LIBERALL
THINK TANKST
ΥΓΕΙΑY
Πέμπτη 08/11/18
4ος χρόνος, ημέρα 1103η

Περί τυφλότητος

Print Friendly and PDF
-A +A

Του Κυριάκου Αθανασιάδη

Είχα μία γραπτή συνομιλία με την Ιωάννα-Μαρία Γκέρτσου, μία ιδιαίτερη, χαρισματική γυναίκα, που ακολουθώ στο Facebook. Και ιδιαίτερη και σαν τυφλή, όπως θα διαπιστώσετε διαβάζοντας το κείμενο που ακολουθεί. Θα μάθετε πολλά για την τυφλότητα, για τους τυφλούς, για το πώς αντιλαμβάνονται τον κόσμο, για τι κάνει και τι δεν κάνει η πολιτεία, αλλά και όλοι εμείς, για τους ανθρώπους που δεν βλέπουν, για το τι είναι και πώς εκπαιδεύονται οι σκύλοι-οδηγοί, για το στίγμα της τυφλότητας και πολλά-πολλά άλλα. Είναι μεγάλο κείμενο (πάνω από πεντέμισι χιλιάδες λέξεις) και εξαιρετικά χρήσιμο, οπότε βρείτε χρόνο για να το διαβάσετε καλά, και όχι διαγωνίως — και σίγουρα όχι στην παραλία. Αποθηκεύστε το κάπου και διαβάστε το όταν θα μπορείτε. Ευχαριστώ πολύ.

- Κυρία Γκέρτσου, είστε τυφλή. Γεννηθήκατε έτσι ή συνέβη κάποια στιγμή στη ζωή σας;

- Η τύφλωση είναι μια πολυπαραγωντική αναπηρία και μια συνθήκη που βιώνεται διαφορετικά από άνθρωπο σε άνθρωπο, ανάλογα με το μέρος του ματιού ή/και του εγκεφάλου που έχει υποστεί βλάβη, το είδος της βλάβης και την έκτασή της. Οι περισσότεροι έχουν την εντύπωση πως «τυφλός» είναι αυτός που δεν βλέπει παρά μόνο σκοτάδι, όμως δεν είναι έτσι. Ένας τυφλός μπορεί να βλέπει όγκους, σχήματα, φως, σκιές, κάποια χρώματα, κινήσεις ή και μεγάλα γράμματα, ανάλογα με τον φωτισμό, το αντικείμενο και την απόσταση, ενώ όσοι δεν έχουν καθόλου όραση, ούτε καν αντίληψη του φωτός, βλέπουν το απόλυτο τίποτα και όχι «μαύρο σκοτάδι» όπως το εννοούν οι «βλέποντες».

Κάποιος με όραση κάτω από 1/20 χαρακτηρίζεται ως «νομικά τυφλός». Δεν έχει τρισδιάστατη όραση, δυσκολεύεται να κινηθεί χωρίς βοήθεια ή βοήθημα και δεν μπορεί να βασιστεί στην όρασή του για να προσανατολιστεί, ενώ οι λεγόμενες «αντιληπτικές σταθερότητες», που λειτουργούν προσαρμοστικά σε όσους βλέπουν, καταλύονται. Έτσι, η όποια εικόνα έχουν του κόσμου είναι διαστρεβλωμένη. Πρόκειται στην ουσία για μια «μη-σκοτεινή τύφλωση».

Κατά τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, κάθε πέντε λεπτά ένας άνθρωπος τυφλώνεται κάπου στον κόσμο, ενώ το ποσοστό των τυφλών που δεν έχουν καθόλου οπτική αντίληψη ανέρχεται στο 15,88%. Τα αίτια είναι πολλά: γονιδιακές, κληρονομικές ή εκφυλιστικές παθήσεις, διαβήτης, καρκίνος, εγκεφαλικό επεισόδιο, τροχαίο δυστύχημα, πρόωρος τοκετός, τραυματισμός του οφθαλμού στο σπίτι ή στην εργασία, εγκαύματα, πυροβολισμός, κατάχρηση τοξικών ουσιών κλπ.

