LIBERALL
THINK TANKST
ΥΓΕΙΑY
Δευτέρα 12/11/18
4ος χρόνος, ημέρα 1107η

Ο Σπύρος Βούγιας μιλά στο Liberal

Print Friendly and PDF
-A +A

Του Κυριάκου Αθανασιάδη

Ο Σπύρος Βούγιας, τοπογράφος μηχανικός με μεταπτυχιακό στον Σχεδιασμό Μεταφορών και διδακτορικό από το Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών του ΑΠΘ, όπου διδάσκει από το 1980, χρημάτισε Δημοτικός Σύμβουλος στον Δήμο Θεσσαλονίκης από το 1994.

Στις δημοτικές εκλογές του 1998 και του 2002 ήταν υποψήφιος Δήμαρχος Θεσσαλονίκης. Στις Βουλευτικές Εκλογές του 2000 και του 2004 τοποθετήθηκε στο Ψηφοδέλτιο Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ, ενώ στις εκλογές του 2009 εξελέγη Βουλευτής Α΄ Θεσσαλονίκης, επίσης με το ΠΑΣΟΚ. Μεταξύ 2001 και 2002 διετέλεσε Υφυπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών.

Τον Οκτώβριο του 2009 τοποθετήθηκε Υφυπουργός Προστασίας του Πολίτη, ενώ από τον Σεπτέμβριο του 2010 έως και τον Ιούνιο του 2011 ήταν Υφυπουργός Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων. Σήμερα, είναι επικεφαλής της δημοτικής κίνησης ΠΟΛΗχρωμη Θεσσαλονίκη. Χαιρόμαστε πάντα μία συζήτηση μαζί του, κάτι που πλέον, με τις επόμενες (και εξαιρετικά κρίσιμες) δημοτικές εκλογές να μην απέχουν πολύ, δεν είναι μόνο ευχάριστο, αλλά και αναγκαίο.

- Ευχαριστώ πολύ που μου δίνετε την ευκαιρία γι’ αυτή τη συζήτηση, κύριε Βούγια. Να αρχίσουμε, αν θέλετε, από την επικαιρότητα: ΔΕΘ. Πώς είδατε τις εξαγγελίες του πρωθυπουργού, τι περιμένετε από τον λόγο του Κυριάκου Μητσοτάκη το Σάββατο και πώς βλέπετε τις αντιδράσεις των πολιτών;

Οι εξαγγελίες του πρωθυπουργού αποτέλεσαν το κεντρικό τυπικό ενός ακόμη τρομακτικού και ταπεινωτικού για τη Θεσσαλονίκη τριημέρου, που επαναλαμβάνεται μηχανιστικά κάθε χρόνο. Ήταν μια ακόμη δυστοπική τελετουργία που περιλάμβανε φέτος τον τριήμερο αποκλεισμό της πόλης, την προκλητική παρουσία των δυνάμεων καταστολής παντού, την αδικαιολόγητη και ασύμμετρη επίθεση με χημικά στους διαδηλωτές για το Μακεδονικό για παραδειγματισμό, τον παραδοσιακό κλεφτοπόλεμο με τους δήθεν αναρχικούς και την κακόγουστη περιφορά των μπουλουκιών από παρατρεχάμενους που ακολουθούσαν τους υπουργούς από περίπτερο σε περίπτερο.

Η ομιλία του πρωθυπουργού έκρυβε μια εγγενή αντίφαση που υπονόμευε τον αρχικό της στόχο: την ακατάσχετη παροχολογία, που δεν περιορίστηκε μόνο στον χρόνο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ αλλά επεκτάθηκε και στην επόμενη κυβερνητική θητεία, ανατρέποντας το αφήγημα για σταθερότητα, αυτοσυγκράτηση και ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις. Αυτό που ήθελε επικοινωνιακά να πετύχει ήταν η ανύψωση του χαμηλού ηθικού των οπαδών του και η παγίδευση της επόμενης κυβέρνησης στις δικές του εξαγγελίες. Ακουγόταν εκβιαστικό και απειλητικό, σαν να έλεγε: «Ή μας ψηφίζετε για να τα υλοποιήσουμε, ή θα τα κάνουμε πάλι ρημαδιό, ως αντιπολίτευση». Υπήρχε μια έπαρση στο ύφος και μια αυταρέσκεια στα όρια του αυτοθαυμασμού για τη «μεγάλη επιτυχία της καθαρής εξόδου». Γενικά, παρότι δεν έφτασε στο κρεσέντο ενός νέου «Προγράμματος Θεσσαλονίκης», μου θύμισε ένα στίχο του Μανώλη Αναγνωστάκη: «Όχι αυταπάτες, προπαντός».

