LIBERALL
THINK TANKST
ΥΓΕΙΑY
Πέμπτη 08/11/18
4ος χρόνος, ημέρα 1103η

Writers’ Room

Print Friendly and PDF
-A +A

Του Κυριάκου Αθανασιάδη

Το σημερινό κείμενο δεν έχει καμία σχέση με την πολιτική. Και άλλα κείμενα σε αυτή τη σειρά σημειωμάτων δεν είχαν άμεση σχέση με την πολιτική (είμαστε σε πολιτικό σάιτ, αν και καμιά φορά δείχνω να το ξεχνάω), αλλά το συγκεκριμένο πόρρω απέχει τόσο από την πολιτική εν γένει όσο και από την τρέχουσα επικαιρότητα, μια επικαιρότητα που αποτελείται ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ από θέματα με την οποία την τροφοδοτεί η κυβέρνηση και μόνον — κι αυτό ας μη λογιστεί κριτική προς την κυβέρνηση, που ξέρει να κάνει πολύ καλά τη δουλειά της, αλλά προς την αξιωματική αντιπολίτευση. Οπότε, όσοι δεν έχετε καιρό για μη πολιτικά κείμενα δεν χρειάζεται να συνεχίσετε παρακάτω.

Παρακολούθησα, λοιπόν, προσφάτως μία συζήτηση ανάμεσα στον οικοδεσπότη του «Vanity Fair», δημοσιογράφο Noah Oppenheim, και τρεις συγγραφείς, τη Megan Abbott, την Amelia Gray και τον Charles Yu. Οι Abbott, Gray και Yu έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: μολονότι και οι τρεις τους είχαν μία παραπάνω από ικανοποιητική καριέρα σαν πεζογράφοι (η μία εξ αυτών, για παράδειγμα, έχει εκδώσει ήδη εννέα αστυνομικά μυθιστορήματα — πράγμα καθόλου εύκολο για μία χώρα όπως η Αμερική, όπου δεν μπορείς, όχι εκδότη, αλλά ούτε καν ατζέντη να συναντήσεις), μολονότι λοιπόν ήταν γνωστοί και τα βιβλία τους πουλούσαν, εγκατέλειψαν το γράψιμο μόλις τούς προτάθηκε, στον καθένα ξεχωριστά, η προοπτική μιας άλλης καριέρας: αυτής του σεναριογράφου της τηλεόρασης. Και μάλιστα όχι του «πρώτου» σεναριογράφου, αυτού δηλαδή που το όνομά του γράφεται στους τίτλους αρχής των σίριαλ που παρακολουθούμε, αλλά του τιμ σεναριογράφων που δουλεύουν ομαδικά πάνω στα πρότζεκτ των καναλιών και των εταιριών παραγωγής.

Εν πρώτοις, η επιλογή τους —το ότι δέχτηκαν— δεν φαίνεται να ήταν και τόσο δύσκολη. Τους ζητήθηκε να πάρουν μέρος, μαζί με άλλους, στις ομάδες σεναριογράφων τριών πολύ γνωστών τηλεοπτικών σειρών: του «The Deuce», του «Maniac» και του «Westworld». Ποιος θα έλεγε όχι σε μία τέτοια πρόταση —που λογικά συνοδεύεται και από καλό μισθό—, σωστά; Δεν δουλεύει κανείς κάθε μέρα στο Χόλιγουντ. (Έχω μία έτοιμη απάντηση: «Όχι εγώ πάντως — θα έλεγα αμέσως ΝΑΙ». Αλλά εμένα δεν θα μου ζητείτο βέβαια ποτέ να μπω σε κάποιο από αυτά τα τιμ. Το επίπεδο των ξένων συναδέλφων είναι πολύ υψηλό, και οι περισσότεροι είναι απόφοιτοι μεγάλων, πανεπιστημιακού επιπέδου, σχολών Δημιουργικής Γραφής).

