LIBERALL
THINK TANKST
ΥΓΕΙΑY
Κυριακή 11/11/18
4ος χρόνος, ημέρα 1106η

Ένα κραχ στις κατασκευές, γονατίζει τον Ερντογάν

Print Friendly and PDF
-A +A
 Ένα κραχ στις κατασκευές, γονατίζει τον Ερντογάν

Αν γίνει «κραχ» στη τουρκική αγορά real estate, που στηρίχθηκε στα χαμηλότοκα δάνεια σε ξένο νόμισμα, με συνέπεια όσο κατρακυλά η λίρα, τόσο να δυσκολεύει η αποπληρωμή τους, τότε ο Ερντογάν που συνδέεται ευθέως με τις κατασκευές, θα γονατίσει.

Τα λόγια είναι του Κώστα Λάβδα, καθηγητή Ευρωπαϊκής Πολιτικής στο Πάντειο, που μιλά για την μεγαλύτερη αυτή τη στιγμή τουρκική ωρολογιακή βόμβα, αυτή των κατασκευών, οι οποίες συνδέονται ευθέως με το οικονομικό «θαύμα» του Ερντογάν, που παρ' ότι κάνει αγωνιωδώς ό,τι μπορεί για να αποφύγει το πικρό ποτήρι της προσφυγής στο ΔΝΤ, πιθανότατα δεν θα το αποφύγει. 

Τονίζει ότι τα μέτωπα που νομίζει ότι κλείνει ή θέλει να δείξει ότι κλείνει, η Τουρκία, στην πραγματικότητα παραμένουν ορθάνοικτα, όπως οι σχέσεις της με την Ευρώπη, ενώ εκτιμά ότι οι ΗΠΑ, παρά την δομική ένταση με την Άγκυρα, δεν θα την αφήσει να πέσει εύκολα στην αγκαλιά του Πούτιν. 

Χαρακτηρίζει επιπόλαιους όσους θεωρούν ότι η απομάκρυνση της Τουρκίας από τη Δύση, θα ήταν καλή είδηση για την Ελλάδα. «Είναι μια επιφανειακή ανάλυση και θα ήταν καλύτερα να μην βιαστούμε να εξάγουμε συμπεράσματα, προτού δούμε το νέο βηματισμό της ΕΕ, την εξέλιξη των σχέσεων της με τις ΗΠΑ και το πλαίσιο του ΝΑΤΟ», σημειώνει με νόημα. 

Συνέντευξη στο Γιώργο Φιντικάκη

- Αν σας ζητούσα μια πρόβλεψη για το τι τελικά θα συμβεί με τη Τουρκία, ποια θα ήταν αυτή; 

Η παρούσα όξυνση προφανώς σχετίζεται και με την εντεινόμενη αμερικανική πίεση, αλλά τα προβλήματα είναι βαθύτερα και, πάντως, είχαν εκδηλωθεί από το 2016, όταν άρχισε σταδιακά να υποχωρεί η λίρα. Δύσκολα λοιπόν μπορεί να πει κανείς ότι η κρίση είναι αμιγώς πολιτική και θα μπορούσε ενδεχομένως να τελειώσει σύντομα μέσω πολιτικών διευθετήσεων.

Της κατάρρευσης του τηλεπικοινωνιακού κολοσσού Turk Telekom, φοβάμαι ότι θα ακολουθήσουν νέες οικονομικές «εκρήξεις». Υπάρχουν πολλές ωρολογιακές βόμβες στην Τουρκία, με πρώτο και καλύτερο τον τεράστιο κλάδο των κατασκευών. 

Το αναπτυξιακό «θαύμα» του Ερντογάν στηρίχθηκε σε σημαντικό βαθμό στις κατασκευές, που αποτέλεσαν την ατμομηχανή της οικονομικής δραστηριότητας, συμμετέχοντας περίπου κατά 20% στο ΑΕΠ των τελευταίων ετών.

Δεδομένου ότι η ανάπτυξη του τουρκικού real estate προήλθε από μια «έκρηξη» ιδιαίτερα το 2012-2014 σε χαμηλότοκα δάνεια που έλαβαν οι επιχειρήσεις, τα οποία στη πλειοψηφία τους είχαν συναφθεί σε ξένα νομίσματα, όσο κατρακυλά η λίρα, τόσο και δυσκολεύει η αποπληρωμή τους. 

