LIBERALL
THINK TANKST
ΥΓΕΙΑY
ARTNEWSA
Δευτέρα 08/10/18
3ος χρόνος, ημέρα 1072η

Όλυμπος: Ζώντας στο πιο συναρπαστικό βουνό της Ελλάδας

Print Friendly and PDF
-A +A
Όλυμπος: Ζώντας στο πιο συναρπαστικό βουνό της Ελλάδας

Της Χριστίνας Ταχιάου

Παρατηρώ καμιά φορά τις αντιδράσεις με τις οποίες υποδεχόμαστε τις ειδήσεις του είδους «Η ωραιότερη δουλειά του κόσμου: Το τάδε εξωτικό νησί στην άλλη άκρη του κόσμου αναζητά κάποιον για να ενημερώνει το blog του, να κάνει surf, να επιδεικνύει την ομορφιά του νησιού και τη φύση του κ.λπ». Όλοι νιώθουμε ένα μικρό τσίμπημα ζήλιας για όποιον υποτίθεται ότι θα προσληφθεί για να κάνει την «ωραιότερη δουλειά του κόσμου», έτσι δεν είναι;

«Η ωραιότερη δουλειά του κόσμου»

Μετά, θυμάμαι ότι υπάρχουν κάποιοι φίλοι εδώ τριγύρω, οι οποίοι εδώ και χρόνια κάνουν αθόρυβα, χωρίς επίδειξη και φανφάρες, αυτό που οι ίδιοι θεωρούν ως «ωραιότερη δουλειά του κόσμο». Ζουν στον Όλυμπο! Υπάρχει, άραγε, κάτι πιο μαγικό από το να ξυπνάς, να βγαίνεις από τη σκηνή σου μπροστά στο φαράγγι, μέσα στην ησυχία των 2.600 μέτρων και να βλέπεις βουνοκορφές και τη θάλασσα; Ο Μιχάλης Στύλλας, πάντως, το κάνει συστηματικά, εδώ και πολλά χρόνια. Ζει τους περισσότερους μήνες του χρόνου στο Οροπέδιο των Μουσών, στα 2.648 μ. Τον βλέπω σε ρεπορτάζ της εκπομπής «Des Racines et des Ailes» («Ρίζες και φτερά») της γαλλικής δημόσιας τηλεόρασης και καμαρώνω. «Ενα μπαλκόνι ιλιγγιώδες», έτσι περιγράφει η δημοσιογράφος της εκπομπής το σημείο στο οποίο βρίσκεται η σκηνή του Μιχάλη. Λες και αιωρείται στο σύμπαν, ανάμεσα στους θεούς.

«Άραγε οι αρχαίοι Έλληνες θεοί κρύωναν στον Όλυμπο;»

Το γαλλικό κανάλι ασχολήθηκε με την περίπτωση του Μιχάλη και έβαλε το συνεργείο να ανεβεί στον Όλυμπο προκειμένου να βγάλει ένα θέμα για την κλιματική αλλαγή με τίτλο «Άραγε οι αρχαίοι Έλληνες θεοί κρύωναν στον Όλυμπο;». Ο Μιχάλης είναι πασίγνωστος ορειβάτης και διαχειριστής του καταφυγίου «Χρήστος Κάκαλος». Αλλά γι’ αυτό, θα τα πούμε παρακάτω. Στην εκπομπή μίλησε με την ιδιότητα του γεωλόγου, ο οποίος εξερευνά την πιθανότητα να υπήρξε ένας αρχαίος παγετώνας στον Όλυμπο. Γι’ αυτόν τον λόγο, παίρνει προσεκτικά ένα κομμάτι από πέτρα, το αποθηκεύει και θα το αναλύσει, να δει πότε για πρώτη φορά αυτό είδε το φως του ήλιου.

«Η σκηνή είναι το σπίτι μου για το καλοκαίρι», λέει στην κάμερα. «Εδώ κοιμάμαι και είμαι ήσυχος. Όταν ανοίγω ''το παράθυρό μου'' βλέπω τη θάλασσα, το σπίτι του Ποσειδώνα, και από την άλλη μεριά μπορώ να δω μέχρι τον θρόνο του Δία».

