Οποιοσδήποτε καλόπιστος παρατηρητής, κοιτάζοντας την Ελλάδα του σήμερα, αντιλαμβάνεται μια αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα: ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει μεταμορφώσει πλήρως την ελληνική οικονομία. Έχει φέρει στη χώρα τη σταθερότητα, η οποία δεν είναι απλώς μια λέξη, αλλά η απόλυτη προϋπόθεση για την ανάπτυξη και την αναβάθμιση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών.
Αυτό δεν είναι ένα συμπέρασμα που βγάζουν μόνο υποστηρικτές της κυβέρνησης. Με τον πιο επίσημο τρόπο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρόσφατα αφαίρεσε την Ελλάδα, για πρώτη φορά, από τις οικονομίες με μακροοικονομικές ανισορροπίας, που πρέπει να επιτηρούνται στενότερα. Δεν υπάρχει ισχυρότερη επιβεβαίωση της επιτυχίας της οικονομικής πολιτικής του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Από τα σκοτεινά χρόνια της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, τις κλειστές τράπεζες, τα capital controls και την υπερφορολόγηση της μεσαίας τάξης, περάσαμε στην Ελλάδα της Επενδυτικής Βαθμίδας. Μέσα από ένα περιβάλλον πρωτοφανών παγκόσμιων κρίσεων, η κυβέρνηση μείωσε πάνω από 80 φόρους, έφερε «κολοσσούς» όπως η Microsoft και η Pfizer για επενδύσεις, ψηφιοποίησε το κράτος με το gov.gr και πέτυχε τη μεγαλύτερη μείωση δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ παγκοσμίως.
Αυτή η εικόνα της ισχυρής και σοβαρής Ελλάδας θα αποτελέσει και το μεγάλο δίλημμα των επόμενων εκλογών: Θέλουν οι ψηφοφόροι τη συνέχεια της σταθερότητας, την ανάπτυξη και τη σύγκλιση με την Ευρώπη, ή θα κάνουν επιλογές που θα οδηγήσουν ξανά τη χώρα σε επικίνδυνες περιπέτειες;
Η «αφύπνιση» και η εκκωφαντική σιωπή
Σε αυτό ακριβώς το ιστορικό πλαίσιο, οφείλουμε να δούμε με ψυχραιμία πώς κινούνται το τελευταίο διάστημα δύο πρώην πρωθυπουργοί και ιστορικοί ηγέτες της Νέας Δημοκρατίας, ο Αντώνης Σαμαράς και ο Κώστας Καραμανλής. Το ερώτημα που προκύπτει αβίαστα στους πολίτες της κεντροδεξιάς παράταξης είναι προφανές: Πώς, άραγε, απαντούν οι ίδιοι σε αυτό το ιστορικό δίλημμα;
Γιατί ξαφνικά έχουν «αφυπνισθεί» και στρέφονται με τόση σφοδρότητα κατά του Κυριάκου Μητσοτάκη, ενώ για ολόκληρα χρόνια, στις πιο κρίσιμες στιγμές για τον τόπο, επέλεγαν να παραμένουν απολύτως σιωπηλοί;
- Παρέμεναν σιωπηλοί όταν ο ΣΥΡΙΖΑ οδηγούσε τη χώρα ένα βήμα πριν τη χρεοκοπία και την οριστική έξοδο από το ευρώ, φορτώνοντάς μας ένα αχρείαστο, τρίτο μνημόνιο.
- Έμειναν σιωπηλοί όταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης υλοποιούσε τεράστιες, γενναίες μεταρρυθμίσεις που έφεραν ορατά αποτελέσματα στην οικονομία, αποφεύγοντας συστηματικά να τον υποστηρίξουν δημόσια ή να πιστωθούν, ως πρώην ηγέτες της ίδιας παράταξης, την εθνική επιτυχία.
- Ειδικότερα ο Κώστας Καραμανλής, παρέμεινε ανεξήγητα σιωπηλός απέναντι στην υπογραφή της επιζήμιας Συμφωνίας των Πρεσπών. Ακόμη χειρότερα, έμεινε σιωπηλός απέναντι στη μεθοδευμένη προσπάθεια κατάλυσης του κράτους δικαίου με το κατασκευασμένο σκάνδαλο Novartis, όπου στοχοποιήθηκαν πολιτικοί του αντίπαλοι (μεταξύ των οποίων και ο Α. Σαμαράς) από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.