Ας δούμε λίγο όμως τι ακριβώς κάνουν αυτοί οι άνθρωποι, γιατί έχει, νομίζω, πολύ ενδιαφέρον. Βρίσκονται λοιπόν «κλεισμένοι» σε μία αίθουσα: το Writers’ Room. Όλο αυτό το τιμ που λέγαμε, καμιά δεκαριά άνθρωποι συνολικά για κάθε σίριαλ, ο καθένας στην καρέκλα του γύρω από το κεντρικό τραπέζι. Στους τοίχους ολόγυρά τους υπάρχουν πίνακες φελλού και μαρκαδόρου, γεμάτοι με χρωματιστά post-it χαρτάκια οι μεν και με διάφορες ιδέες, βελάκια, σχεδιαγράμματα κλπ. γραμμένα επάνω τους οι δε. Η ομάδα, πάνω στο δεδομένο κόνσεπτ τού εκάστοτε σίριαλ, συζητά για τους ήρωες, για τις σχέσεις τους, για το πού θα μπορούσε να πάει η υπόθεση, για το ποια δευτερεύουσα πλοκή θα άξιζε να ενταχθεί στην κύρια αφήγηση, ποιοι νέοι ήρωες θα ήταν καλό να προστεθούν, ποιος από τους πρωταγωνιστές θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει. Συζητούν, με τις ώρες κάθε μέρα, μέσα σε αυτό το κλειστό δωμάτιο, πώς, γιατί και προς τα πού πρέπει να τραβήξει το σίριαλ για το οποίο εργάζονται. Μάλιστα, σε μια γωνιά, είναι και ένας δακτυλογράφος, που καταγράφει με κάποιου είδους στενογραφία ό,τι νέο και πρωτότυπο λέγεται μέσα σε εκείνο το δωμάτιο: κάτι που δεν θα σημειωθεί απαραιτήτως στον πίνακα ή σε ένα χρωματιστό post-it.

Αφού καταλήξουν λοιπόν, δίνουν τις ιδέες τους στην επόμενη ομάδα, που θα επεξεργαστεί και θα τροποποιήσει περαιτέρω τις προτάσεις τους και θα γράψει κάποια στιγμή τα σενάρια. Κάπου προς το τέλος, ειδικοί επί των διαλόγων θα χτενίσουν τις ατάκες, ενώ ένας ή δύο επιμελητές θα ψάξουν για τυχόν λάθη στην πλοκή, στη σύνδεση των επεισοδίων κ.ο.κ.

Για να μην τα πολυλογούμε, από τις αρχικές ιδέες των τριών συγγραφέων μας, μπορεί να μη δούμε καμία στο τελικό στάδιο του «The Deuce», του «Maniac» ή του «Westworld». Και σπάνια θα περάσει κάποιος διάλογος που εμπνεύστηκαν οι ίδιοι. Όμως δεν τους ήθελαν εξαρχής για αυτό. Οι δεξιότητές τους είναι άλλες: η ματιά τους είναι που ενδιαφέρει τους παραγωγούς των τηλεοπτικών αυτών σειρών. Αυτό το «κάτι» που μπορεί να πετάξουν ένα πρωί στο Writers’ Room, πάνω στο καθημερινό brainstorming, και που —ποιος ξέρει;— μπορεί να τα αλλάξει όλα. Ή που μπορεί απλώς να δώσει μία χρήσιμη, απαραίτητη βάση σε κάποια υποπλοκή.

