Η Apple επιχειρεί να ενισχύσει τη θέση της στην κούρσα της Τεχνητής Νοημοσύνης, με τις ανακοινώσεις του συνεδρίου WWDC 2026 να οδηγούν αρκετούς μεγάλους επενδυτικούς οίκους σε αναθεώρηση των εκτιμήσεών τους για τη μετοχή και τις μακροπρόθεσμες προοπτικές της εταιρείας.
Κεντρικό σημείο των ανακοινώσεων αποτέλεσε η νέα γενιά του ψηφιακού βοηθού Siri, η οποία αναμένεται να κυκλοφορήσει στις Ηνωμένες Πολιτείες το φθινόπωρο του 2026. Η νέα έκδοση, με την ονομασία Siri AI, βασίζεται σε αναβαθμισμένη αρχιτεκτονική που αξιοποιεί τα νέα Apple Foundation Models, τα οποία αναπτύχθηκαν σε συνεργασία με το Gemini της Google.
Η Siri AI θα διαθέτει σημαντικά βελτιωμένες δυνατότητες κατανόησης προσωπικού περιβάλλοντος, γνώσης πληροφοριών, αλληλεπίδρασης με εφαρμογές και αναγνώρισης περιεχομένου στην οθόνη της συσκευής. Ωστόσο, η αρχική διάθεσή της θα περιοριστεί στην αγγλική γλώσσα και δεν θα είναι διαθέσιμη σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ούτε στην Κίνα.
Η JPMorgan διατήρησε τη σύσταση «Overweight» για τη μετοχή της Apple και τιμή-στόχο τα 325 δολάρια, εκτιμώντας ότι η πραγματική διαφοροποίηση της νέας πλατφόρμας AI θα προέλθει από την ενσωμάτωση των δυνατοτήτων της σε εγγενείς και τρίτες εφαρμογές. Η αμερικανική τράπεζα θεωρεί ότι η κυκλοφορία της νέας Siri λίγο πριν από την εορταστική περίοδο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης για τις πωλήσεις συσκευών και υπηρεσιών.
Παράλληλα, η Apple παρουσίασε ένα πιθανό μοντέλο εμπορικής αξιοποίησης της Τεχνητής Νοημοσύνης μέσω υπηρεσιών που απαιτούν υπολογιστική ισχύ από διακομιστές, όπως η δημιουργία εικόνων. Οι βασικές λειτουργίες θα υπόκεινται σε ημερήσια όρια χρήσης, ενώ υψηλότερα επίπεδα πρόσβασης θα ενσωματωθούν στα πακέτα iCloud+, δημιουργώντας νέες πηγές εσόδων για τον τομέα υπηρεσιών της εταιρείας.
Ακόμη πιο αισιόδοξη εμφανίστηκε η Morgan Stanley, η οποία αύξησε την τιμή-στόχο της μετοχής στα 360 δολάρια από 330 δολάρια, διατηρώντας επίσης σύσταση «Overweight». Ο αναλυτής Έρικ Γούντρινγκ επικαλέστηκε το βελτιωμένο προϊόντικό πλάνο της εταιρείας, τις νέες δυνατότητες του Apple Intelligence και την πιο ξεκάθαρη προοπτική δημιουργίας εσόδων από την Τεχνητή Νοημοσύνη.
Η Morgan Stanley αναβάθμισε παράλληλα την πρόβλεψή της για τα κέρδη ανά μετοχή της Apple το οικονομικό έτος 2027 στα 10,30 δολάρια, ενώ εκτιμά ότι τρεις βασικοί καταλύτες θα επηρεάσουν την πορεία της μετοχής: τα οικονομικά αποτελέσματα του καλοκαιριού, η παρουσίαση της σειράς iPhone 18 μαζί με το πρώτο αναδιπλούμενο iPhone τον Σεπτέμβριο και η πλήρης επανεκκίνηση της πλατφόρμας Apple Intelligence το φθινόπωρο του 2026.
Αντίθετα, η Jefferies διατήρησε ουδέτερη στάση απέναντι στη μετοχή, επαναλαμβάνοντας τη σύσταση «Hold» και τιμή-στόχο τα 299,88 δολάρια. Η επενδυτική τράπεζα χαρακτήρισε τις νέες λειτουργίες τεχνητής νοημοσύνης περισσότερο εξελικτικές παρά επαναστατικές, επισημαίνοντας ότι η Apple συνεχίζει να ακολουθεί στρατηγική σταδιακής ενσωμάτωσης της AI στις υπάρχουσες συσκευές και υπηρεσίες της.
Οι αναλυτές της Jefferies θεωρούν ότι η έμφαση που δίνει η Apple στην επεξεργασία δεδομένων απευθείας στη συσκευή για λόγους προστασίας της ιδιωτικότητας αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα, ωστόσο εκτιμούν ότι η περιορισμένη πρόσβαση της Siri σε δεδομένα εφαρμογών τρίτων κατασκευαστών εξακολουθεί να περιορίζει τις δυνατότητές της.
Παράλληλα, η Jefferies εντοπίζει νέες προκλήσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα της Apple, καθώς η αυξανόμενη ζήτηση εξαρτημάτων από μεγάλους παρόχους υπολογιστικών υποδομών και τεχνητής νοημοσύνης ενδέχεται να δημιουργήσει πιέσεις στην παραγωγή.
Στο πλαίσιο του WWDC 2026, η Apple παρουσίασε επίσης το Xcode 27, το οποίο ενσωματώνει εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης από τις Anthropic, Google και OpenAI. Οι νέες δυνατότητες περιλαμβάνουν διαδραστικό σχεδιασμό ανάπτυξης λογισμικού, έλεγχο κώδικα και πολυεπίπεδη επικοινωνία με τον προγραμματιστή, ενισχύοντας σημαντικά το οικοσύστημα ανάπτυξης εφαρμογών της εταιρείας.
Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις των αναλυτών, η γενική εικόνα που διαμορφώνεται μετά το WWDC είναι ότι η Apple επιχειρεί να μετατρέψει την τεχνητή νοημοσύνη από τεχνολογικό χαρακτηριστικό σε νέα πηγή εσόδων, με την αγορά να παρακολουθεί πλέον στενά το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης και την ανταπόκριση των καταναλωτών στις νέες υπηρεσίες.