Ο κ. Μητσοτάκης θα υποχρεωθεί τώρα να είναι ακόμη πιο συγκρατημένος και σοβαρός για να διαφοροποιηθεί από τον κ. Τσίπρα, κάτι που θα αποδυναμώσει το πολιτικό και επικοινωνιακό αποτέλεσμα της ομιλίας του. Τουλάχιστον η παρουσία του δεν θα βλάψει περισσότερο την εικόνα και τη ζωή της πόλης, αφού τα μέτρα ασφαλείας θα είναι πιο περιορισμένα.

Τα τελευταία 10 χρόνια, τα εγκαίνια της ΔΕΘ έχουν μετατραπεί σε μια τραυματική εμπειρία για τη Θεσσαλονίκη. Οι κάτοικοι φεύγουν μακριά αυτό το τριήμερο ή κλείνονται στα σπίτια τους. Οι τελευταίοι τουρίστες αδυνατούν να κατανοήσουν τι συμβαίνει και η αγορά νεκρώνει. Για μας, που μεγαλώσαμε κυριολεκτικά δίπλα της, η Έκθεση ήταν ένα ζαχαρωτό, ένα μαγικό χαλί που μας ταξίδευε στον κόσμο και το περιμέναμε με τρελή λαχτάρα. Και γι’ αυτό δεν μας αρέσει καθόλου αυτό που γίνεται τώρα και πρέπει άμεσα να σταματήσει. Γιατί, εκτός από την πολιτική μας νοημοσύνη, προσβάλλεται και η αθωότητα της παιδικής μας ηλικίας αλλά και η ζωντανή ιστορία της ίδιας της πόλης.

- Δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο. Πάμε όμως στα των επικείμενων Δημοτικών Εκλογών, που δεν είναι βέβαια να γίνουν αύριο, αλλά δεν αργούν κιόλας. Πώς βλέπετε το έως τώρα προεκλογικό σκηνικό στον Δήμο της Θεσσαλονίκης;

Μοιάζει, προς το παρόν, με κινούμενη άμμο που μπορεί να καταπιεί και να εξαφανίσει ορισμένους υποψηφίους ή, αντίθετα, να αναδείξει απ’ το πουθενά κάποιους άλλους. Γι’ αυτό τον λόγο, οι περισσότεροι κρατούν κλειστά τα χαρτιά τους, εκτός από ορισμένους που έσπευσαν πρόωρα να ανακοινώσουν το ενδιαφέρον τους χωρίς να συνειδητοποιούν το μέγεθος του εγχειρήματος.

Το κλίμα επηρεάζεται ακόμη από το γεγονός ότι ο εκλογικός νόμος που ψήφισε ο ΣΥΡΙΖΑ, βασισμένος στη λογική του παλιού μαοϊκού ρητού, «Μεγάλη ανακατωσούρα, ωραία κατάσταση», ενθαρρύνει οποιονδήποτε να κατέβει ως επικεφαλής ψηφοδελτίου και να εκλεγεί ως δημοτικός σύμβουλος με υπόλοιπα της τάξεως του 1%, πιστεύοντας ότι έτσι θα του δοθεί η ευκαιρία κάποια στιγμή να πιέσει ή να επηρεάσει τον δήμαρχο, που δεν θα διαθέτει απόλυτη πλειοψηφία. Είναι σημαντικό να μην απαξιωθεί εντελώς η ιδιότητα του «υποψηφίου δημάρχου», για την οποία πιστεύω πως, τουλάχιστον για πόλεις σαν τη Θεσσαλονίκη, θα έπρεπε να προϋποθέτει ένα επίπεδο τυπικών και ουσιαστικών προσόντων, όπως απαιτεί κάθε σοβαρή και σύνθετη αποστολή.