Εγώ δεν έχω καθόλου όραση από το δεξί μάτι, ενώ από το αριστερό βλέπω περιφερειακά φως, σκιές, όγκους και κάποιες κινήσεις από πολύ κοντά, κυρίως των χεριών, αλλά φλου. Χαρακτηριστικά προσώπου δεν μπορώ να ξεχωρίσω. Βλέπω διαφορές των σκιάσεων στο φως, όπως π.χ. σκούρο ή πιο ανοιχτό, κι έτσι ξεχωρίζω π.χ. τα ρούχα μου, δηλαδή όλα μου τα ρούχα που είναι μαύρα και τη στολή του καράτε. Κάποιες φορές το ποσοστό όρασης που έχω με βοηθάει, κάποιες όχι, είναι παραπλανητικό. Παρ’ όλα αυτά, έχω άριστη αντίληψη του ήχου και προσανατολισμό. Γνωρίζω πάντα πού βρίσκομαι σε σχέση με τον περιβάλλοντα χώρο κι αντιλαμβάνομαι αρκετά καλά τις αποστάσεις από τον ήχο και τον αέρα.

Συνέβη όταν γεννήθηκα, αφού ήμουν πρόωρη, 28 εβδομάδων, και η υπερβολική χορήγηση οξυγόνου όταν νοσηλευόμουν στη θερμοκοιτίδα προκάλεσε βλάβη στους αμφιβληστροειδείς των ματιών μου – μία βλάβη γνωστή ως «αμφιβληστροειδοπάθεια της προωρότητας». Από την εποχή που γεννήθηκα, το 1979, ήταν γνωστό πως η υπερβολική χορήγηση οξυγόνου στα πρόωρα νεογνά επιφέρει σοβαρές κινητικές αναπηρίες και τύφλωση, αλλά οι γιατροί δεν πρόσεχαν. Δυστυχώς, ανάλογα περιστατικά συμβαίνουν ακόμα και σήμερα, χωρίς συνήθως να αποδίδεται δικαιοσύνη. Το 1984, δεκάδες γιατροί του ιδιωτικού μαιευτηρίου όπου γεννήθηκα κάθισαν στο ειδώλιο, έπειτα από αγωγή 50 οικογενειών τυφλών παιδιών –και της δικής μου– για «πρόκληση βαριών σωματικών βλαβών επί συνεργία κατά συρροή και κατά εξακολούθηση». Απηλλάγησαν των κατηγοριών με απαλλακτικό βούλευμα.

- Πώς είναι να μη βλέπει κανείς; Εννοώ, πώς είναι να μη βλέπεις σε μία κοινωνία, και μία πόλη, φτιαγμένη για να εξυπηρετεί όσους βλέπουν.

- Σίγουρα το να μη βλέπει κανείς είναι μια υποκειμενική αίσθηση, η οποία εξαρτάται από τη βλάβη του καθενός και μεταβάλλεται ανάλογα με την ηλικία, τις συνθήκες στις οποίες ζει, την εκπαίδευση που έχει, τη νοημοσύνη και την «ψυχολογία του», ακόμα και τα οικονομικά μέσα που διαθέτει.

Όμως, αντικειμενικά, είναι μια δύσκολη κατάσταση. Στην Ελλάδα, η εκπαίδευση και η ψυχολογική υποστήριξη των τυφλών βρίσκεται χρόνια πίσω και είναι μη-επαρκής. Οι αρμόδιοι φορείς δεν προσφέρουν ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο που να ανταποκρίνεται πανελλαδικά στις ανάγκες των τυφλών όλων των ηλικιών. Δεν υπάρχουν ειδικευμένοι επαγγελματίες, π.χ. ψυχολόγοι που να μπορούν να αξιολογήσουν και να υποστηρίξουν σωστά ένα τυφλό παιδί που πρέπει να κάνει τα πρώτα του βήματα στη ζωή ή έναν νεοτυφλοθέντα, ο οποίος πρέπει πλέον να αποδεχθεί πως είναι τυφλός. Συνήθως στα τυφλά παιδιά υπάρχει μεγάλη συνοσηρότητα με διαταραχές του αυτιστικού φάσματος (ΔΑΦ), ιδεοκαταναγκασμούς, αγχώδεις διαταραχές, διατροφικές διαταραχές, αναπτυξιακές διαταραχές, προβλήματα στην ισορροπία, τον ύπνο, την κίνηση, τον συντονισμό. Όμως όλα αυτά «κουκουλώνονται» κάτω από την τυφλότητα η οποία εκλαμβάνεται στερεοτυπικά από τους γονείς ως «χάρισμα». Βαπτίζουν την αναπηρία «χάρισμα» για να της δώσουν ένα θετικό πρόσημο διότι αρνούνται να δουν την πραγματικότητα ως έχει και δεν καταλαβαίνουν ότι τα θετικά αποτελέσματα χρειάζονται αντικειμενικότητα, χρόνο, προσπάθεια, ματαίωση και, συνήθως από την πλευρά της μητέρας, έλεγχο των συναισθημάτων. Στους τυφλούς και στα άτομα με αναπηρία γενικότερα συναντιέται περισσότερο το παθολογικό μοντέλο της υπερπροστατευτικής ελληνικής οικογένειας, που θέλει τα παιδιά της ευνουχισμένα κάτω από μια συνεχή έδραση ελέγχου, και συνήθως οι μητέρες βρίσκουν στα ανάπηρα παιδιά τους έναν μόνιμο συναισθηματικό σύντροφο ο οποίος αντικαθιστά τη μη-επάρκεια του συζύγου. Προβάλλουν επάνω τους τις δικές τους επιθυμίες ως «ανάγκες των παιδιών» με τη δικαιολογία της αγάπης και της αυξημένης ανάγκης τους για προστασία.

