7ος χρόνος, ημέρα 2222η
Τετάρτη, 1 Δεκεμβρίου 2021

Γιατί η πτώση του πετρελαίου έχει ημερομηνία λήξης - Οι βραχυπρόθεσμες και οι μακροπρόθεσμες προοπτικές

Γιατί η πτώση του πετρελαίου έχει ημερομηνία λήξης - Οι βραχυπρόθεσμες και οι μακροπρόθεσμες προοπτικές
Shutterstock

Έχουμε αναλύσει ότι ένας από τους παράγοντες που επιδρά θετικά στις τιμές του πετρελαίου σε μακροπρόθεσμη βάση είναι το γεγονός ότι τρισεκατομμύρια δολάρια κατευθύνονται πλέον διεθνώς για τη μετάβαση σε πράσινες μορφές ενέργειας, ενώ την ίδια στιγμή οι δαπάνες για επενδύσεις για εξόρυξη πετρελαίου μειώνονται.

Όμως η ενεργειακή μετάβαση δεν είναι εφικτή από τη μια μέρα στην άλλη. Αυτό σημαίνει ότι για πολύ καιρό ακόμα χρειαζόμαστε τα ορυκτά καύσιμα.

Κατά ένα ειρωνικό τρόπο λοιπόν, η ανάπτυξη της πράσινης ενέργειας είναι αυτή που θα υποστηρίξει περαιτέρω τις πετρελαϊκές τιμές, καθώς μειώνονται οι δαπάνες για εξόρυξη πετρελαίου, συντηρώντας τις ελλείψεις εφοδιασμού και τις υψηλότερες τιμές καυσίμων.

«Σφυρίζει» αδιάφορα ο OPEC+

Σχεδόν αυτά ήταν και τα λόγια του υπουργού Ενέργειας της Σαουδικής Αραβίας Αμπντουλαζίζ μπιν Σαλμάν, την προηγούμενη εβδομάδα κατά τη συνεδρίαση των μελών του OPEC+, προκειμένου να υποστηρίξει, αλλά και να δικαιολογήσει την απόφαση του Οργανισμού να μην αυξήσει την παραγωγή πετρελαίου προς το παρόν, παρά τις επίμονα υψηλές τιμές.

Ο OPEC+ στην ουσία αγνόησε το αίτημα των ΗΠΑ, της Ιαπωνίας και της Ινδίας προς τις πετρελαιοπαραγωγές χώρες να ανοίξουν περισσότερο τις κάνουλες τον Δεκέμβριο για να καλύψουν την αυξανόμενη ζήτηση. Αντίθετα, αποφάσισαν να κρατήσουν τα επίπεδα της αύξησης παραγωγής στα 400.000 βαρέλια/μέρα μέχρι και τον Δεκέμβριο, χωρίς καμία επιπλέον αύξηση.

Ούτε λίγο ούτε πολύ ο Σαλμάν υποστήριξε ότι η τρέχουσα ενεργειακή κρίση έχει προκληθεί από δεκαετίες αντιπετρελαϊκών πολιτικών. Ως εκ τούτου, οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες δεν μπορούν αλλά και δεν θεωρούν ότι είναι η στιγμή να επέμβουν, καθώς ο Οργανισμός πρέπει να διασφαλίζει τα συμφέροντα του πάνω από όλα. Αυτή τη στιγμή λοιπόν η Σαουδική Αραβία δεν κρίνει ότι είναι απαραίτητο να αυξήσει την παραγωγή καθώς: «Δεν έχουμε βγει ακόμα από το δάσος, εξακολουθούμε να έχουμε Covid» σύμφωνα με τη δήλωση του Αμπντουλαζίζ μπιν Σαλμάν στο Bloomberg.

Εν ολίγοις ναι μεν μπορεί να υπάρχει ο φόβος ότι χωρίς περισσότερη προσφορά, οι αυξανόμενες τιμές της ενέργειας θα συνεχίσουν να τροφοδοτούν τον πληθωρισμό και θα περιορίσουν την παγκόσμια ανάκαμψη, από την άλλη όμως η πανδημία εξακολουθεί να μειώνει τη ζήτηση και ως εκ τούτου μια αύξηση της προσφοράς ενέχει πολλά ρίσκα.