Σύγχυση δημιουργεί επίσης η επιμονή του Γιάννη Μπουτάρη να μην ξεκαθαρίζει την απόφασή του, σε συνδυασμό με το πολιτικό παράδοξο να υποστηρίζεται σήμερα από τον ΣΥΡΙΖΑ, που τον «ανακάλυψε» πολύ αργά και τον πιέζει ασφυκτικά να συνεχίσει, επιδιώκοντας να τον χρησιμοποιήσει σαν σανίδα σωτηρίας. Αλλά και το ΚΙΝΑΛ, πώς είναι δυνατόν να μάχεται για να φύγει ο ΣΥΡΙΖΑ από την εξουσία και να κατεβαίνει μαζί του με κοινό υποψήφιο στη Θεσσαλονίκη; Πώς γίνεται να διαφωνεί με τη Συμφωνία των Πρεσπών και να στηρίζει ένα δήμαρχο που έπαιξε πρωταρχικό ρόλο σ’ αυτήν; Πρόκειται για μια τοξική, πλέον, και πολιτικά ανάρμοστη σχέση που σύντομα, πιστεύω, θα διακοπεί. Τέλος, η Νέα Δημοκρατία, κατάφερε πάλι να βραχυκυκλωθεί, «διαρρέοντας» ατάκτως διάφορα ονόματα, χωρίς κριτήρια, στόχευση και σχέδιο, δείχνοντας ανέτοιμη να εκμεταλλευτεί τη σχετικά προνομιακή θέση που κατέχει στο πολιτικό σκηνικό.

Συμπερασματικά, πρόκειται για ένα αχαρτογράφητο ακόμη και επικίνδυνο πολιτικό τοπίο, το οποίο είναι απρόβλεπτο, παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον και κινητικότητα και κυοφορεί εκπλήξεις.

- Όσον αφορά εσάς; Θα είστε τελικώς υποψήφιος δήμαρχος;

Ξεκίνησα πριν ένα χρόνο περίπου, αναγνωριστικά, την προσπάθειά μου να διαγνώσω τις διαθέσεις των συμπολιτών μου, λέγοντας: «Θα ρωτήσω την πόλη και θα κάνω ό,τι μου πει». Ήθελα να πάρω την έγκρισή της για να συγκροτήσω στη συνέχεια τη «Μικτή Θεσσαλονίκης», ένα αξιοκρατικό υπερκομματικό ψηφοδέλτιο. Στην πρώτη φάση, με λίγους, αφοσιωμένους και ενθουσιώδεις συνεργάτες, στήσαμε το «Thessaloniki project», ένα εργοτάξιο ιδεών και δράσεων για την πόλη. Ξέραμε ότι το εγχείρημα δεν ήταν απλό, γιατί η Θεσσαλονίκη δεν είναι μια κοινή πόλη αλλά μια σειρά από έννοιες και συμβολισμούς. Επιδιώξαμε, με πολλούς εκλεκτούς Θεσσαλονικείς, στις δύο μεγάλες εκδηλώσεις «20Χ5» που διοργανώσαμε, να αναζητήσουμε τη νέα ταυτότητα της πόλης, το καινούργιο της αποτύπωμα. Και, στη συνέχεια, να βοηθήσουμε ώστε η πόλη να επινοήσει ξανά τον εαυτό της και να ξαναγίνει «τόπος» για τους κατοίκους της, δηλαδή ένας χώρος μεστός νοήματος που εμπεριέχει και την πράξη.