Δεν υπάρχουν επίσημα στατιστικά για τον πληθυσμό των τυφλών στην Ελλάδα. Δεν γνωρίζουμε πόσοι είναι νέοι, πόσα είναι παιδιά, πόσοι εργάζονται, πόσοι ζουν ανά δήμο. Υπολογίζονται γύρω στις 50.000-55.000. Σε μια ορεινή και νησιωτική χώρα υπάρχει τεράστια έλλειψη εκπαιδευτών κινητικότητας και προσανατολισμού με λευκό μπαστούνι –τη σημαντικότερη δεξιότητα που πρέπει να έχει ένας τυφλός–, ενώ τα τυφλά παιδιά που φοιτούν στα σχολεία της χώρας μπλέκονται κάθε φορά σε έναν γραφειοκρατικό κυκεώνα, προκειμένου να έχουν κάθε χρονιά εκπαιδευτικούς παράλληλης στήριξης και εποπτικό υλικό.

Το ποσοστό των άνεργων τυφλών είναι μεγάλο, και οι περισσότεροι επαναπαύονται στην επιδοματική πολιτική και στα χρήματα των γονιών τους. Ναι, δεν είμαστε φιλική χώρα προς τα άτομα με αναπηρία.

Εμένα αυτό που με ενοχλεί, ούσα μη-βλέπουσα σε μια κοινωνία και μια πόλη φτιαγμένη για αυτούς που βλέπουν, είναι πως ό,τι κι αν κάνω σαν Ιωάννα-Μαρία θα βρω εμπόδια μπροστά μου. Δηλαδή, μπορεί να έχω άριστο προσανατολισμό, να χειρίζομαι λευκό μπαστούνι, να έχω την τύχη να είμαι μια από τους ελάχιστους τυφλούς που έχουν σκύλο-οδηγό, τη Μέη, κι όμως, ενώ θεωρητικά θα έπρεπε να κινούμαι με ευκολία, παρεμποδίζομαι συνεχώς και κινδυνεύω από παράνομα παρκαρισμένα οχήματα, μηχανάκια που καβαλάνε τρέχοντας τα πεζοδρόμια και τις διαχωριστικές νησίδες, οδηγούς που παραβιάζουν θρασύτατα τις διαβάσεις, κολόνες, ταμπέλες, κλαδιά, σπασμένα πεζοδρόμια, πλημμυρισμένα πεζοδρόμια… δηλαδή κάνεις το καλύτερο που μπορείς προκειμένου να είσαι αυτόνομη, ξοδεύεις χρόνια να μαθαίνεις, να εξελίσσεσαι, κι έρχεται μετά το οργανωμένο –υποτίθεται– κράτος και σου τα αναιρεί όλα, διότι απλά δεν ενδιαφέρεται για την ποιότητα ζωής των πολιτών του ούτε για την προσπάθεια που καταβάλλουν ώστε να ζουν αξιοπρεπώς. Είναι σαν να βρίσκομαι συνεχώς μέσα σε μια πίστα ηλεκτρονικού παιχνιδιού, να πρέπει να πηδάω συνεχώς εμπόδια και να αποδείξω πως δεν είμαι ελέφαντας αλλά ένας άνθρωπος που θέλει να πάει από το σημείο Α στο σημείο Β. Τι πιο λογικό;