Σε πολλές μάλιστα αστικές περιοχές τα κατασκευαστικά έργα έχουν «παγώσει» εντελώς αφού υπάρχουν ελλείψεις υλικών, τα οποία πληρώνονται σε συνάλλαγμα. Είναι επομένως βέβαιο ότι η επόμενη οικονομική «έκρηξη» θα αφορά στο real estate, και σε εταιρείες που ειδικεύονται σε κάθε είδους κατασκευές.

Θυμίζω εδώ ότι ο κατασκευαστικός τομέας συνδέεται ευθέως με τον ίδιο τον Ερντογάν, του οποίου ο γαμπρός, Μπεράτ Αλμπαϊράκ, νυν υπουργός Οικονομικών, εργαζόταν προηγουμένως στην Τσαλίκ, μια από τις μεγαλύτερες τουρκικές εταιρείες του χώρου. Ο Ερντογάν ενδιαφέρεται για την οικονομία, παράλληλα όμως και κυρίαρχα ενδιαφέρεται για την παραμονή του στην εξουσία. Το επόμενο διάστημα θα αναδείξει πολλά υπαρξιακά πολιτικά διλήμματα στην Άγκυρα.

Αν τα πράγματα οδηγηθούν σε ένα «κραχ» στις κατασκευές, που είναι αρκετά πιθανό, τότε η τουρκική οικονομία θα χρειασθεί πλέον θεσμική βοήθεια, που δεν θα μπορεί να πάρει τη μορφή συγκεκαλυμένων συμφωνιών έμμεσης στήριξης από Κίνα ή Ρωσία, αλλά πιθανότατα θα απαιτηθεί προσφυγή στο ΔΝΤ.

- Αρκετοί θεωρούν ότι ο Ερντογάν έχει αποδεχτεί ότι η προσφυγή στο ΔΝΤ είναι μονόδρομος, και ότι απλά προσπαθεί να κερδίσει χρόνο, προκειμένου να μπορέσει να τη «σερβίρει» στον τουρκικό λαό. Συμφωνείτε;

Όχι, η άποψη μου είναι ότι ο Ερντογάν δεν έχει αποδεχθεί μέχρι σήμερα αυτό το σενάριο. Αντιθέτως νομίζω ότι προσπαθεί πραγματικά να το αποφύγει, αλλά τα πράγματα δείχνουν ότι δεν θα τα καταφέρει. Ας μην κάνουμε λανθάνουσες συγκρίσεις με την ελληνική φαρσοκωμωδία του 2010, η προσφυγή της Τουρκίας στο ΔΝΤ δεν είναι μια απόφαση που έχει λίγο πολύ ληφθεί. Νομίζω ότι είναι ένα «ποτήρι» που παλεύει αγωνιωδώς να αποφύγει το καθεστώς Ερντογάν, αλλά δύσκολα θα το αποφύγει. Κάθε ημέρα που περνά, το σενάριο προσφυγής στο ΔΝΤ ενισχύεται.

- Σχολιάστε μου και το φλερτ που βλέπουμε εσχάτως μεταξύ Ερντογάν και Ευρωπαίων, ειδικά Γάλλων και Γερμανών. Εντάσσεται και αυτό στην προσπάθεια Ερντογάν να βρει βοήθεια, προκειμένου να αποφύγει τη προσφυγή στο ΔΝΤ;

Πολλές κινήσεις της τουρκικής κυβέρνησης τις τελευταίες εβδομάδες, μεταξύ των οποίων και η απελευθέρωση των δύο στελεχών των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, μπορούν να ερμηνευτούν με επάρκεια μόνο μέσα από το πρίσμα μιας Τουρκίας που προσπαθεί να δείξει ότι το κράτος Δικαίου λειτουργεί, ότι η Τουρκία κλείνει μέτωπα, και ότι το μέτωπο με τις ΗΠΑ αποτελεί ένα εντελώς ειδικό πρόβλημα.