'Ενας επιστημονικός παράδεισος

Οι αμύητοι θα φαντάζονται ίσως ότι κάπου παραδίπλα υπάρχει ένα τζιπ για να φορτώνει και να ξεφορτώνει πράγματα. Στην πραγματικότητα, η ζωή στο Οροπέδιο των Μουσών είναι πολύ σκληρή, ακόμη και το καλοκαίρι. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος πρόσβασης με αυτοκίνητο και όλες οι προμήθειες για το καταφύγιο φορτώνονται στα μουλάρια ή στους επισκέπτες. Γι’ αυτό και οτιδήποτε καταναλώνεται στα καταφύγια του Ολύμπου, απαιτεί διπλή περίσκεψη. Δεν υπάρχει απορριμματοφόρο για τα σκουπίδια, το νερό χρειάζεται φειδώ, η ενέργεια είναι πολύτιμη. Στο βουνό δεν υπάρχουν απαιτήσεις, δεν χωρούν βεντετισμοί, δεν περνάει το χρήμα. Στο βουνό -είναι δύσκολο να το πιστέψει κάποιος, αλλά ισχύει!- υπάρχει ισότητα.

Ανάβαση

Ο Μιχάλης, όπως και όλοι οι ορειβάτες, ανεβαίνει με τα πόδια. Εάν ένας κοινός θνητός κάνει 6-7 ώρες για να ανεβεί από τα Πριόνια, ο Μιχάλης χρειάζεται μόλις 2-2,5 ώρες, «όταν ανεβαίνω με καλή διάθεση κι από διαδρομές που δεν έχει κόσμο. Τον χειμώνα, βέβαια, μπορεί να κάνω ακόμα και δυο μέρες». Με την οικογένειά του (είναι Θεσσαλονικείς), από παιδάκι ανεβαίνει στον Όλυμπο. Οι γονείς του είναι διαπρεπείς ορειβάτες, ενώ πολύ δυνατός ορειβάτης είναι και ο αδελφός του, Αλέξανδρος, με τον οποίον διαχειρίζονται μαζί το καταφύγιο και ταξιδεύουν για τις αποστολές.

Τα πρωινά στον Όλυμπο είναι μοναδικά. Κάθε ξημέρωμα στο βουνό είναι διαφορετικό από τα προηγούμενα. «Διάλεξα να εγκατασταθώ στο Οροπέδιο των Μουσών από την αγάπη για την ανάβαση και για το βουνό. Ως γεωλόγος, όμως, ύστερα από κάποια χρόνια εδώ πάνω, αντιλήφθηκα ότι ζω σ' έναν επιστημονικό παράδεισο. Έρχονται ερευνητές από όλον τον κόσμο για τον Όλυμπο, κι εγώ έχω όλα αυτά μέσα στον κήπο μου!» λέει στο ντοκιμαντέρ της γαλλικής τηλεόρασης. «Ο παγετώνας είναι σαν μπουλντόζα. Όταν μετακινείται, είναι ένα ποτάμι από πάγο που φέρνει βράχια κι όταν αντιστρέφεται το κλίμα και κάνει ζέστη ο παγετώνας λιώνει και υποχωρεί».

Επιστήμη και μυθολογία

Η επιστήμη επιτρέπει στον Μιχάλη να κάνει μια νέα ανάγνωση της μυθολογίας. Ο κεραυνός, για παράδειγμα. Η έντονη κεραυνική δραστηριότητα του βουνού δεν έχει σε τίποτε να κάνει με την οργή του Δία. «Ο Όλυμπος επηρεάζεται από τη θάλασσα, η τοπογραφία του και το κλίμα του ευνοούν τους κεραυνούς, είναι σαν ένα αλεξικέραυνο δίπλα στη θάλασσα. Ένα βουνό 3.000 μέτρων στα 20 χιλιόμετρα από τη θάλασσα. Είναι συναρπαστικό να δίνεις επιστημονικές εξηγήσεις στη μυθολογία!» εξηγεί με άνεση στην κάμερα της εκπομπής.