Προσωπικές φιλοδοξίες ή το καλό του τόπου;
Γιατί, λοιπόν, τώρα έχουν γίνει αίφνης σκληροί επικριτές του Μητσοτάκη και της πολιτικής του, εν μέσω μάλιστα έντονης σεναριολογίας για τη δημιουργία νέου κόμματος, μιας ξεκάθαρα διασπαστικής κίνησης στον χώρο της Νέας Δημοκρατίας;
Οι δύο ηγέτες, με τη μεγάλη επιρροή και τον αδιαμφισβήτητο ιστορικό ρόλο που έχουν διαδραματίσει στην παράταξη, τι επιδιώκουν πραγματικά με τη σημερινή τους στάση;
- Επιθυμούν να δώσουν οι ψηφοφόροι στις επόμενες εκλογές την απάντηση που θα οδηγήσει τη χώρα μπροστά, επιβραβεύοντας τη σταθερότητα, ή απλώς θέλουν να εξυπηρετήσουν τις προσωπικές τους πολιτικές φιλοδοξίες και πικρίες, ακόμη και αν αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα θα μπει σε μια νέα, σκοτεινή περιπέτεια; Στην πολιτική, η υστεροφημία δεν κρίνεται μόνο από τα έργα της θητείας σου, αλλά και από το πώς προστατεύεις την πατρίδα και την παράταξη όταν παραδίδεις τη σκυτάλη.
Γιατί ο Μητσοτάκης είναι αναντικατάστατος
Σε μια εποχή τεκτονικών παγκόσμιων αλλαγών, η απάντηση στα διλήμματα που τεχνητά στήνονται είναι μία: Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι απολύτως αναντικατάστατος.
Ειδικά στο σημερινό διεθνές περιβάλλον, όπου οι γεωπολιτικές κρίσεις επηρεάζουν καταλυτικά την οικονομία - με τα μέτωπα στην Ουκρανία, τη Γάζα και το Ιράν να παραμένουν ανοιχτά - η Ευρώπη τίθεται σε μια πρωτοφανή δοκιμασία αντοχής. Σε αυτή την παγκόσμια δίνη, το σημαντικότερο ίσως πλεονέκτημα για την Ελλάδα είναι ότι κρατά το πηδάλιο της χώρας ένας πρωθυπουργός με αποδεδειγμένη επιτυχία στην οικονομία και με αδιαμφισβήτητη διεθνή αναγνώριση του ρόλου του.
Δεν πρόκειται για σχήμα λόγου. Είναι πολιτική πραγματικότητα. Είναι ο ηγέτης που δοκιμάστηκε στα δύσκολα - στις κρίσεις του Έβρου, της πανδημίας, της ενεργειακής θύελλας - και όχι μόνο δεν έκανε μισό βήμα πίσω στο μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα, αλλά εδραίωσε τη σταθερότητα της οικονομίας και αποκατέστησε πλήρως το κύρος της χώρας στο εξωτερικό.
Είναι ο άνθρωπος που γεφυρώνει το όραμα με την εκτέλεση, διαθέτοντας τη στρατηγική σκέψη, τη διαχειριστική επάρκεια και τη διεθνή αξιοπιστία που απαιτεί η εποχή. Η Ελλάδα σήμερα δεν έχει την παραμικρή πολυτέλεια για πισωγυρίσματα, εσωστρέφεια και νέους πειραματισμούς από «μαθητευόμενους μάγους», είτε αυτοί προέρχονται από την παραδοσιακή αντιπολίτευση, είτε εμφανίζονται ως όψιμοι, εσωκομματικοί επικριτές.
Το σχέδιο για την επόμενη μέρα απαιτεί πολιτικό χρόνο και ισχυρή εντολή για να ολοκληρωθεί. Ο δρόμος που έχει χαράξει η ΝΔ είναι δρόμος εθνικής ευθύνης. Και σε αυτόν τον δρόμο οφείλουμε να προχωρήσουμε σταθερά και τολμηρά, αφήνοντας τις σκιές και τις προσωπικές πικρίες του χθες οριστικά πίσω μας.
* Ο Γρηγόρης Σαμπάνης είναι Οικονομολόγος, πρώην στέλεχος τραπεζών.
