LIBERALL
THINK TANKST
ΥΓΕΙΑY
ARTNEWSA
Κυριακή 04/11/18
4ος χρόνος, ημέρα 1099η

Διάλειμμα

Print Friendly and PDF
-A +A

Του Κυριάκου Αθανασιάδη

ΕΝΑ. — Δεν υπάρχει (ούτε θα υπάρξει) διασημότερο σλόγκαν για το βιβλίο από το ανεπανάληπτο, «Μ’ ένα Άρλεκιν ξεχνιέμαι». Η λογοτεχνία, ή τέλος πάντων στον καιρό μας κυρίως η πεζογραφία, από τα ρομάντζα τσέπης και τα pulp αστυνομικά μέχρι τον Τζόις και τον Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, κάνει κυρίως αυτό: σε εφοδιάζει με τα απαραίτητα για να ξεχαστείς, δηλαδή εντέλει για να αντέξεις τον κόσμο. Δεν θα σου δώσει λύσεις (δεν υπάρχουν λύσεις: υπάρχει μόνο η βούλησή σου να ξεπεράσεις προβλήματα), δεν θα απαντήσει σε ερωτήματα (το αντίθετο: θα τα θέσει), δεν θα σου βρει δουλειά (αλλά ούτε και θα σε κάνει να τη χάσεις), δεν θα φέρει πίσω τον άνθρωπό σου (μα θα σ’ τον θυμίζει, εκεί που δεν το περιμένεις, εντελώς άξαφνα).

Δεν θα κάνει τίποτε από όλα αυτά, αλλά μαζί της, με έναν τρόπο αρχέγονο, σχεδόν μυθικό, καθώς η τέχνη του λόγου είναι παλιά όσο και οι ανθρώπινες κοινότητες, θα σε βοηθήσει να αντέξεις τον κόσμο. Θα σε παρηγορήσει. Και, ναι, θα σε βοηθήσει να ξεχαστείς.

Όχι ότι ο κόσμος είναι κακός. Δεν είναι. Ούτε καλός είναι. Είναι όμως ο καλύτερος κόσμος που υπήρξε ποτέ, καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας, και ο αυριανός θα είναι καλύτερος από τον σημερινό. Αλλά η ζωή είναι φύσει γεμάτη πόνο — όλων μας η ζωή. Ο πόνος είναι συστατικό της, για κάθε σύνθετο οργανισμό: μια μολόχα, ένα στρείδι, ένα γεράκι, ένα άλογο, έναν άνθρωπο. Γι’ αυτό και χρειαζόμαστε συντροφιά για να την περνάμε: αν είσαι μόνος, πονάει πιο πολύ. Και η συντροφιά μας, αφότου μάθαμε όλοι πέντε γράμματα, είναι ένα ταίρι αν είμαστε τυχεροί, οι φίλοι αν είμαστε δοτικοί, ένα κατοικίδιο αν είμαστε σίγουροι ότι μας αξίζει — και ένα βιβλίο. Οπωσδήποτε ένα τουλάχιστον βιβλίο.

ΔΥΟ. — Τώρα, ξέρω πολύ καλά πως αυτή τη στιγμή δεν είστε στα καλύτερά σας. Είναι πρωί, το βράδυ αργήσατε να κοιμηθείτε, ξυπνήσατε βαρύθυμοι και ναι μεν θέλετε να δουλέψετε, αλλά το μυαλό σας τρέχει στην επικαιρότητα, και η επικαιρότητα είναι σκληρή και άχαρη και πένθιμη και εξοργιστική — και πώς να μην είναι έτσι που τα κάναμε. Γι’ αυτό και προτείνω: ένα διάλειμμα. Κάντε αυτή τη χάρη στον εαυτό σας και, απλώς, κλείστε τον υπολογιστή. Δεν χρειάζεται καν να φτάσετε στο τέλος αυτού του μικρού σημειώματος. Δεν θα χάσετε τίποτε, σας το υπόσχομαι. Αντιθέτως: θα κερδίσετε, έστω για λίγο, την αυτονομία σας.

Το έχουμε ξαναπεί από αυτή τη στήλη, αλλά θα το πούμε ξανά και σήμερα (και κατά πάσα πιθανότητα θα το πούμε και στο μέλλον): προσπαθείτε όσο γίνεται να αποσυνδέεστε. Βγαίνετε offline. Θυμηθείτε τι τέρατα έχετε διαβάσει μόνο τις τελευταίες 48 ώρες από ανθρώπους που γνωρίζετε μόνο κατ’ όνομα — κατά διαδικτυακό όνομα, μάλιστα. Και τι τέρατα πέρασαν και από τη δική σας σκέψη, αλλά συγκρατηθήκατε την τελευταία στιγμή και δεν τα γράψατε σε ένα κουτάκι, και δεν πατήσατε και το Share στη συνέχεια. (Άγιο είχατε). Θυμηθείτε ότι στη μη συνδεδεμένη ζωή σας ποτέ δεν είχατε την «ευκαιρία» να ακούσετε με τα ίδια σας τα αυτιά τις κατάρες, τις απειλές, τις υποσχέσεις βίας που διαβάσατε μόλις προ ολίγων λεπτών σε κάποια thread.

Ειλικρινά, για τις επόμενες δύο, τρεις, δέκα ώρες, δεν θα συμβεί τίποτε στον κόσμο που να πρέπει να το μάθετε άμεσα, ή πριν από τους φίλους σας, ή που να υποχρεούστε να τοποθετηθείτε επ’ αυτού. Όλα είναι υπό μερικό έλεγχο, και έτσι θα παραμείνουν μέχρι να είστε πάλι εκεί. Που θα είστε, ασφαλώς. Αλλά κάπως πιο ώριμος. Σαφέστατα πιο ώριμος.