Αυτό που έχει για εμένα σημασία εδώ (πέραν τού τεχνικού θέματος της κατασκευής των σεναρίων, που είναι βέβαια καθαυτό ενδιαφέρον) είναι ότι αυτοί οι τρεις πεζογράφοι, και εκατοντάδες άλλοι σαν αυτούς, εργάζονται σε μία μάλλον ταπεινή δουλειά, υπό την έννοια ότι πια δεν έχουν απολύτως κανέναν έλεγχο στο υλικό τους. Δεν είναι αυτοί και ο υπολογιστής τους, όπως είχαν μάθει μέχρι τώρα — δεν είναι αυτοί και οι ήρωές τους. Είναι απλώς μέσα, ή μάλλον στην περιφέρεια μίας καλλιτεχνικής ιδέας κάποιου άλλου· παίζουν με τους κανόνες του· βοηθούν το ΔΙΚΟ ΤΟΥ έργο να εξελιχθεί, μένοντας οι ίδιοι από έξω. Δεν θα τους μάθουμε ποτέ. Και, στο μεταξύ, οι ίδιοι δεν είναι σε θέση να συνεχίσουν τη δική τους ανεξάρτητη καριέρα στα βιβλία — η δουλειά στην τηλεόραση τους απομυζά.

Προφανώς το έκαναν για τα χρήματα, θα μου πείτε. Σωστά. Αλλά πολλοί άλλοι δεν θα δέχονταν καν να το συζητήσουν. Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ίδιοι, και δεν είναι όλοι οι συγγραφείς ίδιοι. Το αντίθετο: οι περισσότεροι συγγραφείς με στρωμένη καριέρα που μπορώ να φέρω στο μυαλό μου δεν θα επέλεγαν να τη διακόψουν και να ενταχθούν σχεδόν ανωνύμως σε μία ομάδα σεναριογράφων.

Όμως, και τα χρήματα να μην υπήρχαν στη μέση, κάποιος πρέπει να το κάνει.

Κάποιος τελικά το αποφασίζει και αλλάζει ρότα.

Όπως άλλαξε ρότα, ανάμεσα σε πολλούς ακόμη Έλληνες, και η γυναίκα μου. Που άφησε μία έμμισθη, στρωμένη και απολύτως επώνυμη καριέρα στη δημοσιογραφία και με πήρε και φύγαμε από την Ελλάδα («με πήρε»: ποτέ δεν θα είχα τα κότσια να το κάνω μόνος μου), όχι όμως γιατί είχε μία άλλη επαγγελματική πρόταση, κάθε άλλο, αλλά απλώς μην αντέχοντας άλλο όλη αυτή την «ελληνική ιδιαιτερότητα», ιδίως όπως εκδηλώθηκε εξακολουθεί και εκδηλώνεται από το ’15 και εξής. Και ψάχνοντας — ψάχνοντας τι;… Δεν ξέρω. Ψάχνοντας αυτό που θα βρεθεί μπροστά της κάποια στιγμή. Που θα το «καλέσει», και θα το βρει. Όπως (νά άλλη μία αναλογία με τους τρεις προαναφερθέντες συγγραφείς, αν και ανάστροφη) η απασχόλησή της, εδώ, με το γράψιμο, που της απέφερε ήδη ένα αστυνομικό μυθιστόρημα και ένα συμβόλαιο με τις Εκδόσεις Bell: αυτό δεν θα γινόταν στην Ελλάδα. Όχι με τις συνθήκες που επικρατούν εκεί, και σίγουρα όχι με αυτό το γκρίζο σύννεφο που σκεπάζει τη χώρα, και που επηρεάζει άλλον λιγότερο και άλλον περισσότερο. Και, πολλούς από εμάς, πολύ.

Σήμερα θα κάνει ό,τι και χθες: θα σηκωθεί στις 7 το πρωί, θα ετοιμαστεί, θα πάει στη δουλειά της (μία δουλειά υψηλής έντασης αλλά άσχετη με τη δημοσιογραφία), το απόγευμα θα πάει στο γυμναστήριο ή θα κάνει φροντιστήριο για τη γλώσσα, θα επιστρέψει στο σπίτι στις 6 ή στις 8, θα φάμε και θα ξεκουραστούμε. Και θα κάνουμε ένα ακόμη οικιακό brainstorming.

Σήμερα θα κάνει ακριβώς ό,τι και χθες, αν και σήμερα έχει γενέθλια — και ήθελα να της πω και από εδώ χρόνια πολλά. Και ότι την ευχαριστώ για όλα.

Επιστροφή στην mobile έκδοση.