Τον Όλυμπο δεν τον περιγράφεις. Του αφοσιώνεσαι!

Πλέον, ο Μιχάλης Στύλλας έχει φτάσει σε ένα σημείο που δεν αντέχει να ζήσει πολλές ημέρες στην πόλη. «Όπως έχει πει ο Ηλίας Βενέζης, τον Όλυμπο δεν τον περιγράφεις. Του αφοσιώνεσαι! Στον Όλυμπο νιώθω ελεύθερος. Είμαι στο περιβάλλον μου, στη φύση μου, ξεχνώ κάθε πρόβλημα». Γενικά, στο βουνό είναι στη φύση του. Την ώρα που μιλάμε, βρίσκεται στις Άλπεις, θα μείνει εκεί μέχρι τον Φεβρουάριο, που θα επιστρέψει για να ανεβεί στον Όλυμπο. Τελευταία φορά είχαμε συναντηθεί στο χιονοδρομικό κέντρο Τρία Πέντε Πηγάδια, στις αρχές της περασμένης άνοιξης. Αυτή είναι η ζωή του, αναβάσεις, βουνό, όρια, extreme καταστάσεις, αντικομφορμισμός. Από κοντά και η επιστήμη του, η γεωλογία, με εκπαιδευτικά προγράμματα. Τελειώνοντας το διδακτορικό του στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, κάνει μεταδιδακτορική έρευνα με το Γαλλικό Ινστιτούτο Ερευνών.

Το καταφύγιο του «Κάκαλου» είναι το ένα από τα δύο καταφύγια στο Οροπέδιο των Μουσών, το μικρότερο. Πήρε το όνομά του από τον Χρήστο Κάκαλο, τον Λιτοχωρινό ο οποίος μαζί με τους Ελβετούς ορειβάτες Fred Boissonnas και Daniel Baud Bovy πραγματοποίησαν την πρώτη καταγεγραμμένη ανάβαση στην ψηλότερη κορυφή του Ολύμπου, τον Μύτικα, στις 2 Αυγούστου του 1913. Το καταφύγιο χωράει περίπου 20 άτομα, αν και όλοι οι καλοί χωράνε σε δύσκολες καιρικές συνθήκες. Ανοίγει αναλόγως του καιρού. Εχει τύχει ο Μιχάλης να κάνει και γιορτές, Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά, επάνω. Όποιος θέλει να ανεβεί, πάντως, ξέρει από πού να ενημερωθεί για τη λειτουργία του καταφυγίου, ξέρει πού να βρει τον διαχειριστή του, ξέρει και πως ό,τι και να συμβεί, ό,τι και να χρειαστεί, εάν ο Μιχάλης είναι κοντά, θα συνδράμει. Πολλές φορές έχει τύχει να τρέξει μαζί με όποιον άλλον βρεθεί στο καταφύγιο για μια διάσωση, για να προλάβουν μια τραγωδία, για να βοηθήσουν κάποιον ο οποίος πήγε να κάνει αναρρίχηση στο Στεφάνι με ακατάλληλα σχοινιά και παπούτσια.

Αθλητικές δραστηριότητες

Ως υπερμαραθωνοδρόμος, ο Μιχάλης Στύλλας έχει λάβει μέρος σε πολλούς αγώνες στο εξωτερικό. Εχει τρέξει σε διαδρομές στην Αμερική, στην Αλάσκα και στο Νεπάλ. Μαζί του στις δραστηριότητες, στις αναβάσεις και στα χιόνια, στις διαδρομές αλλά και στο καταφύγιο, είναι ο αδελφός του Αλέξανδρος. Εκτός από τις δικές τους αθλητικές δραστηριότητες, τα αδέρφια Στύλλα κάνουν support σε ορειβάτες και σκιέρ οι οποίοι έρχονται στον Όλυμπο (κυρίως) για ορειβασία και σκι. «Τον Μάρτιο είμαστε full στο καταφύγιο. Θα κάνουμε κι ένα σεμινάριο σε Γάλλους για τις χιονοστιβάδες, ενώ το ορειβατικό σκι στον Όλυμπο έχει διαρκώς μεγαλύτερη ζήτηση από αθλητές του εξωτερικού».