ΤΡΙΑ. — Μιας και φτάσατε ώς εδώ, νά και μια μικρή ιστορία χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον και σίγουρα χωρίς ηθικό δίδαγμα. Στο αναγνωστήριο μιας δημοτικής βιβλιοθήκης λοιπόν εδώ κοντά, βλέπει κανείς πάντα έναν πολύ ηλικιωμένο άντρα, ίσως αιωνόβιο. Κάθεται μονίμως στην ίδια θέση και έχει μπροστά του ένα ανοιχτό βιβλίο, όχι το ίδιο. Δεν το διαβάζει. Κοιτάζει δεξιά-αριστερά στην αίθουσα, αν και πάντα διακριτικά, το βλέμμα του περνά από τα παράθυρα παρατηρώντας τον καιρό και τις φωτοσκιάσεις, καμιά φορά χασμουριέται σκεπάζοντας το στόμα του, πού και πού ξεφυλλίζει το βιβλίο που έχει μπροστά του, ή τεντώνει προς το πάτωμα το χέρι και το κουνά ρυθμικά.

Όταν τον πρωτοείδα, μου θύμισε τους δικούς μας γεράκους στην Αθήνα που, με το ίδιο πάντα τριμμένο κοστούμι, πηγαίνουν από παρουσίαση σε παρουσίαση βιβλίου για να εντοπίσουν πού προσφέρεται μπουφές. Είναι άνθρωποι χωρίς επαρκή σύνταξη, που έχουν βρει αυτόν τον τρόπο για να εξοικονομήσουν λίγο φαγητό ακόμη. Κάθονται πίσω-πίσω όσο διαρκούν οι ομιλίες και η συζήτηση με το κοινό, ακούν με επαρκές ενδιαφέρον, και όταν η εκδήλωση τελειώνει πηγαίνουν προς τον μπουφέ με υπερήφανο ύφος απόστρατου λεγεωναρίου για να βάλουν ό,τι μπορούν σε μια χαρτοπετσέτα ή στο πλαστικό πιατάκι και από εκεί στην τσέπη του σακακιού ή σε μια σακούλα που επί τούτου έχουν φέρει μαζί τους. Οι πιο συγκινητικοί βιβλιόφιλοι.

Ρωτήσαμε τέλος πάντων γι’ αυτόν τον κύριο, και οι υπεύθυνοι είχαν την καλοσύνη να μας πουν την ιστορία του. Όταν ιδρύθηκε η βιβλιοθήκη, κάπου έναν αιώνα παλιά, ο νεαρός τότε πατέρας του προσελήφθη σαν επιστάτης από τον Δήμο, με κύριο καθήκον να διατηρεί τον λέβητα του κάρβουνου που θέρμαινε το κτίριο μονίμως αναμμένο. Μέρα-νύχτα. Του είχε παραχωρηθεί η σοφίτα για να μένει (το καζάνι ζητούσε κοκ και το βράδυ, οπότε κάποιος έπρεπε να είναι στο μέγαρο διαρκώς), και έτσι έστησε εκεί το νοικοκυριό του. Με τα χρόνια, και καθώς ο ίδιος δεν μπορούσε πια, ανέλαβε τη δουλειά ο γιος του, που δεν ευτύχησε να κάνει οικογένεια. Είχε μόνο μια μαύρη γάτα, από παιδί. Ίσως άλλη κάθε φορά, ίσως όμως και την ίδια. Οι γάτες είναι περίεργα ζώα.

Όταν, κατά το ’90, περάστηκαν καλοριφέρ γκαζιού στη βιβλιοθήκη, οι υπεύθυνοι του ιδρύματος για κάποιο λόγο δεν τον έδιωξαν, αν και πλέον δεν ήταν απαραίτητος. Τον λυπήθηκαν, και ίσως λυπήθηκαν και τη γάτα του. Και έτσι πέρασαν τα χρόνια, και ο άνθρωπος αυτός εξακολουθούσε να ζει στη βιβλιοθήκη, να τριγυρνά στους διαδρόμους της με τους παλιούς δερματόδετους τόμους και στις αίθουσες ανάγνωσης τα βράδια, όταν κανείς άλλος δεν ήταν εκεί, ακολουθούμενος πάντα, λέγεται, από την αθόρυβη γάτα του. Και, ναι, μένει ακόμα εκεί, μας είπαν, κι ας μην έχει αντικείμενο δουλειάς. Για την ακρίβεια, έχει από καιρό τώρα συνταξιοδοτηθεί.

Αυτός ο ηλικιωμένος κύριος που βλέπαμε ήταν ο γιος εκείνου του πρώτου επιστάτη. Ζει ακόμη και σήμερα στη σοφίτα, μέσα στο παλιό, όμορφο κτίριο της βιβλιοθήκης. Κι όταν το πρωί κατεβαίνει στο αναγνωστήριο, έχει πάντα στα πόδια του, κοιμισμένη, μια μαύρη γάτα. Και πού και πού τεντώνει προς το πάτωμα το χέρι και τη χαϊδεύει.

ΤΕΣΣΕΡΑ. — Να κάνετε διαλείμματα από τη ζωή σας στο διαδίκτυο. Να διαβάζετε ιστορίες. Ξεχνιέται έτσι κανείς.

 

Πηγή Φωτογραφίας

Επιστροφή στην mobile έκδοση.