Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη, το «εμβόλιο» για τη βιώσιμη ανάπτυξη: Όταν οι εταιρείες «μάχονται» κατά των κοινωνικών ανισοτήτων και αποκλεισμών

Όταν οι εταιρείες «μάχονται» κατά των κοινωνικών ανισοτήτων και αποκλεισμών

Η πρόσβαση στη στέγη, τη δημόσια υγεία και την εργασία γίνεται όλο και πιο δύσκολη, ακόμα και στις αναπτυγμένες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ προστίθενται νέες μορφές φτώχειας, όπως η ενεργειακή (ηλεκτρικό, θέρμανση κλπ). Αυτή είναι μια νέα πραγματικότητα που πλέον δεν αφορά «τρίτες» χώρες της Αφρικής ή της Ασίας, αλλά τα ίδια τα μέλη της ευρωπαϊκής οικογένειας. Υπολογίζεται πως στην Ευρώπη υπάρχουν αυτή τη στιγμή περίπου 20 εκατ.άστεγοι, ενώ το ποσοστό κινδύνου φτώχειας είναι 16,8% του συνόλου του πληθυσμού. Πρόκειται για ποσοστά που προκαλούν…ζαλάδα, καθώς αναδεικνύουν μια πτυχή της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης που δεν έχει αναδειχθεί όσο θα έπρεπε. 

Η φτώχεια απέκτησε… «εξειδίκευση»! Έτσι λοιπόν σε χώρες όπως η Ελβετία ή το Λουξεμβούργο παρατηρούνται εμπόδια στην πρόσβαση των πολιτών στο δημόσιο σύστημα υγείας καθώς έχουν θεσπιστεί ειδικά κριτήρια που «απορρίπτουν» από το μέγιστο αγαθό της υγείας πολλούς ανθρώπους. Σε άλλες χώρες, όπως η δική μας, η Ιταλία, η Λετονία, η Μάλτα και η Πορτογαλία παρατηρούνται μεγάλα κενά στην εύρεση εργασίας, ενώ προσφέρονται εργασίες χαμηλών προσόντων. Έτσι λοιπόν παρατηρούνται «φτώχειες» πολλών ταχυτήτων που σε ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού είναι γενικευμένη και επεκτείνεται σε όλα τα επίπεδα αυτής. Η εξάλειψη της φτώχειας πρέπει να αποτελεί μια κεντρική πολιτική των Βρυξελλών, ωστόσο μέχρι σήμερα φαίνεται πως είναι ένα στοίχημα που δεν έχει κερδηθεί. 

Στη χώρα μας το στοίχημα είναι ακόμη μεγαλύτερο. Το 31,3% των Ελλήνων βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας με στοιχεία του 2018, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό το 2005 ήταν 19,6%. Συγκεκριμένα η Ελλάδα έχασε το 25% του ΑΕΠ της κατά τη διάρκεια της κρίσης, πολύ μακριά από οποιαδήποτε χώρα της ΕΕ. Οι νέοι που εργάζονται, αλλά παραμένουν φτωχοί, είναι σε όλη την Ευρώπη, και στην Ελλάδα, η μοναδική ηλικιακή ομάδα με αυξητική τάση. Η Ελλάδα, όμως είναι η πρώτη χώρα στην ΕΕ, όπου οι νέοι αφότου τελειώσουν της σπουδές ή την εκπαίδευσή τους δεν εργάζονται (ποσοστό 50,5%).

Και σε αυτό το δυσμενές κοινωνικό φαινόμενο οι εταιρείες έρχονται να καλύψουν το κρατικό κενό. Με δράσεις εταιρικής ευθύνης που στοχεύουν στην εξάλειψη των ανισοτήτων, της φτώχειας και της ανεργίας, οι εταιρείες πλέον προσφέρουν τις «υπηρεσίες» τους στο κοινωνικό σύνολο. Οι δράσεις περιλαμβάνουν από κάλυψη των αναγκών σε τρόφιμα συμπολιτών μας, από αναβάθμιση δομών υγείας που απευθύνονται σε όσους είναι ευάλωτοι (πχ. ΚΥΑΔΑ) εξασφαλίζοντας πρόσβαση στο κορυφαίο αγαθό της υγείας, έως και κάλυψη ζωτικών αναγκών μέσω της δωρεάς ρούχων και ενέργειας (π.χ. δωρεά πετρελαίου θέρμανσης). Με αυτό τον τρόπο οι εταιρείες έρχονται να αντιμετωπίσουν ένα τεράστιο κοινωνικό φαινόμενο, βρισκόμενες στην πρώτη της μάχης κατά των κοινωνικών αποκλεισμών και ανισοτήτων. Παίρνοντας έναν ρόλο που δεν τους αναλογεί, αλλά οι ίδιες αντιλαμβάνονται ότι έχουν χρέος να δράσεις. Προς όφελος της ίδιας της κοινωνίας μέσα στην οποία δραστηριοποιούνται.