Από τον Όλυμπο στο Έβερεστ

Ο Όλυμπος δεν είναι ακίνδυνο βουνό. Μπορεί να μην προδιαθέτει λόγω ύψους (2.917 δεν είναι μεγάλο υψόμετρο), ωστόσο είναι πάρα πολύ επικίνδυνο. «Είναι το καλύτερο βουνό για ορειβασία. Μπορείς να βρει κανείς εύκολα μονοπάτια, αλλά και δύσκολα. Γενικότερα όμως τα ελληνικά βουνά έχουν μεγάλη τεχνική δυσκολία, σε αντίθεση με το Έβερεστ που εκεί έχεις να αντιμετωπίσεις το υψόμετρο και τις δύσκολες καιρικές συνθήκες». Ο Μιχάλης Στύλλας έχει ανεβεί στο Έβερεστ - άλλωστε, αυτό είναι το όνειρο κάθε ορειβάτη αξιώσεων. Να φτάσει στην κορυφή του κόσμου. Ήταν το 2004, με την πρώτη ελληνική αποστολή που κατάφερε να κατακτήσει το Έβερεστ. Η πιο δύσκολη στιγμή ήταν όταν, ανεβαίνοντας, έμαθαν ότι σε ένα γειτονικό βουνό σκοτώθηκε σε αναρρίχηση ένας από τους καλύτερους φίλους του. Ο Μιχάλης σκέφτηκε να τα παρατήσει. Όπως αφηγείται ένας από τους συντρόφους σε εκείνο το ταξίδι, έπαιξε σημαντικό ρόλο το δορυφορικό τηλέφωνο στο να συνεχίσει. Του τηλεφωνούσαν φίλοι και του έλεγαν «Ο Γιάννης θα ήθελε να συνεχίσεις». Και συνέχισε, κι έφτασε.

Στο ψηλότερο καταφύγιο των Βαλκανίων

Εκτός από τον «Κάκαλο», στο Οροπέδιο των Μουσών βρίσκεται και το καταφύγιο «Γιώσος Αποστολίδης». Χτίστηκε το καλοκαίρι του 1961, από τον Σύλλογο Ελλήνων Ορειβατών της Θεσσαλονίκης. Βρίσκεται σε υψόμετρο 2.697 και μπορεί να φιλοξενήσει 80 άτομα. Λειτουργεί συνεχώς από τις αρχές Ιουνίου έως τον Οκτώβριο, ενώ τον υπόλοιπο χρόνο κατόπιν συνεννόησης με τους διαχειριστές. Κατά τη χειμερινή περίοδο, ο προθάλαμος του καταφυγίου παραμένει πάντα ανοιχτός και λειτουργεί σαν καταφύγιο ανάγκης. Ο Γιώσος Αποστολίδης ήταν διαπρεπής Θεσσαλονικιός ορειβάτης, από τους πρωτοπόρους του αθλήματος, ο οποίος σκοτώθηκε το 1964 σε ανάβαση που επιχειρούσε στον Μύτικα από το Λούκι. Ο θάνατός του είχε συγκλονίσει, τότε, την ελληνική ορειβατική κοινότητα και αποφασίστηκε να δοθεί το όνομά του στην καλύβα που είχαν μόλις ανεγείρει μαζί με άλλα μέλη του Συλλόγου Ελλήνων Ορειβατών στο Οροπέδιο των Μουσών.

Χιλιάδες αναβάτες

«Το καταφύγιο είναι το ψηλότερο στα Βαλκάνια», λέει ο Λάζαρος Μποτέλης. Θεσσαλονικιός, πολύ γνωστός οδηγός βουνού, αναρριχητής, δρομέας και αθλητής ορειβατικού σκι, ο οποίος εδώ και χρόνια ζει στην Καλαμπάκα, ενώ πριν από τέσσερα χρόνια ανέλαβαν με τον φίλο του Νίκο Τσαβδάρη τη διαχείριση του καταφυγίου «Γιώσος Αποστολίδης».