Όσον αφορά το υποκειμενικό βίωμα, δεν μου είναι δυσάρεστο. Δεν ξέρω πώς θα ήμουν εάν αύριο έβλεπα. Δεν ξέρω εάν θα προσαρμοζόμουν ποτέ, κυρίως λόγω του τρόπου που έχει μάθει να λειτουργεί ο εγκέφαλός μου. Θα ήθελα όμως να μπορώ να κάνω μερικά απλά πράγματα: π.χ., να μπορώ να πάρω ένα βιβλίο ή μια εφημερίδα και να αράξω σε ένα καφέ ή να μπω σε ένα βιβλιοπωλείο και να χαζέψω τα βιβλία, όλα, ακόμα κι αυτά που βρίσκονται στα πιο ψηλά ράφια, ή να πάω σε ένα εστιατόριο και να κάθομαι με τις ώρες να διαβάζω το μενού μέχρι να αποφασίσω τι να πάρω ή σε μια μπιραρία και να μελετώ μία-μία τις ετικέτες της μπίρας. Αυτό που θα βελτίωνε τη ζωή μου κατά πολύ είναι η οδήγηση. Όχι να έχω κάποιον να οδηγεί ένα αμάξι για εμένα, αλλά να μπορώ να μπαίνω εγώ στο δικό μου αμάξι και να πηγαίνω όπου θέλω, π.χ. να πηγαίνω το σκυλάκι μου στη θάλασσα που τόσο του αρέσει. Όταν περπατάς και πηγαίνεις με τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς όλη σου τη ζωή, ε, κάπου μπουχτίζεις.

Κατά τα άλλα, δεν ένιωσα ποτέ μου πως δεν βλέπω διότι βλέπω με τον δικό μου τρόπο. Ειλικρινά, πέρασαν χρόνια μέχρι να συνειδητοποιήσω ποια ακριβώς είναι η βασική διαφορά μου από τους άλλους ανθρώπους, ίσως επειδή γενικά διαφέρω. Για να σας δώσω μια αίσθηση του τι νιώθω, φανταστείτε τον κόσμο να ξεκινά και να τελειώνει μέσα στο κεφάλι σας. Να μην μπορείτε να αντιληφθείτε κάτι έξω από εσάς και όλα να σας αποκαλύπτονται σταδιακά. Να έχετε γερά πατημένα τα πόδια σας στη γη, αισθανόμενοι τη δύναμή σας από κάτω προς τα πάνω, και οι εικόνες που προσλαμβάνετε για τον κόσμο να μπαινοβγαίνουν βαθιά από μέσα σας και να περικλείουν το κορμί σας, ερεθίζοντας τα αυτιά και τους πόρους σας, καθεμία διαφορετικά ανάλογα με την υφή και την έντασή της. Κάθε φωνή που ακούω έχει διαφορετική θερμοκρασία. Τη νιώθω και τη βλέπω με τα μάτια του νου, με διαφορετικά χρώματα, ανάλογα με την τονικότητά της. Μπορώ να καταλάβω πότε κάποιος άνθρωπος με ειρωνεύεται, πότε μου λέει ψέματα, πότε μου μιλάει απλά για να μου μιλήσει, πότε είναι ανώριμος, ευνουχισμένος, κακοποιημένος, απελπισμένος, ερωτευμένος αγχωμένος, υστερικός, ειλικρινής, δοτικός, φροντιστικός ή κάποιος συνδυασμός όλων αυτών. Σε μερικές περιπτώσεις, καταλαβαίνω και πότε κάποιος με κοιτάζει ή τι νιώθει, δίχως να χρειάζεται να μου μιλήσει. Το καθετί αντιστοιχεί για εμένα σε μια συγκεκριμένη αίσθηση και χρώμα ή και σχήμα. Όλα αυτά τα έχω κατανεμημένα μέσα στο μυαλό μου. Το ίδιο συμβαίνει και με τις λέξεις και με τους ήχους. Αναλόγως τι ακούω, βλέπω κι αντίστοιχα χρώματα ή και σχήματα. Όταν ακούω λέξεις ή αριθμούς, βλέπω και τα γράμματα και τους αριθμούς, χρωματισμένα στον αέρα. Αυτό, είναι μια νευρολογική κατάσταση που λέγεται «συναισθησία». Η συναισθησία είναι η αυτόματη αντίληψη ενός ερεθίσματος με μια άλλη αίσθηση από αυτήν που του αναλογεί. Υπάρχουν πολλά είδη συναισθησίας: κάποιοι, π.χ., μπορεί τρώγοντας ένα φαγητό να βλέπουν αντιστοίχως ένα χρώμα. Εγώ βλέπω ό,τι ακούω, μόνο που δεν βλέπω.

