LIBERALL
THINK TANKST
ΥΓΕΙΑY
Τετάρτη 05/12/18
4ος χρόνος, ημέρα 1130η

Μόνος στην παρουσίαση

Print Friendly and PDF
-A +A

Του Κυριάκου Αθανασιάδη

ΕΝΑ. Πρόπερσι, μια βροχερή και μουντή μέρα, δύο λεπτά πριν ξεκινήσει η παρουσίαση που ήταν να κάνουμε, στην αίθουσα του βιβλιοπωλείου όπου είχαμε μαζευτεί ο συγγραφέας του μυθιστορήματος και οι δύο που θα μιλούσαμε για το βιβλίο του υπήρχε μόνο ένα άλλο άτομο. Ένα. Μια κοπέλα. Καθόταν κάπου στη μέση. Οι καρέκλες ήταν ογδόντα, βαλμένες ανά οχτώ σε δέκα σειρές. Η κοπέλα καθόταν στην πέμπτη σειρά, έξω-έξω.

Κοίταξα το ρολόι μου για να δω μήπως έκανα λάθος. Όχι, ήταν πράγματι εφτά το απόγευμα. Ή, έστω, εφτά παρά δύο λεπτά.

Μέχρι να πάρω τα μάτια μου από το ρολόι, είχε ήδη πάει εφτά παρά ένα. Και δεν είχε ανεβεί άλλος στο πατάρι του βιβλιοπωλείου. Ήμασταν μόνο εμείς οι τρεις, και η κοπέλα στην πέμπτη σειρά.

Βέβαια, και εδώ ας αποκαλύψω ένα μυστικό του κλάδου, οι παρουσιάσεις αρχίζουν πάντα μισή ώρα μετά από την προκαθορισμένη ώρα έναρξης. Το ξέρουμε αυτό όταν φτιάχνουμε τις προσκλήσεις και όταν καλούμε τον κόσμο. Όταν γράφουμε «έξι», εννοούμε «εξήμισι». Και, όταν γράφουμε ότι θα αρχίσουμε «στις εφτά», εννοούμε ότι θα αρχίσουμε «στις εφτάμισι».

Αλλά και πάλι όλη αυτή η κομπίνα γίνεται για να προλάβουμε τους καθυστερημένους, αυτούς που είναι να ’ρθουν αλλά έχασαν το μετρό, ή συνάντησαν κάποιον γνωστό στον δρόμο. Ή που απλώς γενικά αργούν στα ραντεβού τους. Όχι για όσους ΔΕΝ θα έρθουν.

Ξανακοίταξα το ρολόι μου, ξέροντας πως το πρόσωπό μου είχε μαυρίσει. Ήμουν συννεφιασμένος σαν τον καιρό. Εφτά και πέντε. Ξερόβηξα, κοίταξα την αίθουσα. Η κοπέλα στην πέμπτη σειρά κάτι έγραφε στο κινητό της. Εμείς οι τρεις, στο τραπέζι με τα μικρόφωνα και με τα μπουκαλάκια με το νερό, κοιτάζαμε δεξιά και αριστερά, αμήχανοι και αμίλητοι.

Το βιβλίο του φίλου που ήταν να παρουσιάσουμε είχε εκδοθεί πριν από ένα μήνα περίπου. Η ανακοίνωση από τον ίδιο της έκδοσης είχε πανηγυριστεί από τους φίλους του στο Facebook με πάνω από χίλια λάικ και καρδούλες — και με κάπου πεντακόσια σχόλια από κάτω: «Καλοτάξιδο», «Μπράβο, καλοτάξιδο», «Συγχαρητήρια, καλοτάξιδο», «Είσαι θεός, καλοτάξιδο». Καλοτάξιδο.

Φυσικά αυτοί οι χίλιοι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν να έρθουν όλοι στην παρουσίασή μας για μία σειρά από λόγους: πολλοί έμεναν απλούστατα αλλού, σε άλλες πόλεις· άλλοι ήταν άρρωστοι· άλλοι είχαν μόλις γεννήσει· άλλοι είχαν μία άλλη ανειλημμένη υποχρέωση· άλλοι είχαν ένα έκτακτο και υπερεπείγον deadline στη δουλειά τους· άλλοι το ξέχασαν· άλλοι απλώς δεν πολυπηγαίνουν σε παρουσιάσεις. Και βέβαια έβρεχε. Όχι πολύ, δεν έκανε δα και κανέναν κατακλυσμό, αλλά πάντως έβρεχε. Όταν βρέχει, δεν μπορείς να πας σε παρουσιάσεις βιβλίων, για όνομα του καλού Θεού.