Τώρα, πρέπει να εξαγάγω τα συμπεράσματά μου και να πάρω την τελική κρίσιμη απόφαση. Αυτό που κατάλαβα, πάντως, είναι ότι η πόλη κοιμάται βαθιά κι εγώ δεν ξέρω αν είμαι αυτός που μπορεί να την ξυπνήσει ξανά μ’ ένα φιλί, όπως το ’98. Αντιλαμβάνομαι ότι δεν διαθέτω πιά την ίδια ενέργεια, τον ενθουσιασμό και τη φρεσκάδα εκείνης της εποχής. Έχω, όμως, οπωσδήποτε συσσωρεύσει μεγαλύτερη εμπειρία και ωριμότητα από τις επιτυχημένες προσπάθειες αλλά και από τα λάθη μου (κυρίως απ’ αυτά) και μια στοιχειώδη αλλά πολύτιμη αυτογνωσία που με προστατεύει από βεβιασμένες ενέργειες. Θεωρώ ότι διαθέτω ένα είδος «καταλληλότητας» (συγκριτικά, τουλάχιστον), χαρακτηριστικό που είναι «επείγον», ιδιαίτερα αυτή την κομβική χρονική στιγμή για την πόλη. Και πάλι, όμως, δεν αρκεί, προφανώς, να το λέω εγώ, αλλά εκείνη. Η ωραία κοιμωμένη πόλη.

- Ποια κόμματα θα χαιρόσασταν να στήριζαν μία πιθανή υποψηφιότητά σας;

Ιδανικά, όλα τα κόμματα του λεγόμενου δημοκρατικού τόξου (ό,τι και να σημαίνει αυτό στην εποχή μας). Ρεαλιστικά μιλώντας, το κόμμα του πολιτικού χώρου της Κεντροαριστεράς, στον οποίο ανήκω ιδεολογικά, στην προκειμένη περίπτωση, δηλαδή, το ΚΙΝΑΛ.

Εννοείται ότι στήριξη δεν σημαίνει χρίσμα, αλλά τη θεσμική υποχρέωση των κομμάτων να πάρουν θέση στην αντιπαράθεση των διαφόρων δημοτικών συνδυασμών, όπως αυτοί διαμορφώνονται σε κάθε πόλη. Η αλήθεια είναι, βέβαια, ότι τα κόμματα δεν αρκούνται σ’ αυτό τον ρόλο και δεν σέβονται την αυτονομία της τοπικής αυτοδιοίκησης, επιθυμώντας να χρησιμοποιήσουν τους δημάρχους και τους δήμους σαν ιμάντες της κομματικής τους παρουσίας ή σαν λάφυρα στον επικοινωνιακό απολογισμό των εκλογών. Δεν έχουν το παραμικρό ενδιαφέρον για το τι θα συμβεί σε κάθε πόλη την επόμενη μέρα, λες και η βιώσιμη καθημερινότητα δεν παίζει κανένα ρόλο στην ποιότητα της ζωής των ανθρώπων. Και αυτό ισχύει, δυστυχώς, για όλα τα κόμματα.

Το συμπέρασμα είναι πως δεν πρέπει κανείς να περιμένει και να εξαρτάται από τη στήριξή τους, αλλά να προχωρά ανεξάρτητα και υπερκομματικά και –όπως είπατε– να χαίρεται όταν έρχονται ένα ή και περισσότερα κόμματα να στηρίξουν, χωρίς όρους, την προσπάθειά του. Αυτό κατάφερα να επιτύχω το ’98 και θα ήθελα να εξασφαλίσω και αυτή τη φορά, προκειμένου να είμαι τελικά υποψήφιος.

Όμως, η κλεψύδρα του χρόνου αδειάζει και πρέπει να ανακοινώσω σύντομα την απόφασή μου. Επέλεξα, λοιπόν, να το κάνω σε ένα μήνα από τώρα, στις 15 Οκτωβρίου, 20 χρόνια ακριβώς από την ημέρα που έγιναν οι δημοτικές εκλογές του 1998, εκείνη η ανεπανάληπτη γιορτή της πόλης που, μπορεί να μην ολοκληρώθηκε αμέσως, αποτέλεσε όμως την αφετηρία για τη δημιουργία λίγα χρόνια αργότερα της Πρωτοβουλίας για τη Θεσσαλονίκη, που κατάφερε να απελευθερώσει την πόλη από την εσωστρέφεια και τη μοναξιά 24 χρόνων.