- Αισθάνεστε μειονεκτικά;

- Όταν ήμουν μικρή, περισσότερο αναρωτιόμουν τι στο καλό θεωρούν οι άλλοι πως είναι λάθος σε εμένα. Μετά, κατάλαβα και συνειδητοποίησα πως εκείνοι ήταν λάθος, το σύστημα ήταν λάθος – και είναι, μέχρι σήμερα.

Δεν αισθάνομαι καθόλου μειονεκτικά διότι ξέρω ποια είμαι, τι μου συμβαίνει κι έχω αποφασίσει να πορευτώ έτσι. Παρ’ όλα αυτά, βιώνω ρατσισμό – δεν το αρνούμαι είτε έμμεσα είτε άμεσα. Ίσως επειδή ο κόσμος δεν είναι εξοικειωμένος με τους τυφλούς ή ίσως επειδή διαφέρω από τον μέσο τυφλό ειδικότερα και τον μέσο άνθρωπο γενικότερα, οι άνθρωποι κοιτάζουν με περιέργεια, νιώθουν αμηχανία ή δεν ξέρουν τι να με κάνουν.

- Υπάρχει στίγμα για την τυφλότητα;

- Ναι, υπάρχει. Ας ξεκινήσουμε με τον ορισμό της λέξης: «στίγμα» είναι «η de facto άδικη ταύτιση μιας κοινωνικής ομάδας ή μιας πράξης ή μιας άποψης με αρνητικά συναισθήματα και κυρίως με το αίσθημα της ντροπής». Το στίγμα αναπτύσσεται μέσα από τις διακρίσεις που δημιουργούνται από την έλλειψη υποδομών, την παρεμπόδιση πρόσβασης στην εκπαίδευση, τις υπηρεσίες και την πόλη, την αγνόηση βασικών κανόνων συμπεριφοράς και τη μη τήρηση της νομοθεσίας. Όλα αυτά δημιουργούν το στίγμα κι οδηγούν σε αυτό, κατασκευάζοντας επιμέρους στερεότυπα, τα οποία ενισχύουν με τη σειρά τους το στίγμα που οδηγεί πίσω στην έλλειψη προσβασιμότητας, υποδομών κλπ. Ένας φαύλος κύκλος… Π.χ., η κακή πρακτική να παρκάρει ο κόσμος επάνω στα πεζοδρόμια αποτελεί μέρος του στερεότυπου πως οι τυφλοί είναι ανίκανοι να κυκλοφορήσουν αυτόνομα, μα συνάμα το ενθαρρύνει, αφού όντως οι περισσότεροι δυσκολεύονται. Αλλά γιά σκεφτείτε: εδώ δυσκολεύονται να περπατήσουν στα πεζοδρόμια και οι άνθρωποι που δεν είναι τυφλοί! Οπότε δεν είναι κάτι που θα πρέπει να ταυτίζεται ως στίγμα, συσχετιζόμενο με την έλλειψη της όρασης, αλλά με την αναρχία και τον ωχαδελφισμό που κυριαρχεί στην Ελλάδα σε συνάρτηση με την ανύπαρκτη πολιτική βούληση. Οι δικαιολογίες που επίσης στερεοτυπικά προβάλλουν οι περισσότεροι, τύπου: «Δεν κυκλοφορούν τυφλοί εδώ» ή «Οι τυφλοί, συνοδεύονται» ή «Πέντε λεπτάκια θα κάνω» ή «Δεν βρίσκω να παρκάρω αλλού», σε συνάρτηση με την πλήρη έλλειψη μέριμνας από τις αρμόδιες Αρχές για το φαινόμενο αυτό, οδηγούν στην ενδυνάμωση του στίγματος πως «οι τυφλοί δεν κυκλοφορούν αυτόνομα» και απαντά στην ερώτηση: «Πρέπει οι τυφλοί να κυκλοφορούν αυτόνομα; — Όχι δεν πρέπει». Έτσι, οι τυφλοί στιγματίζονται ως ανήμποροι σε ένα επικίνδυνο περιβάλλον, και ένα τυφλό παιδί σε μια υπερπροστατευτική οικογένεια μαθαίνει από την πρώτη ημέρα πως «δεν μπορεί να κάνει αυτό ή εκείνο», πως «πρέπει να είναι προσκολλημένο στη μαμά», πως «δεν πρέπει να εκπαιδευτεί για να βγαίνει μόνο του από το σπίτι», πως «το λευκό μπαστούνι είναι κακό και δεν το χρειάζεται», ενώ ουσιαστικά το λευκό μπαστούνι είναι τα μάτια του και υποδηλώνει την αναπηρία του. Συνεπώς, το στίγμα ενδυναμώνεται και συνεχίζει την πορεία του, φιλτραρισμένο μέσα από άλλα στερεότυπα που συχνά εξευγενίζονται, προκειμένου να κάνουν τη δουλειά τους τα ΜΜΕ ή και να εξιλεωθεί ο καθένας από το βάρος τού να έχει απέναντί του έναν τυφλό. Που όμως δεν είναι μόνο τυφλός, είναι κι εκατό άλλα διαφορετικά πράγματα.

