8ος χρόνος, ημέρα 2275η
Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2022

Πόσο ψηλά μπορούν να φτάσουν οι τραπεζικές μετοχές

Πόσο ψηλά μπορούν να φτάσουν οι τραπεζικές μετοχές
φωτογραφία αρχείου
shutterstock

Το μίνι ράλι των τραπεζών που τρέχει από την αρχή της χρονιάς εξέπληξε ευχάριστα συμβάλλοντας στη θετική διαφοροποίηση της ελληνικής αγοράς έναντι των ευρωπαϊκών και αμερικανικών χρηματιστηρίων τα οποία εμφανίζουν σκαμπανεβάσματα στις πρώτες συνεδριάσεις του 2022.

Η άνοδος των τραπεζών έχει πάντα συνολικό αντίκτυπο στην Αγορά: Στην Alpha Bank το μετοχολόγιο υπερβαίνει τις 115.000 εγγραφές, στην Πειραιώς τις 80.000 κ.ο.κ. Η αύξηση των τιμών δίνει αγοραστική δύναμη στα χαρτοφυλάκια και δεδομένης της εικόνας που είχαμε στις αυξήσεις του 2021 μπορεί να υποτεθεί ότι πλέον δεν υπάρχουν εγκλωβισμένα κεφάλαια, τουλάχιστον για όσους επενδυτές πήραν το ρίσκο συμμετοχής πέρυσι: Η Εθνική Τράπεζα βρίσκεται με άνεση πάνω από την ΑΜΚ του 2015 (3 ευρώ), η Eurobank προσεγγίζει οριακά την τιμή (1 ευρώ), Alpha και Πειραιώς γράφουν ικανοποιητικά κέρδη σε σχέση με τις τιμές των περσινών αυξήσεων. Επομένως, και οι κωδικοί που επωφελούνται είναι πολλοί σε πλήθος και το μέγεθος των κεφαλαίων στα χαρτοφυλάκια αυξάνει σημαντικά.

Πέρα από τον αντίκτυπο που δημιουργεί η χρηματιστηριακή εικόνα στο τζίρο αλλά και στη διάχυση της ανόδου, το βασικό ζητούμενο είναι τι περιθώρια έχει αυτή η αύξηση, πόσο ψηλά μπορούν να πάνε οι τράπεζες μεσοπρόθεσμα. Από τα θεμελιώδη του τρίτου τριμήνου προκύπτει ότι οι ελληνικές τράπεζες τρέχουν με μια σχέση χρηματιστηριακής τιμής προς την ενσώματη καθαρή θέση 0,52 φορές. Σε αυτή τη σχέση συνεκτιμώνται η ποιότητα του ενεργητικού, η απόδοση των κεφαλαίων και η αναβαλλόμενη φορολογία. Σε ό,τι αφορά την ποιότητα του ενεργητικού η πρόοδος είναι προφανής: Οι ελληνικές τράπεζες έχουν μειώσει σε χαμηλά έξι ετών το σύνολο των Μη Εξυπηρετούμενων Εκθέσεων παρουσιάζοντας ένα βαθμό κάλυψης ο οποίος διαφέρει από τράπεζα σε τράπεζα αλλά σε γενικές γραμμές είναι ικανοποιητικός. Στην απόδοση του ενεργητικού η εικόνα παρουσιάζει διαφοροποιήσεις λόγω των επιμέρους ζημιών από τις τιτλοποιήσεις χωρίς ωστόσο να παραβλέπονται οι βελτιώσεις σε επαναλαμβανόμενα έσοδα και μειώσεις οργανικού κόστους. Εκεί που θέλει πολύ δουλειά ακόμα είναι η αναβαλλόμενη φορολογία ως βασικό μέρος των εποπτικών κεφαλαίων, στοιχείο που δικαιολογεί την υστέρηση των αποτιμήσεων και την σημαντική έκπτωση σε σχέση με τις τράπεζες του εξωτερικού.

Η εικόνα των τεσσάρων τραπεζών με βάση τα μεγέθη του 9Μ:21 και το consensus για τα κέρδη του 2022

Πηγή: Beta Χρηματιστηριακή

Τα μεγέθη του 9μήνου δίνουν προβάδισμα στην αποτίμηση της Eurobank η οποία έχει τον χαμηλότερο δείκτη NPEs στον ισολογισμό της με την υψηλότερη κάλυψη προβλέψεων. Αν οι υπόλοιπες τράπεζες υιοθετούσαν την σχέση αυτή οι τιμές τους θα ήταν οι ακόλουθες: Alpha Bank €1,50, Εθνική Τράπεζα €4,0 και Τράπεζα Πειραιώς €1,76. Σε αυτές τις τιμές πάντως θα πρέπει να συνεκτιμηθεί αφενός το νέο κεφάλαιο που θα δημιουργηθεί από την παραγωγή εσόδων αλλά και οι απώλειες από τις τιτλοποιήσεις που απομένουν για να μειωθούν οι δείκτες στα μονοψήφια μεγέθη, ανάλογα με αυτά της Eurobank.

Στα καλά νέα που είδαν το φως της δημοσιότητας το τελευταίο διάστημα υποστηρικτικά έχει λειτουργήσει η δήλωση από την ΕΚΤ που αφορά την συνέχιση των αγορών ελληνικών ομολόγων, η καλύτερη των αναμενομένων ενημερότητα των δανείων που βγήκαν από αναστολή πληρωμών, οι ρυθμοί του ΑΕΠ στο γ’ τρίμηνο, η αύξηση των καταθέσεων και η έναρξη των εισροών από το Ταμείο Ανάκαμψης, γεγονότα που έτρεξαν μέσα στο Δεκέμβριο και δεν είχαν κάποια ανάλογη υποδοχή. Επομένως, οι τράπεζες είχαν λόγους ανατίμησης πέρα από την αύξηση που παρατηρήθηκε πανευρωπαϊκά, απλώς χρειαζόντουσαν ένα έναυσμα για να ξεκινήσουν.

Κοιτώντας στο εξωτερικό, το εύρος των αποτιμήσεων κινείται μεταξύ 0,5x και 0,8x για τις τράπεζες της Ευρωπαϊκής Περιφέρειας (Πορτογαλία, Ισπανία και Ιταλία) με το μέσο όρο των ελληνικών τραπεζών να βρίσκεται στο κάτω μέρος του εύρους. Το χρηματιστηριακό ξεκίνημα της χρονιάς ήταν θετικό για τις Ευρωπαϊκές Τράπεζες γεγονός που πιθανότατα έκανε πιο διακριτές τις εκπτώσεις στις αποτιμήσεις των ελληνικών τραπεζών ενεργοποιώντας αγοραστικά αντανακλαστικά.

Συμπερασματικά οι τραπεζικές μετοχές σε όρους σχετικής αποτίμησης έχουν περιθώρια από 20% έως 30% ανά περίπτωση. Για να μιλήσουμε για παραπάνω θα πρέπει να λυθούν και άλλες εκκρεμότητες (Συμμετοχή ΤΧΣ, μείωση DTC κλπ) και να αρχίσει να φαίνεται το μέρισμα στον ορίζοντα. Με βάση τα όσα έχουν κάνει οι τράπεζες από το 2015 έως τώρα αυτό φαίνεται να είναι το εύκολο κομμάτι της διαδρομής.