«Οι δημιουργοί του ήταν πολύ μπροστά από την εποχή τους. Να είναι καλά εκεί που είναι. Δεν ξέρω τι πίστευαν ή τι υπολόγιζαν όσον αφορά την εξέλιξη του αθλήματος της ορειβασίας, όμως έχτισαν ένα μεγάλο καταφύγιο σε τέτοιο υψόμετρο, που εξυπηρετεί χιλιάδες αναβάτες κάθε χρόνο. Σκεφτείτε ότι χτίστηκε το 1961 και το 1962 έγινε η προσθήκη του δευτέρου ορόφου». Αυτά τα λόγια, ο Λάζαρος τα λέει στον συνάδελφό μας Αντώνη Ρεπανά για το site humanstories.gr. Ο Αντώνης είναι εγγονός ενός εκ των πρωτοπόρων της ορειβασίας και, μάλιστα, στο καταφύγιο «Αποστολίδης» υπάρχει αίθουσα «Ρήγα Ρεπανά». Η ορειβατική κοινότητα στην Ελλάδα, τελικά, είναι μια μεγάλη οικογένεια κι εμείς οι Βόρειοι γνωριζόμαστε μεταξύ μας.

Πρωτοχρονιά στο Οροπέδιο

Ο Λάζαρος θυμάται και αφηγείται στον «Φιλελεύθερο» την πρώτη Πρωτοχρονιά που έκανε στον Όλυμπο. «Ο Νίκος κι εγώ αναλάβαμε το καταφύγιο τον χειμώνα του 2014 και την Πρωτοχρονιά του 2015 βρεθήκαμε να την κάνουμε χωριστά, εκείνος στο Οροπέδιο κι εγώ αποκλεισμένος στην Πετρόστρουγκα (σ.σ.: καταφύγιο που βρίσκεται στα 1.900 μέτρα). Ανεβάζαμε τρόφιμα, αλλά ο καιρός ήταν πολύ άσχημος, είχε χιόνι κι ήταν αδύνατο να συνεχίσω, οπότε έμεινα εκεί. Την επόμενη ημέρα καταφέραμε να ανεβούμε με έναν Ιταλό ορειβάτη».

Τις επόμενες χρονιές έκαναν και Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά στο Οροπέδιο. Τώρα, αναμένεται να ανεβούν των Φώτων κι αν ο καιρός είναι καλός, θα ανεβούν κι άλλοι. «Όταν ο καιρός είναι καλός, πάντα ανεβαίνει κόσμος». Βεβαίως, όταν λέμε για καλό καιρό, μη φανταστείτε συνθήκες Λυκαβηττού. Ο Όλυμπος είναι άγριος, απότομος, κοφτερός και θέλει μεγάλη προσοχή. Όπως μας εξηγεί ο κ. Μποτέλης, κι άλλα ελληνικά βουνά έχουν εξίσου ευμετάβλητο καιρό, με την Πίνδο να έχει ακόμη περισσότερο. Όμως, ο Όλυμπος, λόγω της μεγάλης επισκεψιμότητας, έχει περισσότερα ατυχήματα.

Το κοντινότερο στις κορυφές

Το «ανέβα - κατέβα» για τον Λάζαρο είναι μια απλή ρουτίνα. Υπολογίζει ότι ανεβοκατεβαίνει πάνω από 50 φορές τον χρόνο. Το καταφύγιο ανοίγει από τις αρχές Ιουνίου και μένει ανοιχτό έως το τέλος Οκτωβρίου, ενώ δεν υπάρχει μήνας που δεν θα ανεβεί στο βουνό. Το καλοκαίρι, τα μουλάρια είναι πολύτιμοι βοηθοί στο ανέβασμα των προμηθειών. Στη high season ανεβαίνουν 3-4 φορές την εβδομάδα. Η δουλειά είναι τρομερά υπεύθυνη, διότι εκτός από φιλοξενία, οι διαχειριστές του καταφυγίου «Αποστολίδης» είναι οι πρώτοι που θα τρέξουν για να βοηθήσουν σε οποιαδήποτε κατάσταση ανάγκης, μια και είναι το κοντινότερο στις κορυφές. Επίσης, παρέχουν συμβουλές για τις συνθήκες, ενθαρρύνουν ή αποθαρρύνουν κάποιους από την ανάβαση και την αναρρίχηση.