- Εργάζεστε, από όσο ξέρω. Πού; Με τι αντικείμενο;

- Είμαι ψυχολόγος. Οι σπουδές μου αφορούν κυρίως την έρευνα στην ψυχολογία και εργαζόμουν για αρκετά χρόνια στο Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας στην Κρήτη. Σήμερα, εργάζομαι ως ψυχολόγος στο Νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία». Το ενδιαφέρον μου για την έρευνα παραμένει, αλλά έχω κάνει και μια μεταστροφή προς την κλινική ψυχολογία και την ψυχοθεραπεία. Με ενδιαφέρει πολύ η ψυχανάλυση.

- Έχετε έναν σκύλο-οδηγό. Πείτε μας για αυτόν. Πόσο καιρό είστε μαζί, πόσων ετών είναι, πού και πώς σάς βοηθάει, τι κάνετε εσείς για εκείνον. Και πόσο αγαπιέστε.

- Έχω μια ξανθούλα λαμπραντορίτσα 11 ετών, τη Μέη, η οποία βγήκε πια στη σύνταξη και την παίρνω στο χαλαρό μαζί μου, μέχρι να ετοιμαστεί ο τρίτος μου σκύλος-οδηγός. Την πήρα δύο ετών εκπαιδευμένη, άρα είμαστε περίπου 9 χρόνια αυτοκόλλητες. Η Μέη και γενικότερα οι σκύλοι-οδηγοί τυφλών είναι η ζωή μου και το σήμα κατατεθέν μου. Οι περισσότεροι άνθρωποι με γνώρισαν με αφορμή τους σκύλους-οδηγούς. Υπήρξα η πρώτη χειρίστρια σκύλου-οδηγού στην Ελλάδα, και το 2008 αποφασίσαμε μια παρέα φίλων να ιδρύσουμε έναν οργανισμό που θα εκπαιδεύει και θα παρέχει, σκύλους-οδηγούς στην Ελλάδα, εντελώς δωρεάν. Έτσι, γεννήθηκε η σχολή σκύλων-οδηγών της «Λάρα», που πήρε το όνομά της από τη Λάρα, το πρώτο μου σκυλάκι-οδηγό. Σήμερα, η «Λάρα» είναι ένας μοντέρνος, ιδιωτικός ΜΚΟ που διοικείται από νέους ανθρώπους και προσφέρει υψηλού επιπέδου υπηρεσίες στους τυφλούς. Εγώ διατελώ Πρόεδρος ΔΣ.