Κοίταξα έξω από την τζαμαρία του βιβλιοπωλείου, που έπιανε όλη την πρόσοψη και έφτανε ώς το πατάρι των παρουσιάσεων. Η βροχή είχε κόψει. Αυτό, αντί να με ανακουφίσει, προφανώς και με έκανε χειρότερα, γιατί δεν υπήρχε πια η δικαιολογία. Βέβαια, ΥΠΗΡΧΕ όταν οι φίλοι που θα έρχονταν να μας ακούσουν ξεκινούσαν από το σπίτι τους, οπότε ενδεχομένως να άλλαξαν γνώμη και να ξανάβγαλαν τα παπούτσια τους. Αλλά πάλι, αν δεν έβρεχε καν στη γειτονιά τους; Η βροχή ήταν μάλλον τοπική. Κανένας κατακλυσμός. Καμία καταιγίδα. Δεν χρειαζόταν καν ομπρέλα, εδώ που τα λέμε.

Μετά από λίγο, κοίταξα πάλι το ρολόι μου. Εφτά και τέταρτο. Ήρθε άλλη μία κοπέλα στην αίθουσα. Αναθαρρήσαμε.

Και βέβαια τώρα το ερώτημα ήταν: πού θα καθόταν;

Όχι στην πέμπτη σειρά, ναι;

Μπα. Κάθισε πράγματι στην πέμπτη σειρά. Βασικά, κάθισε δίπλα στην πρώτη κοπέλα. Ήταν φίλες. Να λοιπόν με ποιον μιλούσε πριν η πρώτη κοπέλα στο κινητό της. «Πού είσαι;» «Σε ένα βιβλιοπωλείο». «Πάμε για καφέ;» «Ναι, αμέ. Ανέβα λίγο επάνω να κάτσουμε πέντε λεπτάκια, και πάμε μετά. Έχει πλάκα εδώ, δεν έχει έρθει ΚΑΝΕΙΣ σε μια παρουσίαση που κάνουν, lol».

ΔΥΟ. Κανείς, ποτέ, δεν ήταν ή δεν θα είναι υποχρεωμένος να πάει σε κάποια παρουσίαση. Κανείς, ποτέ. Όπως βέβαια κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να αγοράσει ένα βιβλίο, πόσο δε μάλλον το βιβλίο ενός ανθρώπου που μοιράζεται την ίδια χώρα μαζί του. Είναι πολύ πιο καλή επένδυση να δώσει τα λεφτά του για να αγοράσει ένα βιβλίο που εκδόθηκε αλλού, και που μεταφράστηκε σε άλλες γλώσσες, και εντέλει και στα ελληνικά: επειδή έτσι αποδεικνύεται ότι είναι ένα καλό, αξιανάγνωστο βιβλίο. Ένα βιβλίο με περγαμηνές.

Προσωπικά ξέρω πολλούς συγγραφείς, και τυχαίνει να έχω εκδώσει και εγώ κάποια βιβλία. Ξέρω επίσης πολλούς ανθρώπους, γενικώς. Διαφόρων επαγγελμάτων. Από αυτούς, μόνο ένα ισχνό ποσοστό έχει διαβάσει κάποιο βιβλίο μου. Μάλιστα, εδώ που τα λέμε, είναι πολύ περισσότεροι εκείνοι που έχουν διαβάσει κάποιο βιβλίο μου και που δεν θα τους γνωρίσω ποτέ. (Ευτυχώς!) Το ίδιο μάλιστα συμβαίνει και αντιστρόφως: ούτε εγώ έχω διαβάσει όλα τα βιβλία όλων των φίλων μου συγγραφέων. Από κάποιους μάλιστα δεν έχω διαβάσει ούτε σελίδα. Και φυσικά πατάω like (ή μάλλον: καρδούλα) όταν ανακοινώνουν περιχαρείς ότι έβγαλαν καινούργιο βιβλίο. Και γράφω από κάτω, «Καλοτάξιδο!»

Το ίδιο κάνουν και εκείνοι με τα δικά μου.