Όμως, τα μέτωπα που νομίζει ότι κλείνει ή θέλει να δείξει ότι κλείνει η Τουρκία, στην πραγματικότητα δεν κλείνουν. Τις προηγούμενες ημέρες υπήρξε για παράδειγμα μια ανταλλαγή δηλώσεων μεταξύ Γαλλίας - Τουρκίας. Η Άγκυρα κατηγόρησε τον Μακρόν ότι δεν κατανοεί τη Τουρκία και την πολιτική της, επομένως οι σχέσεις της τόσο με Γαλλία, όσο και με Γερμανία, παραμένουν δύσκολες.

Σε τελική ανάλυση, αυτό συμβαίνει διότι η ΕΕ τείνει στην απόφαση να διαχειριστεί με νέο τρόπο τη σχέση με την Τουρκία, καθώς κανείς πια δεν επενδύει στο μελλοντικό σενάριο της πλήρους ένταξης ούτε με υποθετικούς όρους. 

Από την άλλη πλευρά, η Άγκυρα προτιμά να διατηρεί την ασάφεια σε αυτό το μέτωπο παρά να ξεκινήσει μια λεπτομερή συζήτηση για μια ειδική σχέση.

Σας θυμίζω ότι οι Τούρκοι αξιωματούχοι δηλώνουν με κάθε ευκαιρία, ότι στόχος της Άγκυρας υποτίθεται ότι παραμένει η πλήρης ένταξη της χώρας στην ΕΕ. Ταυτόχρονα όμως οι ουσιαστικές προϋποθέσεις ένταξης απομακρύνονται με το καθεστώς να διολισθαίνει στον αυταρχισμό εσωτερικά ενώ αναζητεί διαφορετικά ερείσματα στο διεθνές περιβάλλον. 

Στην Άγκυρα αφήνουν το παράθυρο της ένταξης ανοικτό, προκειμένου να αποφύγουν τη συζήτηση για την καθιέρωση μιας ειδικής σχέσης της Τουρκίας με την ΕΕ, κάτι που εξακολουθεί να προωθεί η Γαλλία.

Εξ ορισμού επομένως, η πορεία προς την οποία οδεύουν οι σχέσεις της γειτονικής χώρας με την ΕΕ, καθώς διαχειριζόμαστε πλέον την απομάκρυνση από το υποτιθέμενο σενάριο της ένταξης, δεν διευκολύνει τις επιμέρους σχέσεις της με τη Γαλλία, τη Γερμανία και άλλα μέλη της ΕΕ. Ποια ακριβώς θα είναι η μελλοντική σχέση στις λεπτομέρειες της; Φτάσαμε σε ένα σταυροδρόμι στο οποίο αρχίζει να τίθεται πια αυτό το ερώτημα με τρόπο άμεσο. 

- Σε αυτή τη συγκυρία, με τη Τουρκία να απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο από τη Δύση, τον Ερντογάν να έχει αποκτήσει μια ειδική σχέση με τον Πούτιν, πως φαντάζεσθε την από εδώ και πέρα αντίδραση των ΗΠΑ;

Το ερώτημα αυτό μπορεί να απαντηθεί μόνο σε σχέση με το γενικότερο ερώτημα, προς τα που οδεύει η κυβέρνηση Τραμπ.

Δύο είναι εδώ οι κύριες πτυχές. Καταρχήν, οι ΗΠΑ δεν μπορούν μακροπρόθεσμα να ταυτιστούν με τις πολιτικές της κυβέρνησης Τραμπ. Οι ΗΠΑ θα παραμείνουν ένας κρίσιμος παράγων στην Ευρώπη και μετά την λήξη της θητείας Τραμπ. Άρα ανεξαρτήτως επιπόλαιων δηλώσεων όπως αυτές του Γερμανού ΥΠΕΞ Μάας, που η καγκελάριος Μέρκελ ανασκεύασε την επόμενη ημέρα, όλοι οι δρώντες σκέφτονται και με όρους της μετά-Τραμπ Αμερικής.

Η δεύτερη πτυχή αναφέρεται στο «τρίγωνο» Τουρκίας-Ρωσίας-Ιράν, κάτι που απασχολεί ιδιαίτερα την Ουάσιγκτον. Καλώς ή κακώς, το Ιράν βρίσκεται τώρα στο στόχαστρο της Ουάσιγκτον, ενώ θυμίζω ότι και η Σαουδική Αραβία έχει χαρακτηρίσει τη Τουρκία ως τμήμα ενός «άξονα του κακού».