Οπότε καταλαβαίνετε πως οι σκύλοι-οδηγοί υπήρξαν ορόσημο στη ζωή μου. Η Μέη είναι σαν άνθρωπος, για να μην πω καλύτερη από άνθρωπο. Είναι πανέξυπνη, τρυφερή, λιχούδω και απίστευτα διακριτική. Δεν με ενοχλεί ποτέ, δεν με επιβαρύνει ποτέ, ενώ μέχρι σήμερα ανταποκρίθηκε άψογα στους έντονους ρυθμούς μου. Η Μέη βλέπει για εμένα, κι όταν λέω «βλέπει για εμένα», εννοώ πως βλέπει με τέτοια ακρίβεια σαν να έβλεπα εγώ. Μαζί της δεν καταλαβαίνω πως υπάρχουν εμπόδια, δεν σκοντάφτω επάνω στον κόσμο, δεν χάνομαι ποτέ. Εντοπίζει ψηλά εμπόδια που δεν ανιχνεύονται με το λευκό μπαστούνι. Βλέπει τα αυτοκίνητα που παραβιάζουν τρέχοντας τις διαβάσεις και μου σώζει τη ζωή. Βλέπει το ταξί όταν έρχεται να μας πάρει και με καθοδηγεί κατευθείαν στην πόρτα του. Στο αεροδρόμιο, εντοπίζει το σήμα των ΑμεΑ, εντοπίζει το σήμα της αεροπορικής εταιρίας με την οποία πετάμε συνήθως, μόλις δει άνθρωπο με στολή τον ακολουθεί. Εντοπίζει θέσεις για να καθίσουμε, πόρτες, σκάλες, διαβάσεις, ΑΤΜ, ταμεία, ασανσέρ, στύλους… Βλέπει τη διαδρομή ως όλον και όχι κομμάτι-κομμάτι όπως θα την έβλεπα εγώ. Μου βρίσκει συντομότερες διαδρομές, κοντινότερες στάσεις λεωφορείου… Και πέρα από όλα αυτά μού μαθαίνει πώς να αγαπώ, πώς να εκτιμώ και πώς να κατανοώ, αφού εκείνη δεν μιλάει και εγώ δεν βλέπω, κι όμως μιλάμε και καταλαβαινόμαστε άψογα. Εγώ φροντίζω να χαίρεται, να τρώει καλά, να κοιμάται καλά. Πάντα έχει προτεραιότητα στη ζωή μου. Π.χ., εάν σε ένα σπίτι δεν θέλουν τη Μέη, δεν πηγαίνω. Ή το καλοκαίρι δεν πηγαίνω ποτέ σε ξενοδοχείο ή παραλία που να απαγορεύουν την είσοδο στη Μέη. Την έχω πάντα μαζί μου και απολαμβάνω την παρέα της, ίσως περισσότερο από όσο απολαμβάνω την παρέα των ανθρώπων. Την αγαπώ όσο κανέναν άλλο και είμαι υπερήφανη που με αγαπάει κι εκείνη. Έχει μια τεράστια ψυχή η Μέη. Πάντα, όταν κάποιος μιλάει σε εμένα ή για εμένα, μιλάει στο δεύτερο πρόσωπο του πληθυντικού. Ενώ, αν τύχει να βγω χωρίς αυτήν, όλοι ρωτούν πού είναι. Διότι λείπει. Και νιώθω σαν να λείπει ένα μέρος του κορμιού μου.

- Έχετε και άλλα σκυλιά; Είναι και αυτά εκπαιδευμένα;

Έχω και τη Λάρα που είναι σήμερα 15 ετών. Αυτή είναι μαύρη. Τους τελευταίους μήνες έχει βαρύνει, κι εγώ έχω περιορίσει κατά πολύ τις μετακινήσεις μου για να την προσέχω. Ό,τι έχω γίνει στη ζωή μου, το χρωστάω στη μαυρούλα τη Λάρα. Έχω και 4 γατιά που έχω μαζέψει από τον δρόμο: την Κανέλα, τη Ρασπουτίνα, τον Ξανθίππο και το μικρό, την Άρια. Μεγάλωσα σε μια οικογένεια εξαιρετικά φιλόζωη. Ζούσαμε σε ένα σπίτι στη Γλυφάδα γεμάτο ζώα. Όπου κι αν πήγαινες, έβρισκες κι ένα!

- Πώς μπορεί να εκπαιδευτεί ένας σκύλος για τυφλούς; Πόσο κοστίζει αυτή η εκπαίδευση και πόσο κάνει αυτό το σκυλί τελικώς;

Οι υποψήφιοι σκύλοι-οδηγοί επιλέγονται από ειδικά εκτροφικά προγράμματα σε ηλικία δύο μηνών. Θα περάσουν δύο χρόνια εκπαίδευσης και πρέπει να έχουν όσο το δυνατόν λιγότερες πιθανότητες να βγουν από το πρόγραμμα εξαιτίας συμπεριφοριστικών ή/και σωματικών προβλημάτων.

Προκειμένου να ξεκινήσει την εκπαίδευσή του ένας σκύλος ως οδηγός τυφλών, πρέπει πρώτα να κοινωνικοποιηθεί άριστα, δηλαδή να μάθει να μην αντιδρά σε άλλα ζώα, να μπορεί να μπαίνει στα ΜΜΜ, να είναι ήσυχος στα εστιατόρια, στα σούπερ μάρκετ, στο σπίτι και στο γραφείο. Γι’ αυτό, τον πρώτο χρόνο της ζωής τους τα δίνουμε σε καθημερινούς ανθρώπους, άσχετους με την εκπαίδευση σκύλων, ώστε να τα μεγαλώσουν στο πλαίσιο μιας φυσιολογικής ζωής και να τα εκθέσουν σε όσα περισσότερα ερεθίσματα και περιβάλλοντα γίνεται. Οι άνθρωποι αυτοί είναι εθελοντές και ονομάζονται «ανάδοχοι κουταβιών» (puppy walkers). To κρισιμότερο σημείο κατά την εκπαίδευση ενός σκύλου-οδηγού είναι η κοινωνικοποίησή του. Ένας μη-ισορροπημένος σκύλος δεν μπορεί μετά να συνεχίσει για οδηγός τυφλών.

