Π. Τζεντιλόνι: Χωρίς εποπτεία τα κεφάλαια από το Ταμείο Ανάκαμψης στην Ελλάδα

Χωρίς εποπτεία τα κεφάλαια από το Ταμείο Ανάκαμψης στην Ελλάδα

Διαβεβαιώσεις, σύμφωνα με τις οποίες τα κεφάλαια τα οποία θα διατεθούν στην Ελλάδα μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης δεν θα συνοδεύονται από έξτρα εποπτεία για τη χώρα έδωσε ο κοινοτικός επίτροπος, Πάολο Τζεντιλόνι στο πλαίσιο διαδικτυακής ημερίδας που διοργανώνουν η Κομισιόν και το ΙΟΒΕ. «Σας διαβεβαιώνω ότι θα προσπαθήσουμε να μεγιστοποιήσουμε τις συνέργειες με το υφιστάμενο πρόγραμμα ενσχυμένης εποπτείας προκειμένου να αποφευχθεί έξτρα βάρος για την κυβέρνηση» ανέφερε ο κοινοτικός επίτροπος οικονομικών υποθέσεων έχοντας υπογραμμίσει νωρίτερα πως ευρύτερα για όλες τις χώρες δεν συζητείται η σύνδεση του πακέτου με μακροοικονομικά μέτρα.

Όπως μεταδίδει ο skai.gr, ο κ. Τζεντιλόνι μετέφερε την εκτίμηση πως δεν θα υπάρξει δεύτερο κύμα πανδημίας στην Ε.Ε τονίζοντας όμως πως «η αβεβαιότητα συνεχίζει να πλανάται», γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη να ληφθούν πρόσθετα μέτρα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. «Είναι απαραίτητη η κοινή δράση» σημείωσε λίγες μέρες πριν μια ακόμα Σύνοδο Κορυφής όπου οι ηγέτες θα επιχειρήσουν να γεφυρώσουν τις διαφορές για το πακέτο επιχορηγήσεων και δανείων ύψους 750 δισ. ευρώ. Ο κοινοτικός επίτροπος έκανε λόγο για πρωτοφανές πακέτο στήριξης με πολύ ιδιαίτερα χαρακτηριστικά όπως για παράδειγμα το γεγονός του κοινού δανεισμού των κρατών μελών μέσω της Κομισιόν. «Είναι σημαντικό να υπάρξει συμφωνία ώστε τα κεφάλαια να είναι διαθέσιμα το συντομότερο δυνατό» δήλωσε από την πλευρά του ο υπουργός Οικονομικών, Χρήστος Σταϊκούρας απαριθμώντας τα μέτρα, τα οποία έχει λάβει μέχρι τώρα η κυβέρνηση, συνολικού ύψους 24 δισ. ευρώ . Όπως είπε το ύψος των παρεμβάσεων μπορεί να αυξηθεί.

Στο πλαίσιο των ερωτήσεων, σε μια συζήτηση την οποία συντόνισε ο Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ Νίκος Βέττας, ο Πάολο Τζεντιλόνι τόνισε ότι η συμφωνία για το Ταμείο Ανάκαμψης θα πρέπει να κλείσει «τις επόμενες εβδομάδες και όχι τους επόμενους μήνες» σημειώνοντας ότι το 2021 θα πρέπει να υπάρξει στήριξη από την πλευρά της δημοσιονομικής πολιτικής ώστε η Ευρώπη να μη ρισκάρει μια διπλή κρίση. Στο θέμα της βιωσιμότητας του χρέους των κρατών μελών της Ε.Ε ο κοινοτικός επίτροπος παρείχε διαβεβαιώσεις όχι μόνο στη βάση της πρόσφατης εκπόνησης θετικών αναλύσεων βιωσιμότητας χρέους για όλες τις χώρες της Ε.Ε από την Κομισιόν αλλά παραπέμποντας και στη στάση των αγορών. «Για όλες τις χώρες υπάρχει απρόσκοπτη πρόσβαση στις αγορές» είπε.

Όσον αφορά τους δημοσιονομικούς στόχους και κανόνες στην Ε.Ε το 2021 μετά τη φετινή ενεργοποίηση της γενικής ρήτρας διαφυγής , η συζήτηση όπως προκύπτει από την τοποθέτηση του υπουργού Οικονομικών αναμένεται από τον Σεπτέμβριο. Τότε, όπως είπε ο Χρήστος Σταϊκούρας θα συζητήσουμε όχι μόνο για τους κανόνες αλλά και για τους στόχους , λαμβάνοντας υπόψη ότι η κρίση δεν θα έχει περάσει το 2021. «Όπως όλες οι ευρωπαϊκές χώρες, θα έχουμε κοινούς κανόνες το 2021» πρόσθεσε ο υπουργός Οικονομικών έχοντας υπογραμμίσει νωρίτερα πως η Ελλάδα θα συνεχίσει να εφαρμόζει συνετή δημοσιονομική πολιτική με ενίσχυση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.

Το σχέδιο ανάκαμψης της ΕΕ από τον κορονοϊό είναι το νέο σχέδιο Μάρσαλ, δήλωσε ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ, ESM) Κλάους Ρέγκλινγκ, μιλώντας σε συνέδριο μέσω βιντεοδιάσκεψης με τίτλο: "Μελλοντική Ευρώπη - Βιώσιμη Ευρώπη". Όπως είπε, τα πακέτα μέτρων στήριξης από τους τρεις ευρωπαϊκούς θεσμούς - Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και ESM - είναι περίπου αντίστοιχου μεγέθους με το σχέδιο Μάρσαλ.

Συγκεκριμένα ο Ρέγκλινγκ σημείωσε ότι το αρχικό σχέδιο Μάρσαλ, που χρηματοδοτήθηκε από τις ΗΠΑ, εφαρμόστηκε την περίοδο 1948-1952 και βοήθησε στην αναζωογόνηση της παραγωγής στη Δυτική Ευρώπης μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η βοήθεια που δόθηκε με αυτό σε 16 ευρωπαϊκές χώρες ανερχόταν στο 8%-9% του ΑΕΠ που είχαν το 1950, κυρίως με τη μορφή επιχορηγήσεων, συμβάλλοντας στην πολιτική και οικονομική σταθερότητα στην Ευρώπη καθώς επίσης και στην παρακίνηση της συνεργασίας και ενοποίησής της. Φέτος, πρόσθεσε, η ΕΕ προχωρά σε μέτρα στήριξης ύψους άνω του 1 τρισ. ευρώ, που ισοδυναμούν με σχεδόν το 9% του ΑΕΠ και τα οποία είναι σημαντικά για να αποφευχθεί ένας κατακερματισμός της ενιαίας αγοράς και αποκλίσεις στη νομισματική ένωση.