Σε έναν από τους σημαντικότερους κρίκους της ευρωπαϊκής ενεργειακής μετάβασης αναδεικνύεται το βιομεθάνιο, συνδυάζοντας την απανθρακοποίηση των μεταφορών με την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας. Παρότι το ενδιαφέρον στρέφεται συνήθως στα βιώσιμα αεροπορικά καύσιμα (SAF) και στις νέες τεχνολογίες συνθετικών καυσίμων, μία πρόσφατη μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία παρουσιάστηκε στις 5 Μαΐου σε επιλεγμένο δίκτυο 40 ειδικών και στελεχών της αγοράς, αναδεικνύει έναν λιγότερο προβεβλημένο αλλά εξαιρετικά κρίσιμο πυλώνα της ενεργειακής μετάβασης: το βιομεθάνιο.
Σύμφωνα με τη μελέτη «Mobilization of Industrial Capacity Building for Advanced Biofuels», το βιομεθάνιο συγκαταλέγεται στις ελάχιστες τεχνολογικές αλυσίδες αξίας που πληρούν όλα τα κριτήρια ωριμότητας, διαθεσιμότητας πρώτων υλών και βιομηχανικής ανάπτυξης για την περίοδο 2025-2030. Η τεχνολογία θεωρείται πλήρως ώριμη, ενώ διαθέτει σημαντικές δυνατότητες κάλυψης ενεργειακών αναγκών στις οδικές και ναυτιλιακές μεταφορές.
Επενδύσεις και στήριξη άνω των 2,5 δισ. ευρώ ετησίως
Το πλέον εντυπωσιακό στοιχείο της μελέτης αφορά το μέγεθος των επενδύσεων και των χρηματοδοτικών εργαλείων που εκτιμάται ότι θα απαιτηθούν για την ανάπτυξη της αγοράς.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, έως το 2040 θα απαιτούνται περίπου 2,6 δισ. ευρώ ετησίως για τη στήριξη των βιομηχανικών μονάδων παραγωγής βιομεθανίου. Παράλληλα, μέσα σε αυτό το ποσό, προβλέπεται χρηματοδότηση ύψους 591 έως 966 εκατ. ευρώ για τη στήριξη των αγροτών και τη διασφάλιση της επάρκειας πρώτων υλών.
Συνολικά, η λειτουργία της αλυσίδας αξίας του βιομεθανίου εκτιμάται ότι θα απαιτεί χρηματοδοτήσεις ύψους 3,2 ευρώ, αναδεικνύοντας τον κομβικό ρόλο που αποδίδει η Ευρωπαϊκή Ένωση στην ανάπτυξη του συγκεκριμένου κλάδου.
Η μελέτη προβλέπει μάλιστα ειδικά κίνητρα για τους παραγωγούς πρώτων υλών, καθώς η επιτυχία του εγχειρήματος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη συλλογή αγροτικών υπολειμμάτων, ζωικών αποβλήτων, κοπριάς και άλλων οργανικών ρευμάτων που σήμερα παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητα.Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει να αξιοποιήσει ένα ευρύ φάσμα πρώτων υλών, όπως αγροτικά υπολείμματα, ζωικά απόβλητα, οργανικά αστικά απόβλητα και άλλες βιογενείς ροές. Το βιομεθάνιο αποτελεί μία από τις ελάχιστες λύσεις που μπορούν να μετατρέψουν αυτά τα υπολείμματα σε καύσιμο μεγάλης κλίμακας, συμβάλλοντας ταυτόχρονα στη διαχείριση αποβλήτων και στην ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα οικονομικά δεδομένα. Το κόστος παραγωγής του βιομεθανίου εκτιμάται μεταξύ 98 και 130 ευρώ ανά MWh, με τις χαμηλότερες τιμές να επιτυγχάνονται όταν χρησιμοποιούνται δημοτικά στερεά απόβλητα ως πρώτη ύλη ή όταν οι μονάδες λειτουργούν σε μεγαλύτερη κλίμακα. Οι αναλύσεις της Επιτροπής δείχνουν ότι το βιομεθάνιο συγκαταλέγεται στις πλέον ανταγωνιστικές μορφές προηγμένων βιοκαυσίμων στην ευρωπαϊκή αγορά.
Οι προβλέψεις για το 2040 αποτυπώνουν ακόμη πιο ξεκάθαρα τη σημασία του. Η παραγωγή προηγμένου βιομεθανίου από αναερόβια χώνευση εκτιμάται ότι μπορεί να φτάσει τα 10,48 εκατομμύρια τόνους ισοδύναμου πετρελαίου ετησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί σε περίπου 121,9 TWh ενέργειας και αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες συνεισφορές μεταξύ όλων των αλυσίδων αξίας προηγμένων βιοκαυσίμων που εξετάζονται.
Κινητικότητα στο ΥΠΕΝ εν αναμονή της κρατικής ενίσχυσης
Την ίδια στιγμή, στην Ελλάδα η αγορά του βιομεθανίου παραμένει ουσιαστικά σε φάση αναμονής, καθώς οι επενδυτές περιμένουν τις τελικές αποφάσεις για το καθεστώς στήριξης του κλάδου.
Σύμφωνα με πληροφορίες, το τελευταίο διάστημα καταγράφεται νέα κινητικότητα στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, επαναφέροντας στο προσκήνιο έναν τομέα που θεωρείται στρατηγικής σημασίας τόσο για την ενεργειακή μετάβαση όσο και για την κυκλική οικονομία.
Παρά το ενδιαφέρον που υπάρχει από την αγορά, αρκετά έργα παραμένουν σε εκκρεμότητα, καθώς οι αδειοδοτικές διαδικασίες προχωρούν με αργούς ρυθμούς. Την ίδια στιγμή, οι επενδυτές εξακολουθούν να περιμένουν από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας να καθορίσει τις τιμές και τον μηχανισμό αποζημίωσης για τους παραγωγούς βιομεθανίου. Όπως αναφέρουν παράγοντες του κλάδου, η έλλειψη αυτών των αποφάσεων δυσκολεύει την προώθηση νέων επενδύσεων και κρατά την αγορά σε στάση αναμονής.
Oι ίδιες πηγές επισημαίνουν ότι πέρα από την ενεργειακή ασφάλεια, τη μείωση των εισαγωγών φυσικού αερίου και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, το βιομεθάνιο μπορεί να προσφέρει σημαντικά περιβαλλοντικά οφέλη μέσω της αξιοποίησης οργανικών αποβλήτων και της μείωσης του ρυπαντικού φορτίου.
Το διαθέσιμο δυναμικό στη χώρα θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό. Υπολογίζεται ότι περίπου 17 εκατομμύρια τόνοι οργανικών αποβλήτων ετησίως παραμένουν αναξιοποίητοι, με το ενεργειακό τους περιεχόμενο να αντιστοιχεί σε περίπου 7 TWh βιομεθανίου. Η αξιοποίηση αυτού του πόρου θα μπορούσε να δημιουργήσει μια νέα εγχώρια πηγή ανανεώσιμης ενέργειας, να ενισχύσει το αγροτικό εισόδημα και να συμβάλει ουσιαστικά στην επίτευξη των εθνικών και ευρωπαϊκών στόχων για την πράσινη μετάβαση.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη αναζητά τρόπους να μειώσει την εξάρτησή της από τα ορυκτά καύσιμα και να ενισχύσει την ενεργειακή της αυτονομία, το βιομεθάνιο φαίνεται να μετατρέπεται από μια περιφερειακή τεχνολογία σε βασικό πυλώνα της ευρωπαϊκής στρατηγικής για το 2040.
