ΕΚΤ: Η πρώτη αύξηση επιτοκίων από το 2023 και το νέο παγκόσμιο σκηνικό

ΕΚΤ: Η πρώτη αύξηση επιτοκίων από το 2023 και το νέο παγκόσμιο σκηνικό

Ανατροπή σκηνικού σημειώνεται σε ό,τι αφορά τις προσδοκίες για το κόστος του χρήματος, καθώς απομακρύνεται το σενάριο ταχείας αποκλιμάκωσης της έντασης στη Μέση Ανατολή. Στην Ευρώπη ανοίγει αυτή την Πέμπτη ένας νέος κύκλος σύσφιξης της νομισματικής πολιτικής, ενώ στις ΗΠΑ η ανθεκτικότητα της αγοράς εργασίας κάνει τους αναλυτές να μεταθέτουν τις όποιες μειώσεις επιτοκίων για το 2027. 

Είναι τόσο σύνθετο το παγκόσμιο σκηνικό που οι μεγαλύτερες κεντρικές τράπεζες αναγκάζονται να εξετάζουν διάφορα σενάρια κρίσης, σε ένα άτυπο stress test επιτοκίων, με το πιθανότερο αποτέλεσμα να είναι η «κανονικοποίηση της αβεβαιότητας» και η αυξημένη ευελιξία σε θέματα νομισματικής πολιτικής.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Στην Ευρώπη, ειλημμένη είναι η απόφαση της Κριστίν Λαγκάρντ και των μελών του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ να αυξήσουν τα επιτόκια κατά 25 μονάδες βάσης αυτή την εβδομάδα. Πρόκειται για αντίδραση στην επιτάχυνση του πληθωρισμού στο 3,2% τον Μάιο και στην ευρύτερη ακρίβεια που συρρικνώνει το διαθέσιμο εισόδημα των Ευρωπαίων. 

Μήπως, λοιπόν, βρισκόμαστε στην αρχή ενός νέου παγκόσμιου κύκλου νομισματικής σύσφιξης, ο οποίος αυτή τη φορά θα οδηγήσει σε ύφεση, έτσι ώστε να υποχωρήσει δραστικά η ζήτηση για αγαθά και υπηρεσίες και να πέσουν οι τιμές; 

Να θυμίσουμε ότι η τελευταία φορά που η Λαγκάρντ ανακοίνωσε αύξηση επιτοκίων ήταν τον Σεπτέμβριο του 2023, όταν το βασικό επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων έφτασε στο ιστορικό υψηλό του 4%, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η απειλή του πληθωρισμού. 

Ήταν η 10η διαδοχική αύξηση καθώς κυρίως ο δομικός πληθωρισμός, που καταγράφει τις αυξήσεις στις τιμές πέρα από την ενέργεια και τα τρόφιμα, παρέμενε επίμονα υψηλός την ώρα που οι μισθολογικές πιέσεις ενισχύονταν και η οικονομία επιβράδυνε. Είχε προηγηθεί η σταδιακή άνοδος του πληθωρισμού από το 3% τον Αύγουστο του 2021 στο 10,6% τον Οκτώβριο του 2022.

Τότε, η ΕΚΤ δέχθηκε σφοδρή κριτική ότι καθυστέρησε να αντιδράσει και ότι για πολλούς μήνες υποτίμησε το μέγεθος της κρίσης, θεωρώντας την έκρηξη του πληθωρισμού «παροδική». Τώρα, λοιπόν, που είναι σαφές – μετά τις διαδοχικές κρίσεις των τελευταίων ετών – ότι η Ευρωζώνη είναι πολύ εκτεθειμένη στο ενεργειακό κόστος, η πεποίθηση που κυριαρχεί στη Φρανκφούρτη είναι ότι οι προληπτικές αυξήσεις ή μειώσεις επιτοκίων αποτελούν μονόδρομο. 