Έτσι πάει. Όλη αυτή η υπόθεση με το γράψιμο και, βασικά, με τις εκδόσεις (γιατί περί αυτού πρόκειται, δεν έχουμε να κάνουμε με «τέχνη» εδώ, αλλά με πωλήσεις, με εμπόριο), είναι μια υπόθεση που ρυθμίζεται από τους νόμους της αγοράς. Το καθαυτό γράψιμο είναι μία απολύτως μοναχική κατάσταση —και, ας πούμε, είναι κάπως «καλλιτεχνική»—, αλλά η έκδοση του αντικειμένου βιβλίου, του προϊόντος, είναι αγοραία — εξ ου και τόσο περιπετειώδης, τόσο όμορφη και τόσο, φευ, αποκαρδιωτική όταν η αγορά γενικώς είναι στα κάτω της.

Όπως ακριβώς συμβαίνει χρόνια τώρα στην Ελλάδα.

Έχει δε μεγάλο ενδιαφέρον να παρατηρεί κανείς τι κάνουν οι συγγραφείς μας —στην εποχή μας: στην εποχή των social media· παλαιότερα, αυτό συνέβαινε μόνο μέσω τεσσάρων εφημερίδων—, έχει μεγάλο ενδιαφέρον να παρατηρείς τι κάνουν για να διαφημίσουν το βιβλίο τους. Μπορεί τα περισσότερα από αυτά που κάνουν να μην έχουν κανένα αποτέλεσμα (καμία πώληση), αλλά ο όγκος της δουλειάς τους στη διαφήμιση και την προώθηση του βιβλίου τους είναι μεγάλος και, καμιά φορά, εκθαμβωτικός. Γνωρίζω ανθρώπους που έχουν δημοσιεύσει, πες, πενήντα χιλιάδες λέξεις συνολικά, ή μία νουβέλα, και που έχουν κάνει τόσες παρουσιάσεις, περιοδείες κλπ., που θα έκαναν τον Στίβεν Κινγκ και τον Νταν Μπράουν να κοκκινίσουν και να νιώσουν τεμπέληδες.

Τα ίδια κάνω κι εγώ με τα δικά μου βιβλία — εξαιρέσει των περιοδειών και των παρουσιάσεων.

Πώς αλλιώς; Αφού έτσι πάει. Γιατί, είπαμε: πρόκειται για αγορά. Και για μια αγορά που στενάζει. Και για μια ακηδεμόνευτη αγορά, εν πολλοίς. Αν εξαιρέσουμε την κρατική ρύθμιση περί Ενιαίας Τιμής Βιβλίου (που απαγορεύει τις εκπτώσεις άνω τού 10%), το κράτος δόξα τω Θεώ δεν προωθεί —όπως έκανε παλαιότερα, επί ΕΚΕΒΙ—συγκεκριμένους συγγραφείς ή συγκεκριμένες λογοτεχνικές τάσεις. Αυτό το κάνουν μόνο οι φίλοι κριτικοί/ιστολόγοι/admin βιβλιοφιλικών Σελίδων κ.ο.κ. — αλλά αυτοί καλά κάνουν, δεν είναι κράτος· είναι φίλοι, είναι αγορά.

Όπως φίλοι (και αγορά…) είναι και εκείνοι οι καλοπροαίρετοι γλυκείς άνθρωποι που ρωτούν κάτω από την ανάρτηση για το βιβλίο σου: «Πού το βρίσκουμε;» Ε, πού να το βρείτε; Κάπου θα ’ναι, σάμπως ξέρουμε κι εμείς; Γιατί δεν ρωτάτε σε ένα φαρμακείο;

Α, είναι μια δύσκολη δουλειά αυτή. Μά τον Θεό, είναι μια δύσκολη δουλειά για να την κάνεις.

ΤΡΙΑ. Μέχρι τις εφτάμισι, είχαν ανέβει άλλοι εννιά στο πατάρι. Κι ενώ στην αρχή άρχισα να μιλάω κοιτώντας τους με μισό μάτι, λες και έφταιγαν αυτοί που ήρθαν για όλους τους άλλους που δεν ήρθαν, τελικά τα πράγματα εξελίχθηκαν καλά. Ή μάλλον, όχι καλά: ήταν, παραδόξως, μία από τις πιο ωραίες παρουσιάσεις που έγιναν ποτέ.

Μέχρι και βιβλία πουλήσαμε. Δύο: στις δυο κοπέλες της πέμπτης σειράς.

Επιστροφή στην mobile έκδοση.