7ος χρόνος, ημέρα 2097η
Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2021

Χρηματιστήριο Αθηνών: Η «έκρηξη Δέλτα» εξαχνώνει τις θετικές οικονομικές εξελίξεις

Χρηματιστήριο Αθηνών: Η «έκρηξη Δέλτα» εξαχνώνει τις θετικές οικονομικές εξελίξεις

Οι συζητήσεις στα χρηματιστηριακά γραφεία μεταξύ των αναλυτών και των διαχειριστών, αλλά και οι συζητήσεις ανάμεσα στους χρηματιστές και τους πελάτες τους, επικεντρώνονται ολοένα και περισσότερο στα υγειονομικά δεδομένα και όχι στις οικονομικές εξελίξεις. Οι ομολογουμένως θετικότατες οικονομικές ειδήσεις χάνουν την λάμψη τους καθώς το θολό χρώμα της πανδημίας δείχνει να καλύπτει τα πάντα. Από το Τόκιο μέχρι τη Μύκονο και από το Ισραήλ μέχρι την Κούβα, η λέξη «μετάλλαξη» κυριαρχεί στη σκέψη όλων.

Η χθεσινή ημέρα ξεκίνησε με τα δυσάρεστα νέα που ήρθαν από τις ασιατικές αγορές, όταν και επιβεβαιώθηκαν τα πρώτα κρούσματα κορονοϊού στο Ολυμπιακό χωριό του Τόκιο. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες ξεκινούν την ερχόμενη Παρασκευή στην Ιαπωνία, χώρα στην οποία παρουσιάζεται αλματώδης αύξηση των κρουσμάτων από τη μετάλλαξη Δέλτα.

Ακολούθησε η έκθεση της Deutsche Bank, σύμφωνα με την οποία, οι χώρες του ευρωπαϊκού Νότου και συγκεκριμένα η Ισπανία, η Ελλάδα και η Πορτογαλία, που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τον τουρισμό βρίσκονται αντιμέτωπες και με τα μεγαλύτερα προβλήματα λόγω της μετάλλαξης Δέλτα του covid.

Και το κερασάκι στην τούρτα το έβαλε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το οποίο στην έκθεση του για την Ευρώπη, επισημαίνει ότι ο δείκτης Δάνεια / Ίδια Κεφάλαια για τις ελληνικές επιχειρήσεις στο τέλος του 2020 είχε φτάσει στο 81, από 70 που ήταν στο τέλος του 2010.

Η επιβάρυνση των λογιστικών καταστάσεων των επιχειρήσεων είναι η μια όψη του νομίσματος. Η άλλη όψη του νομίσματος, είναι ότι οι ζημιές του ιδιωτικού τομέα από το σοκ του COVID-19, μετακυλίστηκαν σε μεγάλο βαθμό στον δημόσιο τομέα. Σαν αποτέλεσμα οι κυβερνήσεις αύξησαν τον δανεισμό τους, για να χρηματοδοτήσουν μια σειρά προγραμμάτων στήριξης των επιχειρήσεων. Και αυτό οδήγησε στην επιβάρυνση των δεικτών δημοσίου χρέους ως προς το ΑΕΠ, που σε αντίθεση με τον κρατικό δανεισμό, υποχώρησε αισθητά.

Η παράταση της υγειονομικής κρίσης, αν και πιθανότατα δεν θα οδηγήσει σε ένα νέο γενικευμένο lockdown, ίσως να δημιουργήσει πρόβλημα στην εξυπηρέτηση των ενεργών δανείων, των ρυθμισμένων δανείων και των δανείων που ήταν σε moratorium. Ίσως να οδηγήσει την κυβέρνηση στη λήψη νέων μέτρων ενίσχυσης και στήριξης, που ενδεχομένως να επιβαρύνουν έτι περαιτέρω τα δημόσια οικονομικά.

Στις 28 Ιουνίου, στο άρθρο με τίτλο «Χρηματιστήριο Αθηνών: Τι είναι πιο κοντά; Οι 1.000 ή οι 800 μονάδες;» είχαμε αναφέρει τα επιχειρήματα τόσο των long, όσο και των short της αγοράς. Τελικά επικράτησε ο λογική των short, οι οποίοι πιστεύουν:

- ότι η αύξηση του ΑΕΠ, δεν θα είναι η αναμενόμενη κυρίως λόγω της υστέρησης του τουρισμού,

- ότι η υστέρηση του ΑΕΠ, που συνοδεύεται από υπέρβαση των «δαπανών στήριξης» της οικονομίας, θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε ένα έλλειμμα μεγαλύτερο του αναμενόμενου και

- ότι μετά την ολοκλήρωση των ΑΜΚ τόσο της Τράπεζας Πειραιώς, όσο και της Alpha Bank, θα φανεί ότι δεν θα έχουν καλυφθεί πλήρως οι κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών, ότι τα κόκκινα δάνεια από την πανδημία θα είναι υψηλότερα από τα αναμενόμενα και ότι το σχέδιο «Ηρακλής», έχει ξεπεραστεί ήδη από την πραγματικότητα.

Έτσι, ενώ πριν από τρεις εβδομάδες, ο χρηματιστηριακός τεχνικός στόχος ήταν η απομάκρυνση από τη ζώνη των 900 μονάδων και η πορεία προς τις 1.000 του Γενικού Δείκτη, σήμερα ο Γενικός Δείκτης αγωνίζεται να διατηρηθεί πάνω από τις 830 μονάδες.

Είναι σίγουρο ότι τα χαρτοφυλάκια που στηρίζονται σε καλές μετοχές θα δικαιωθούν για την επιλογή τους να παραμένουν στις τοποθετήσεις τους. Ωστόσο, το εύκολο γλίστρημα που ακολούθησε την καθοδική διάσπαση του επιπέδου των 900-910 μονάδων, προβληματίζει την επενδυτική κοινότητα του Χρηματιστηρίου Αθηνών.

Αποποίηση Ευθύνης
Το υλικό αυτό παρέχεται για πληροφοριακούς και μόνο σκοπούς. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να εκληφθεί ως προσφορά, συμβουλή ή προτροπή για την αγορά ή πώληση των αναφερόμενων προϊόντων. Παρόλο που οι πληροφορίες που περιέχονται βασίζονται σε πηγές που θεωρούνται αξιόπιστες, ουδεμία διασφάλιση δίνεται ότι είναι πλήρεις ή ακριβείς και δεν θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.