7ος χρόνος, ημέρα 2226η
Κυριακή, 5 Δεκεμβρίου 2021

Τι βλέπουν επενδυτές, χρηματιστές και κεντρικοί τραπεζίτες για τα κρυπτονομίσματα

Τι βλέπουν επενδυτές, χρηματιστές και κεντρικοί τραπεζίτες για τα κρυπτονομίσματα

Δεν είναι λίγοι αυτοί που εκτιμούν, ότι ο δρόμος των κρυπτονομισμάτων είναι μονόδρομος. Ότι το εισιτήριο που έχουν αγοράσει, είναι χωρίς επιστροφή. Ότι το τέλος του δρόμου οδηγεί στο φεγγάρι, σύμφωνα με την κλασσική έκφραση: «to the moon». Ωστόσο, στο ευρύτερο οικοσύστημα των 8.325 επίσημων κρυπτονομισμάτων, με κεφαλαιοποίηση $2,6 τρισ. και ημερήσιο τζίρο $130 δισ. δεν συμμετέχουν μόνο «επενδυτές». Συμμετέχουν χρηματιστηριακές, επενδυτικές εταιρείες, καθώς και κεντρικές τράπεζες και κυβερνήσεις.

Με δυο λόγια γύρω από το τραπέζι, που παίζεται η παρτίδα των κρυπτονομισμάτων, βρίσκονται διάφοροι «παίκτες». Παίκτες που έχουν διαφορετική άποψη για τα πράγματα, παίκτες που διαθέτουν διαφορετική δύναμη πυρός σε κεφάλαια ή παρέμβαση, παίκτες που έχουν διαφορετικά συμφέροντα, παίκτες που έχουν διαφορετική αντίληψη για τα κέρδη και τους κινδύνους και παίκτες που έχουν τη δυνατότητα να αλλάζουν τους όρους και τους κανόνες του παιχνιδιού.

Οι «παίκτες» χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες. Στους επενδυτές, ιδιώτες και private funds. Στους διαμεσολαβητές, όπως είναι οι χρηματιστηριακές εταιρίες, οι τράπεζες και όσοι προσφέρουν στους πελάτες τους προϊόντα που συνδέονται με τα κρυπτονομίσματα. Και στις κεντρικές τράπεζες και τις κυβερνήσεις.

Τι σκέπτονται οι επενδυτές; Το μόνο που επιθυμούν, είναι να παρακολουθούν τις τιμές των κρυπτονομισμάτων να καλπάζουν. Αν αυτό συμβαίνει, επειδή τα κρυπτονομίσματα γίνονται εν μέρει αποδεκτά από τους συντελεστές του «συστήματος», είναι για αυτούς παντελώς αδιάφορο. Αν οι εξελίξεις στα κρυπτονομίσματα οδηγούν σε ενσωμάτωση στο σύστημα, είναι και αυτό αδιάφορο. Θυσιάζονται τα όνειρα για τα «αποκεντρωμένα και δημοκρατικά πλαίσια» των κρυπτονομισμάτων, στο βωμό των θεωρητικών κερδών. Διότι ο μόνος λόγος που συνεχίζουν την ανοδική τους πορεία τα cryptos, είναι ότι ολοένα και νέοι επενδυτές, τα αγοράζουν.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στα funds, που ήδη έχουν τοποθετηθεί επενδυτικά στα cryptos. Τι περιμένουν; Περιμένουν την ώρα και τη στιγμή, που τα mainstream funds και οι σημαντικοί θεσμικοί επενδυτές που διαχειρίζονται «παθητικά χαρτοφυλάκια», θα αποφασίσουν να ακολουθήσουν την επενδυτική μόδα των κρυπτονομισμάτων.

Φυσικά, στο μυαλό των επενδυτών κυριαρχεί η εντύπωση της έννοιας του «Τoo Big to fail», με την έννοια ότι όσο μεγαλύτερο είναι το οικοσύστημα των cryptos, τόσο πιο δύσκολα θα κινδυνεύσει με κατάρρευση. Ωστόσο, η πρόσφατη χρηματιστηριακή ιστορία με την Lehman Brothers, πιστοποιεί ότι το μέγεθος δεν κάνει τη διαφορά, στις στρεβλώσεις των αγορών.