- Τελικώς όλα εξαρτώνται, αναφορικά τουλάχιστον με τις εκλογές, από το τι θα επιλέξει να κάνει ο κυρ Γιάννης;…

Καλώς ή κακώς, η επιλογή του θα επηρεάσει τις εξελίξεις προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Υπήρξε ένας δήμαρχος που διοίκησε την πόλη 9 χρόνια και άφησε έντονη τη σφραγίδα της παρουσίας του (ανεξάρτητα από τη γνώμη που έχει ο καθένας γι’ αυτόν). Η δική μου σχέση μαζί του δεν είναι μόνο μακρόχρονη και προσωπική αλλά και πολιτικά συγγενής, με την έννοια ότι απευθυνόμαστε, γενικά, στο ίδιο κοινωνικό ακροατήριο. Με ενδιαφέρει, επομένως, η απόφασή του, γιατί (εάν αποσυρθεί) θα «απελευθερώσει» δυνάμεις που θα στηρίξουν σε μεγάλο βαθμό στη συνέχεια τη δική μου προσπάθεια.

Η πολιτική μου εκτίμηση (που την πιστεύω ειλικρινά και όχι επειδή, ενδεχομένως, με ευνοεί) είναι ότι θα σταματήσει, γιατί η εξυπνάδα και η πονηριά του θα υπερνικήσουν τελικά το πείσμα του. Γιατί υπάρχει (όπως δήλωσε ο ίδιος) μια «εύλογη κόπωση». Γιατί καταλαβαίνει πως η πόλη είναι θυμωμένη μαζί του. Γιατί δεν μπορεί να μη θέλει να διατηρήσει ένα τμήμα της υστεροφημίας του, αποχωρώντας την κατάλληλη στιγμή μετά από δύο θητείες. Γιατί, τελικά, υποθέτω πως επιθυμεί να απολαύσει πλέον τη ζωή του «μακριά απ’ το αγριεμένο πλήθος».

Όλα αυτά, βέβαια, αποτελούν τις «λογικές» μου εκτιμήσεις. Το τι θα κάνει τελικά ο κυρ-Γιάννης φοβάμαι πως δεν το ξέρει ούτε ο ίδιος. Το μόνο που θα του ζητούσα, προσωπικά, είναι να ανακοινώσει την όποια απόφασή του όσο πιο γρήγορα μπορεί, για το καλό της πόλης.

- Πάμε στη ουσία: ποιες θα πρέπει να είναι οι προτεραιότητες του επόμενου δημάρχου; Εάν θέλετε, πείτε μας τις 5 πρώτες.

1. Να αποκαταστήσει ξανά μια σχέση εμπιστοσύνης με τους πολίτες, στρέφοντας την προσπάθειά του αποκλειστικά στην πόλη και όχι στα κεντρικά πολιτικά ζητήματα. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να χωρίσει την πόλη σε 100 οικοδομικά τετράγωνα και να τα επισκέπτεται τουλάχιστον μία φορά το χρόνο (ένα στις 3 μέρες), κρατώντας επιτόπου σημειώσεις με τους συνεργάτες του. Στα 4 χρόνια θητείας, όλα τα μικρά τοπικά προβλήματα κάθε περιοχής θα είχαν αντιμετωπιστεί.

2. Να ολοκληρώσει και να ανανεώσει τις συγκοινωνιακές υποδομές που καθυστερούν:
θαλάσσια συγκοινωνία (έτοιμη για ένταξη σε κάποιο πρόγραμμα)
σύγχρονο τραμ (συμπληρωματικό του μετρό)
αναδιάρθρωση λεωφορειακών γραμμών και άμεση ανανέωση και αύξηση του αριθμού των λεωφορείων (με ανοιχτό διεθνή διαγωνισμό για ιδιώτες παρόχους με έλεγχο της πολιτείας). Οι μαζικές μεταφορές απαιτούν μεγάλες επενδύσεις και τεχνογνωσία, κάτι που δεν διαθέτει ο κρατικός ΟΑΣΘ.