Επιπλέον όπως επισήμανε και ο Σαλμάν, πολλές πετρελαιοπαραγωγές χώρες αγωνίζονται ήδη να επιτύχουν τις υψηλότερες ποσοστώσεις παραγωγής τους μετά τις περικοπές του περασμένου έτους. Μια ταχύτερη επαναφορά της παραγωγής θα έκανε ακόμη πιο δύσκολο το έργο τους, κάτι που σύμφωνα με τον OPEC+ είναι αν μη τι άλλο άδικο, καθώς ούτως ή άλλως η αύξηση των εξαγωγών αργού δεν θα μειώσει τις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίες έχουν εκτοξευθεί στα ύψη κυρίως λόγω των ελλείψεων σε φυσικό αέριο και άνθρακα.

Σύμφωνα λοιπόν με τους Σαουδάραβες η ενεργειακή απάντηση για τον έλεγχο των τιμών δεν κρύβεται στην αγορά πετρελαίου. Όπως χαρακτηριστικά είπε ο Υπουργός Ενέργειας της Σαουδικής Αραβίας το πετρέλαιο υπήρξε ένα «νησί σταθερότητας σε μια θάλασσα χάους» καθώς οι τιμές των άλλων καυσίμων βρέθηκαν στα ύψη, ενώ του πετρελαίου αυξήθηκε μόλις κατά 36% από τις αρχές Μαρτίου. Βέβαια, ξέχασε να αναφέρει ότι με βάση τις τιμές στις αρχές του 2021, το πετρέλαιο έχει ενισχυθεί κατά 67%.

Όλα δείχνουν ότι ο OPEC+ θα συνεχίσει να αντλεί συνολικά περίπου 700.000 βαρέλια την ημέρα κάτω από τον στόχο του, ενώ από ότι φαίνεται δεν είναι μόνο η Σαουδική Αραβία που επιθυμεί η συνολική παραγωγή της να διανύει μια πιο... οριστική φάση πτώσης.

Οι μεγάλοι πετρελαιοπαραγωγοί προσπαθούν να βρουν την ισορροπία όσον αφορά εκείνο το επίπεδο παραγωγής που θα τους επιτρέψει να έχουν από τη μια ικανοποιητικά έσοδά και από την άλλη να μετατοπίσουν ένα μεγάλο μέρος των δαπανών τους από την εξόρυξη πετρελαίου στις απαραίτητες επενδύσεις για τον «πράσινο» μετασχηματισμό τους.

Από ότι φαίνεται λοιπόν η αγορά θα αντιμετωπίσει μια περίοδο έλλειψης που σύμφωνα με αρκετούς αναλυτές θα διαρκέσει τουλάχιστον μέχρι και το πρώτο τρίμηνο του 2022.

Άλλωστε αυτή είναι και η εκτίμηση του Σαουδάραβα πρίγκηπα ο οποίος υπεραμύνεται της πολιτικής του OPEC+ ισχυριζόμενος ότι τον Δεκέμβριο πολλές από τις χώρες που υποπαράγουν αυτή τη στιγμή - η Νιγηρία, η Αγκόλα και η Μαλαισία για παράδειγμα - θα ολοκληρώσουν τις εργασίες συντήρησης υποδομών τον επόμενο μήνα και έτσι θα επαναφέρουν την παραγωγή τους στα επίπεδα στόχους.

Αν έχει δίκιο, τότε σε συνδυασμό με την έξαρση της πανδημίας στο βόρειο ημισφαίριο λόγω του χειμώνα, μπορεί πράγματι οι τιμές του πετρελαίου να αποκλιμακωθούν τον Δεκέμβριο με έναν πρώτο στόχο τα 71,20-75,50 δολάρια/βαρέλι. Το πρώτο πεδίο λοιπόν που πρέπει να εξετάζουν εφεξής οι traders του πετρελαίου, είναι η αποκατάσταση των επιπέδων παραγωγής πετρελαίου από τις χώρες που αυτή τη στιγμή υποπαράγουν. Από τον Ιανουάριο δε, θα πρέπει να προσέξουν τις νέες αποφάσεις του ΟPEC+ όσον αφορά τα επίπεδα παραγωγής για το 2022.