Η κίνηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, σε συνδυασμό με προβλέψεις όπως της JPMorgan που κάνουν λόγο για άνοδο του δομικού πληθωρισμού πάνω από το 3%, ανοίγει νέα συζήτηση για το μέλλον του χρήματος. 

Την ίδια ώρα, βλέπουμε τα χρηματιστήρια να μην πανικοβάλλονται, ποντάροντας ενδεχομένως στο σενάριο που θέλει τις τιμές του πετρελαίου να αποκλιμακώνονται προσεχώς, τα Στενά του Ορμούζ να ανοίγουν και την παγκόσμια οικονομία να επιβραδύνει αλλά όχι επικίνδυνα. Μία τέτοια συνθήκη θα περιόριζε τις αυξήσεις επιτοκίων από τις μεγαλύτερες κεντρικές τράπεζες και θα αναθέρμανε τις ελπίδες ακόμα και για μειώσεις επιτοκίων. 

Ποιος όμως μπορεί να βασιστεί πραγματικά σε ένα τέτοιο σενάριο όταν οι διαπραγματεύσεις για τερματισμό του πολέμου στον Περσικό Κόλπο καταλήγουν συνεχώς σε αδιέξοδο; Είδαμε, για παράδειγμα, τη νέα κλιμάκωση της έντασης τις τελευταίες ημέρες και τις νέες πυραυλικές επιθέσεις που έστειλαν το Brent προς τα 100 δολάρια και πυροδότησαν ένα επικίνδυνο sell-off για τους δείκτες της Wall Street.

Το δίλημμα της Fed

Η εντυπωσιακή ανθεκτικότητα που συνεχίζει να δείχνει η αγορά εργασίας των ΗΠΑ και μάλιστα σε περιβάλλον αυξανόμενου πληθωρισμού, βάζει δύσκολα στον νέο επικεφαλής της Fed. Ο Κέβιν Γουόρς επιλέχθηκε από τον Ντόναλντ Τραμπ για να μειώσει τα επιτόκια αλλά σήμερα οι αγορές προεξοφλούν τουλάχιστον μία αύξηση – και όχι μείωση – επιτοκίων στο υπόλοιπο του 2026. Ταυτόχρονα, βέβαια, υπάρχουν ενδείξεις σημαντικών πιέσεων στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς των Αμερικανών, γεγονός που καθιστά ακόμα πιο δύσκολη την κατάρτιση της νομισματικής πολιτικής. 

Στο δυσμενές σενάριο που τα Στενά του Ορμούζ θα παραμείνουν κλειστά για μήνες, πολλοί αναλυτές προειδοποιούν ότι ενδέχεται να δούμε jumbo αυξήσεις επιτοκίων του 0,50%, αρχικά στην ΕΚΤ – ίσως και μέσα στο καλοκαίρι –και εν συνεχεία στην Αμερική. 

Στις πληθωριστικές ανησυχίες συμβάλλει και η αύξηση που καταγράφεται στη ζήτηση για τα παγκόσμια αγαθά. Η JPMorgan τονίζει ότι στο α’ τρίμηνο του 2026 η παγκόσμια βιομηχανική παραγωγή αναπτύχθηκε με ρυθμό 3,6% ξεπερνώντας τις προσδοκίες. Αν λάβουμε υπόψη τα προβλήματα που στη συνέχεια προκλήθηκαν στις εμπορικές ροές καθώς και την εκτίναξη του κόστους των μεταφορών, οι συνθήκες ακρίβειας παγιώνονται. 

Με άλλα λόγια, οι γεωπολιτικές εντάσεις και η παραμονή των τιμών του πετρελαίου κοντά στα 100 δολάρια οδηγούν σε ακριβότερο χρήμα, υψηλότερο κόστος δανεισμού και μεγαλύτερη πίεση σε νοικοκυριά, επιχειρήσεις και χρηματαγορές για μεγάλο χρονικό διάστημα.