Επομένως υπάρχει μια εξελισσόμενη δομική ένταση μεταξύ Τουρκίας και ΗΠΑ λόγω και των σχέσεων της τελευταίας με Ιράν και Ρωσία.

Αλλά η απάντηση μου στο ερώτημα, εάν μπορούν οι ΗΠΑ να αφήσουν την Τουρκία να απομακρυνθεί οριστικά από το ΝΑΤΟ, είναι με τα σημερινά δεδομένα αρνητική. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα επιχειρήσουν με διάφορους τρόπους, επιτυχείς και μη, να διατηρήσουν ανοικτό τελικά ένα είδος συστηματικού διαλόγου με την Άγκυρα.

Εξίσου σημαντικό νομίζω είναι και το γεγονός ότι ούτε οι εθνικιστές στην Άγκυρα, που διαδραματίζουν ρόλο στην κυβέρνηση Ερντογάν, είναι διατεθειμένοι να αφήσουν την Τουρκία να κόψει τις γέφυρες με τη Δύση.

- Ποιο σενάριο είναι αυτό που συμφέρει περισσότερο την ελληνική εξωτερική πολιτική, και πολιτική ασφάλειας;

Με τα σημερινά δεδομένα, θεωρώ ότι είναι βιαστικό και επιπόλαιο να θεωρήσουμε ότι η πλήρης ρήξη της Τουρκίας με τη Δύση θα ήταν καλή είδηση για την Ελλάδα.

Είναι μια επιφανειακή ανάλυση και θα ήταν καλύτερα να μην βιαστούμε να εξάγουμε συμπεράσματα, προτού δούμε το νέο βηματισμό της ΕΕ και την εξέλιξη των σχέσεων της με τις ΗΠΑ και το πλαίσιο του ΝΑΤΟ.

Το ερώτημα που μου κάνετε, θα μπορεί να απαντηθεί περισσότερο ουσιαστικά, αφού κλείσουν τα κρίσιμα ανοικτά ζητήματα στην ΕΕ, αφού δούμε τι θα συμβεί με το Brexit, και αφού αποτιμήσουμε την πορεία της Ένωσης μετά τις ευρωεκλογές του 2019.

Η εικόνα μιας πλήρως ενοποιημένης ΕΕ που υπερασπίζεται κοινά σύνορα απέναντι σε μια αναθεωρητική Τουρκία συνιστά, με τα σημερινά δεδομένα, οπτασία και όχι ανάλυση.

Ως προς τις ΗΠΑ, νομίζω ότι αυτή η συναρπαστική εκκρεμότητα στις σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας θα συνεχιστεί, χωρίς όμως οριστικές δραματικές ρήξεις.

Δραματικές, αντίθετα, θα είναι όπως φαίνεται οι εξελίξεις στο οικονομικό επίπεδο, όπου δύσκολα η Τουρκία θα βρει κάποιον, πέρα από το ΔΝΤ, για να τη στηρίξει με τρόπο που θα ικανοποιήσει και τις διεθνείς αγορές.

- Σε αυτό το περιβάλλον, αποκλείεται να δούμε την Τουρκία να επιχειρήσει να «εξάγει» την οικονομική της κρίση, μέσω της εξωτερικής της πολιτικής;

Όπως έχω τονίσει κατ’ επανάληψη, η Τουρκία συνιστά δομική απειλή για την Ελλάδα. Αλλά σε αυτή τη συγκεκριμένη συγκυρία, με τα σημερινά δεδομένα, δεν υπάρχει κάτι που να μας δείχνει ότι πρόκειται να υπάρξει μια τέτοια εξαγωγή κρίσης στο νοτιοευρωπαϊκό περιβάλλον, δηλαδή προς εμάς.

* Ο κ. Κώστας Α. Λάβδας είναι Καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και έχει διατελέσει, μεταξύ άλλων, Senior Research Fellow στη London School of Economics και Καθηγητής στην Έδρα Ελληνικών και Ευρωπαϊκών Σπουδών «Κωνσταντίνος Καραμανλής» στη Fletcher School of Law and Diplomacy του Πανεπιστημίου Tufts στις ΗΠΑ. Βιβλία και άρθρα του έχουν δημοσιευτεί στα αγγλικά, τα γερμανικά και τα ελληνικά. 

 

Επιστροφή στην mobile έκδοση.