Τι σκέπτονται οι διαμεσολαβητές; Η σκέψη τους και η συλλογιστική τους είναι απλή και βασίζεται στη λαϊκή σοφία, που λέει ότι «ο πελάτης έχει πάντα δίκιο». Επομένως, οι διαμεσολαβητές προσφέρουν στους πελάτες τους, αυτό που επιθυμούν. Διότι μέσω της εκτέλεσης των επιθυμιών τους, οι διαμεσολαβητές εισπράττουν τις προμήθειες τους. Και σε ορισμένες περιπτώσεις, που οι χρηματιστηριακές, έχουν ενδοιασμούς σχετικά με κρυπτονομίσματα, οι πελάτες τους μέσω πράξεων ακτιβισμού, καταφέρνουν να υπερνικήσουν τις όποιες επιφυλάξεις κι αναστολές.

Αρκετές τράπεζες, δεν επιτρέπουν στους πελάτες τους να επενδύουν μέσα από τις δικές τους πλατφόρμες και μέσα από τα δικά τους χαρτοφυλάκια, σε cryptos. Και πράττουν σοφά. Διότι αφ’ ενός δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την επένδυση σε cryptos με χρηματοικονομικά και τραπεζικά κριτήρια και αφ’ ετέρου διότι τα κεφάλαια των πελατών τους, αποτελούν μια σημαντική πηγή εσόδων, οπότε η έκθεση τους στο ρίσκο των cryptos και στον κίνδυνο των συγκεκριμένων συναλλαγών, μπορεί να οδηγήσει στην εξάχνωση τους. Επίσης, οι τράπεζες αντιμετωπίζουν τα κρυπονομίσματα ως εχθρούς, όσον αφορά τις προμήθειες που εισπράττουν μέσω των συστημάτων πληρωμών και εκκαθαρίσεων συναλλαγών, καθώς και μέσω των ηλεκτρονικών μεταφορών κεφαλαίων.

Τι σκέπτονται οι κεντρικές τράπεζες και οι κυβερνήσεις; Αμφότερες οι πλευρές εστιάζουν όχι μόνο στο μονοπώλιο της έκδοσης χρήματος και άσκησης νομισματική πολιτικής, αλλά και στους κινδύνους που εγκυμονεί η εκρηκτική εισροή κεφαλαίων στα cryptos. Και είναι λογικό. Το ύψος της «αξίας» των κρυπτονομισμάτων, ο μεγάλος αριθμός συμμετεχόντων στη συναρπαστική αγορά των cryptos, η διείσδυση τους σε επενδυτικές κατηγορίες νεαρής ηλικίας και ελάχιστης εμπειρίας, η μεταβλητότητα των τιμών τους, καθώς και η απουσία οποιασδήποτε εγγενούς αξίας, έχουν προσδώσει στον κίνδυνο από τα cryptos, έναν συστημικό χαρακτήρα.

Στον ακόλουθο πίνακα απεικονίζονται οι είκοσι χώρες με τη μεγαλύτερη πληθυσμιακή συμμετοχή σε κρυπτονομίσματα.

Στον ακόλουθο πίνακα απεικονίζονται οι είκοσι χώρες με τη μεγαλύτερη ποσοστιαία πληθυσμιακή συμμετοχή σε κρυπτονομίσματα.

Ας σημειωθεί ότι στη λίστα συμμετέχει και η χώρα μας με 194.860 επενδυτές, όταν την ίδια στιγμή, το σύνολο των επενδυτικών μερίδων πελατών με χαρτοφυλάκια στο Χρηματιστήριο Αθηνών ανέρχονται στους 506.202 και το σύνολο των ενεργών κωδικών είναι μικρότερο των 25.000.

Οι κυβερνήσεις εστιάζουν περισσότερο στις δυνατότητες που προσφέρουν τα κρυπτονομίσματα στους χρήστες, να κινούνται κάτω από το ραντάρ των ρυθμιστικών, των κανονιστικών, των ελεγκτικών και κατασταλτικών αρχών, να φοροδιαφεύγουν, να εμπλέκονται σε εγκλήματα ψηφιακής φύσεως ή κυβερνοεπιθέσεων και να ξεπλένουν χρήματα από παράνομες δραστηριότητες, όπως είναι τα το λαθρεμπόριο ναρκωτικών, όπλων κ.α. Και αναζητούν τρόπους για την αποτροπή αυτών των φαινόμενων.