«Σηκώνουν τα μανίκια» οι ΗΠΑ

Οι ΗΠΑ σε κάθε ευκαιρία όπως για παράδειγμα στη σύνοδο για το κλίμα στη Γλασκώβη ή στη σύνοδο των G20 στη Ρώμη, καλούν τον OPEC+ να αυξήσει την παραγωγή. Θα αναρωτηθεί κανείς γιατί προβαίνουν σε αυτές τις εκκλήσεις από τη στιγμή που δεν εξαρτώνται ιδιαίτερα από το πετρέλαιο του OPEC αυτό καθ’ αυτό. Όμως σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αμερικανικού υπουργείου Ενέργειας οι τιμές της βενζίνης συνδέονται με μια παγκόσμια αγορά η οποία εξαρτάται από την τιμή του πετρελαίου.

Από τη στιγμή που οι χώρες του OPEC+ δεν έδειξαν να συγκινούνται από τις εκκλήσεις των ΗΠΑ, οι τελευταίες αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν δύο εναλλακτικές.

  • Καταρχήν άφησαν ανοικτό το ενδεχόμενο για απελευθέρωση αργού από τα στρατηγικά αποθέματα των ΗΠΑ. Και μόνο ο υπαινιγμός μπορεί να αποδειχθεί αρκετός ώστε να συγκρατηθούν οι τιμές του πετρελαίου, έστω προς το παρόν.
  • Τις δύο τελευταίες εβδομάδες οι αμερικανικές εταιρείες ενέργειας πρόσθεσαν εξέδρες πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Ο αριθμός των εξεδρών πετρελαίου και φυσικού αερίου είναι ένας πρώιμος δείκτης της μελλοντικής παραγωγής και ως εκ τούτου οι traders θα πρέπει να τον παρακολουθούν στενά τις επόμενες εβδομάδες.

Έως τις 5 Νοεμβρίου, οι πλατφόρμες ανήλθαν στο υψηλότερο επίπεδο από τον Απρίλιο του 2020 σύμφωνα με τα στοιχεία της Baker Hughes που ανακοινώθηκαν την Παρασκευή και ανήλθαν σε 550.

Υπόψιν ότι ο συνολικός αριθμός εξεδρών αυξήθηκε κατά 250 ή 83%, σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο ενώ σε επίπεδο εβδομάδας οι εξέδρες πετρελαίου στις ΗΠΑ αυξήθηκαν κατά έξι, - ισόποση μείωση για τον Καναδά και αύξηση κατά 13 σε διεθνές επίπεδο όπως φαίνεται από τον παραπάνω πίνακα - ενώ οι εξέδρες φυσικού αερίου στις ΗΠΑ παρέμειναν αμετάβλητες στις 100.

Όσοι ασχολούνται με την αγορά του πετρελαίου θα πρέπει λοιπόν να παρακολουθούν στενά και τις ανακοινώσεις των ενεργειακών εταιρειών-για παράδειγμα της BP, της Chevron, της Exxon Mobil κ.α - όσον αφορά τις δαπάνες για την παραγωγή του 2022.

Βλέπετε και αυτές προσπαθούν, όπως οι χώρες του OPEC+, να βρουν τη δική τους χρυσή τομή όσον αφορά το βέλτιστο εκείνο σημείο παραγωγής πετρελαίου που θα τους επιτρέψει να έχουν κέρδη ώστε να ικανοποιούν και τους μετόχους τους, αλλά ταυτόχρονα να πραγματοποιήσουν το φιλόδοξο πλάνο της πράσινης μετάβασης.

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι φέτος αύξησαν ελάχιστα τις δαπάνες για την παραγωγή το 2021, προτιμώντας να επικεντρωθούν στην ενίσχυση των ταμειακών ροών, στη μείωση του χρέους και φυσικά στην αύξηση των αποδόσεων για τους μετόχους τους.

Όσον αφορά το 2022 σύμφωνα με την αμερικανική εταιρεία χρηματοοικονομικών υπηρεσιών Cowen & Co οι ανεξάρτητες εταιρείες εξερεύνησης και παραγωγής που παρακολουθεί σχεδιάζουν να αυξήσουν τις δαπάνες περίπου κατά 11% το 2022. (σ.σ: το 2021 τις είχαν αυξήσει μόλις κατά 4%).

Βέβαια, στο σημείο αυτό να επισημάνουμε ότι η αύξηση στις δαπάνες εξερεύνησης και εξόρυξης πετρελαίου ακολουθεί μειώσεις της τάξης του 48% για το 2020 και 12% για το 2019. Τουτέστιν, ας μη βιαστούμε να υπερκτιμήσουμε το εύρος της όποιας αποκλιμάκωσης τιμών.