αλήθειας.

Τα συμπεράσματα είναι απλά. Το έγγραφο που βγήκε στην επιφάνεια -και το ότι βγήκε συνιστά επιτυχία, γιατί το ζήτημα είναι θεσμικά σημαντικό- είναι απορριπτέο από κάθε άποψη.

Εκφράζει προσωπικές απόψεις του συγγραφέα του και είναι ασφαλώς εκτός λογικής να ερμηνευθεί ότι αναδεικνύει μια γενικότερη "καθεστωτική αντίληψη". Για να μην μείνει η παραμικρή περί αυτού αμφιβολία -και η μικρή θα ήταν, στο θέμα αυτό, μεγάλη- οφείλουν οι αποδέκτες του να το αποκηρύξουν δημοσίως.

Η κυβέρνηση έχει τη δυνατότητα, αλλά και την ευκαιρία, να δείξει πώς αντιλαμβάνεται τη συμμετοχή των δημοσίων υπαλλήλων στη δημοκρατική ζωή της χώρας.

* Ο Κώστας Μποτόπουλος είναι συνταγματολόγος και πρώην ευρωβουλευτής