Οι κεντρικές τράπεζες εστιάζουν στους κινδύνους σχετικά με τα παγκόσμια νομίσματα και το σύστημα των διεθνών ηλεκτρονικών και ψηφιακών συναλλαγών. Η κυριαρχία των παγκόσμιων νομισμάτων δεν κινδυνεύει. Τα κρυπτονομίσματα δεν έχουν καταφέρει μέχρι σήμερα να ενταχθούν στις διαδικασίες της πραγματικής οικονομίας και των καθημερινών συναλλαγών ανάμεσα σε επιχειρήσεις και καταναλωτές. Και δεν το έχουν καταφέρει λόγω της υψηλής μεταβλητότητας στην αντιστοιχία των cryptos με το αμερικανικό δολάριο και της σχέσης μετατροπής τους σε πραγματικό χρήμα. Πουθενά στη διεθνή εφοδιαστική αλυσίδα, δεν υπάρχει σημαντική και ευμεγέθης εμπορική συναλλαγή και εκκαθάριση σε κρυπτονομίσματα. Και αυτό δείχνει πολλά.

Οι κεντρικές τράπεζες

Ωστόσο, ο κίνδυνος των κρυπτονομισμάτων και οι ψηφιακές εξελίξεις στον χώρο των ηλεκτρονικών πληρωμών, έχουν οδηγήσει τις κεντρικές τράπεζες στην απόφαση και στον σχεδιασμό της έκδοσης των δικών τους ψηφιακών νομισμάτων. Και παρ’ όλο που υπάρχουν διαδικαστικές δυσκολίες, το εγχείρημα θα ολοκληρωθεί σύντομα.

Μάλιστα στο στόχαστρο της Fed, αλλά και του ευρύτερου τραπεζικού συστήματος, δεν έχουν μπει τόσο τα cryptos, που έχουν μια «αξία» που δεν μπορεί να προσδιορισθεί, όσο τα stablecoins. Δηλαδή τα ψηφιακά νομίσματα που είναι συνδεδεμένα με πραγματικά περιουσιακά στοιχεία, όπως για παράδειγμα είναι ο χρυσός και το δολάριο. Η διαφορά των stablecoins από τα cryptos, είναι ότι χρησιμοποιούνται σε πραγματικές συναλλαγές. Και λόγω αυτού του γεγονότος, αποτελούν ένα αληθινό κίνδυνο για τα κλασσικά τραπεζικά νομίσματα.

Πέρα από τα «σταθερά χαρακτηριστικά» των stablecoins, που τα τοποθετούν στην ίδια μοίρα με το τραπεζικό χρήμα, υπάρχει ένα ακόμα στοιχείο που προβληματίζει τους τραπεζίτες. Και αυτό δεν είναι άλλο από τις μηδενικές προμήθειες που καταβάλλονται για συναλλαγές με stablecoins, την ίδια στιγμή που οι συναλλαγές μέσω των πάγιων τραπεζικών καναλιών και μεθόδων κοστίζουν από 1,5% έως 2,5%. Και αυτό είναι ένα σημείο που αποτελεί κτύπημα κάτω από τη μέση για το τραπεζικό σύστημα.

Ανακεφαλαιώνοντας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι επενδυτές αναζητούν υπεραξίες, οι διαμεσολαβητές προσβλέπουν σε προμήθειες και οι κυβερνήσεις μαζί με τις κεντρικές τράπεζες αποσκοπούν στην ευστάθεια του συστήματος. Όπως φαίνεται, κάποιοι από αυτούς θα χάσουν και κάποιοι θα κερδίσουν. Ας φροντίσουμε να είμαστε στη σωστή πλευρά της ιστορίας.

Αποποίηση Ευθύνης
Το υλικό αυτό παρέχεται για πληροφοριακούς και μόνο σκοπούς. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να εκληφθεί ως προσφορά, συμβουλή ή προτροπή για την αγορά ή πώληση των αναφερόμενων προϊόντων. Παρόλο που οι πληροφορίες που περιέχονται βασίζονται σε πηγές που θεωρούνται αξιόπιστες, ουδεμία διασφάλιση δίνεται ότι είναι πλήρεις ή ακριβείς και δεν θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.