3. Αναδιανομή του δημόσιου χώρου υπέρ των εναλλακτικών μέσων μεταφοράς (λεωφορεία, ποδήλατα) και
των πιο ευάλωτων χρηστών της οδού, δηλαδή των πεζών και των ΑΜΕΑ.

4. Ψηφιακή αναβάθμιση της διοίκησης, ώστε ο πολίτης να διευκολύνεται από τον Δήμο στη μάχη του με τη γραφειοκρατία και το απόμακρο, εχθρικό κράτος.

5. Εκτεταμένη ανακύκλωση, με πλήρη διαχωρισμό και προσωποποιημένη ευθύνη από τους πολίτες.

Εννοείται ότι δεν πρέπει να κατεδαφίσει το θετικό έργο της προηγούμενης διοίκησης, αλλά και ότι οφείλει να αναπτύξει σε υψηλότερο ακόμη βαθμό την εξωστρέφεια, τον κοσμοπολιτισμό και την υψηλή αισθητική στις αναπλάσεις που τόσο μεγάλη ανάγκη έχει η πόλη.

- Πάντως, ειλικρινά: θα μπορέσει η πόλη να βρει τον δρόμο της; Ως Θεσσαλονικιός της διασποράς πλέον, όποτε επισκέπτομαι τη Θεσσαλονίκη νιώθω ότι μάλλον το τρένο έχει χαθεί. Η πόλη δεν μοιάζει απελπισμένη και μόνη πια, ή απλώς φτωχή, αλλά εντελώς παραδομένη. Ποια είναι η δική σας αίσθηση;

Είναι αλήθεια πως η πόλη μοιάζει να προχωρά σχεδόν ακυβέρνητη, με αυτόματο πιλότο. Ο πήχης των απαιτήσεων έχει κατέβει πολύ, οι κάτοικοι έχουν σταματήσει να απαιτούν, ακόμη και να περιμένουν κάτι. Η κατάσταση στην καθαριότητα είναι απερίγραπτη, τα πεζοδρόμια γλιστρούν από τη βρομιά. Μηχανάκια ανεβαίνουν από τις ράμπες των ΑΜΕΑ στους πεζόδρομους και κινούνται με υψηλές ταχύτητες απειλώντας τους πεζούς. Οι κάτοικοι του κέντρου δεν βρίσκουν θέση να παρκάρουν – αλλά και στις άλλες γειτονιές τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα. Τα λεωφορεία, αραιά και εξαντλημένα από τα εκατομμύρια χιλιόμετρα που έχουν διανύσει (από 12 χρόνια ζωής που είχαν παλιά, έχουν περάσει ήδη τα 20), έχουν γίνει αφόρητα και επικίνδυνα για το επιβατικό κοινό, ενώ τα πάρκα, μεταξύ των οποίων και το θαυμάσιο αστικό πάρκο της Νέας Παραλίας, έχουν εγκαταλειφθεί στην τύχη τους, χωρίς συντήρηση και φροντίδα.

Κι εγώ, όταν επιστρέφω από κάποιο ταξίδι, τρομάζω μ’ αυτή την εικόνα και απορώ γιατί δεν υπάρχει αντίδραση. Κι όμως, μέσα σε λίγες μέρες προσαρμόζομαι πάλι παθητικά σ’ αυτή τη γλυκιά νάρκωση που μας χαρακτηρίζει τους Θεσσαλονικείς και μας κάνει να δικαιολογούμε και να ωραιοποιούμε την κατάσταση: η ανθρώπινη κλίμακα, η απουσία ελέγχου, η ζεστασιά των ανθρώπων, η επαφή με τη θάλασσα, η ζωντάνια των νέων παιδιών, μας παραπλανούν. Υπάρχουν, όντως, και είναι πολύ ωραία αυτά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πόλης. Θα μπορούσαν, όμως, να ευδοκιμούν μέσα σε ένα πιο λειτουργικό, καθαρό και ανθρώπινο αστικό περιβάλλον, που θα παρηγορούσε αντί να ταπεινώνει και θα αποζημίωνε λιγάκι για τα μεγάλα και αξεπέραστα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα.