Για τον Λάζαρο Μποτέλη, η ωραιότερη ώρα της ημέρας είναι το πρωινό. «Ξυπνώ πρώτος απ’ όλους. Λατρεύω τα πρωινά στο βουνό, είμαι ο πρώτος που σηκώνεται και κινείται και είναι πανέμορφα. Και οι καταιγίδες είναι υπέροχες, όταν είμαστε προφυλαγμένοι εννοείται!» Ξυπνά στις 5.30 και κοιμάται στις 23.30. Στο ενδιάμεσο, με τον συνδιαχειριστή του φροντίζουν τα πάντα στο καταφύγιο, από το να συγυρίσουν και να καθαρίσουν μέχρι να ετοιμάσουν τα πρωινά. Το καλοκαίρι δεν νιώθει ποτέ μόνος κάποιος στον Όλυμπο. Τα μονοπάτια είναι γεμάτα κόσμο, έμπειρους ορειβάτες αλλά και επίδοξους και άσχετους. «Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι έρχονται χωρίς να έχουν καν δει τους χάρτες. Εχει τύχει να μας τηλεφωνήσουν από το Λιτόχωρο και να μας ρωτήσουν από πού να ανεβούν».

Αν και ασχολείται από την Α' Λυκείου με την ορειβασία, δεν παύει ποτέ να εκπλήσσεται από τη συμπεριφορά του κόσμου, αλλά δεν παύει και ποτέ να χαίρεται τις ομορφιές του βουνού. Ενας γυμναστής του ήταν εκείνος που τον ανέβασε για πρώτη φορά στο βουνό, κι έκτοτε ο Λάζαρος παθιάστηκε με την ορειβασία. Ασχολήθηκε και με την αναρρίχηση και κατέληξε να γίνει επαγγελματίας οδηγός βουνού.

Όταν κατεβαίνει από το βουνό, πηγαίνει… στα βράχια. Στην Καλαμπάκα, όπου βρίσκεται το σπίτι του. Συμμετέχει τακτικά σε αγώνες τρεξίματος και ορειβατικού σκι. Στην Ελλάδα, το αγαπημένο του χιονοδρομικό κέντρο είναι η Βασιλίτσα, ενώ η Πίνδος το αγαπημένο του βουνό, φυσικά μετά τον Όλυμπο. Εκτός Ελλάδος, θεωρεί την κοιλάδα της Αόστα στην Ιταλία ένα από τα ομορφότερα μέρη.

Ιστορίες για εξωγήινους

«Η δουλειά μου είναι φανταστική!» λέει με ενθουσιασμό και διηγείται μια ιστορία χαρακτηριστική της νοοτροπίας πολλών επισκεπτών του Ολύμπου, οι οποίοι ενθουσιάζονται από το τοπίο και αρχίζουν να πιστεύουν σε θρύλους. «Θυμάμαι μια φορά, ήταν Αύγουστος και το Οροπέδιο ήταν γεμάτο κόσμο που είχε ανεβεί για το φεγγάρι. Είχαμε τελειώσει με τον Νίκο γύρω στη 1 το βράδυ και είχαμε βγει λίγο έξω από την τζαμαρία για να χαλαρώσουμε. Μας πλησίασε κάποιος και μας είπε: ''Ε, ρε παιδιά, τι θα έχουν δει κι εσάς τα μάτια σας εδώ στον Όλυμπο''. Τον αρχίσαμε, λοιπόν, κι εμείς με ιστορίες για εξωγήινους και τέτοια και τον αποτελειώσαμε!».

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στον Φιλελεύθερο στις 28 Δεκεμβρίου 2017.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ
Επιστροφή στην mobile έκδοση.