Αυτός ακριβώς είναι και ο ρόλος και η αποστολή ενός καλού δημάρχου για την πόλη.

- Και μια τελευταία ερώτηση. Σας θυμάμαι από παλιά, κοντά 25 χρόνια πριν, όταν υποστηρίζατε τη δημιουργία ενός δικτύου ελαφρών μέσων σταθερής τροχιάς για την πόλη, αντί για το μετρό. Σήμερα, μετά από όλη αυτή την περιπέτεια (για να μην πω την καταστροφή) στο κέντρο και σε γειτονιές της πόλης, και με όλες τις καθυστερήσεις στο έργο, για να μη μιλήσω για το οικονομικό βάρος, τι θα λέγατε;

Δεν θέλησα ποτέ να δηλώσω εγωιστικά ικανοποιημένος επειδή δικαιώθηκα. Αντιθέτως, με διακατέχει και με βασανίζει διαρκώς το έντονο συναίσθημα μιας ατελέσφορης και ανολοκλήρωτης, σισύφειας προσπάθειας. Είχα τη δυνατότητα, λόγω των σπουδών και της ειδικότητάς μου του συγκοινωνιολόγου, από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 ακόμη να διαγνώσω καθαρά τις ανάγκες της πόλης, σε μια περίοδο που ευνοούσε αλλαγές και μεγάλες παρεμβάσεις. Ένα πλήρες δίκτυο επιφανειακού σύγχρονου τραμ που θα άλλαζε την εικόνα της Θεσσαλονίκης στη διαδρομή του, αστική θαλάσσια συγκοινωνία για την αποκατάσταση της διαταραγμένης σχέσης της πόλης με τη θάλασσα, ολοκληρωμένο δίκτυο ποδηλατοδρόμων, ήπια κυκλοφορία, αναδιανομή του δημόσιου χώρου.

Αντί γι’ αυτά, κυκλοφορώ 30 χρόνια ανάμεσα στις λαμαρίνες του μετρό, ενός έργου που μπήκε σαν υπόθετο στο σώμα της πόλης και την ταλαιπώρησε τόσο πολύ μέχρι ν’ αρχίσει κάποτε να επενεργεί θετικά. Ένα έργο που μετατράπηκε –όπως είχαμε προβλέψει– από συγκοινωνιακό σε αρχαιολογικό και γι’ αυτό, όταν αρχίσει να λειτουργεί, σε 3-4 χρόνια από σήμερα, θα παραμείνει «ημίμετρο», ξεφορτώνοντας τον κόσμο στο Σιντριβάνι αντί για τον Σιδηροδρομικό Σταθμό. Πάντως, περιμένω με αγωνία να τελειώσει αυτή η περιπέτεια, για να μπουν επιτέλους μπροστά και οι άλλες προτάσεις και τα σχέδια που εκκρεμούν στοιχειωμένα στο μυαλό μου.

Αισθάνομαι ότι έχω ένα χρέος προς το παρελθόν. Κουράστηκα να επιμένω, αλλά θα επιμένω μέχρι να γίνουν κάποια, έστω, από αυτά που ονειρεύτηκα, μελέτησα και πρότεινα για την πόλη, πραγματικότητα. Κι αν υπάρξει αυτή η συνθήκη, η Θεσσαλονίκη, το ξέρω, μπορεί να μας προσφέρει απρόσμενα το προνόμιο μιας επίπλαστης, έστω, καθημερινής ευτυχίας.

- Να είστε καλά. Σας ευχαριστώ θερμά.

Επιστροφή στην mobile έκδοση.