Μετά την κοινωνικοποίηση, οι σκύλοι περνούν στα χέρια των «εκπαιδευτών κινητικότητας με σκύλο-οδηγό» και ξεκινούν να εκπαιδεύονται στην πόλη, φορώντας το ειδικό σαμάρι των σκύλων-οδηγών, πάντα με θετικό τρόπο και πολύ φαγητό. Αρχικά, μαθαίνουν να περπατούν σε ευθεία γραμμή, μετά μαθαίνουν εντολές κατεύθυνσης, να προσπερνούν εμπόδια, να εντοπίζουν διάφορα στοιχεία στον χώρο, και κυρίως να… σκέφτονται. Οι σκύλοι-οδηγοί είναι οι μοναδικοί σκύλοι που καλούνται να λύσουν ένα πρόβλημα χωρίς τη βοήθεια του χειριστή τους, καθώς αυτός δεν έχει οπτική επαφή με το περιβάλλον. Π.χ., εάν στην απέναντι πλευρά του δρόμου υπάρχει ένα παρκαρισμένο όχημα που έχει κλείσει τη δίοδο, ο τυφλός δεν θα το δει. Ο σκύλος-οδηγός όμως θα το δει πριν ξεκινήσουν και θα επαναϋπολογίσει τη διαδρομή. Επίσης, οι σκύλοι-οδηγοί είναι οι μοναδικοί σκύλοι που έχουν το δικαίωμα να αγνοήσουν μία εντολή σε περίπτωση που ο τυφλός κρίνει μια κατάσταση λανθασμένα. Π.χ., μπορεί ο τυφλός να δώσει την εντολή «ευθεία», όμως ευθεία να υπάρχει μια λακκούβα. Έτσι, ο σκύλος-οδηγός θα αγνοήσει την εντολή και θα κάνει αυτό που εκείνος κρίνει σωστό. Τέλος, είναι οι μοναδικοί σκύλοι που μαθαίνουν να κοιτούν ψηλά καθώς περπατάνε, έτσι ώστε να αποφεύγουν τα εμπόδια ύψους.

Η εκπαίδευση στα καθήκοντα του οδηγού τυφλών διαρκεί 6 μήνες. Έπειτα, ξεκινάει η συνεκπαίδευση με τον τυφλό χειριστή, τον οποίο έχει επιλέξει νωρίτερα η σχολή, που διαρκεί περίπου 2 μήνες. Εκεί ο τυφλός μαθαίνει την καθημερινή ρουτίνα και φροντίδα του σκύλου-οδηγού, πώς να συνεργάζεται μαζί του και πώς να λειτουργεί βλέποντας πλέον μέσα από τα μάτια του και δίχως να αγγίζει πια το έδαφος με το λευκό του μπαστούνι. Οι σκύλοι-οδηγοί εργάζονται για περίπου 8 χρόνια και έπειτα συνεχίζουν τη ζωή τους ως κατοικίδιοι σκύλοι.

Η διετής εκπαίδευση μιας «ομάδας σκύλου-οδηγού», δηλαδή του σκύλου-οδηγού και του τυφλού χειριστή του, κοστίζει αρκετά. Το κόστος φτάνει τις 25.000 ευρώ, αλλά εάν έχουμε υλικές χορηγίες σε σκυλοτροφές, φάρμακα και κτηνιατρικές υπηρεσίες, μειώνεται στις 15.000-20.000 ευρώ. Το κόστος εξαρτάται από ρευστούς παράγοντες. Για παράδειγμα, εάν ο υποψήφιος χειριστής ζει στην επαρχία, ο εκπαιδευτής θα πρέπει να μεταβεί και αυτός στην επαρχία για να εκπαιδεύσει την ομάδα. Επίσης, εξαρτάται από το πόσα σκυλιά θα βγουν από το πρόγραμμα. Ένας σκύλος που είναι φοβικός, υπερκινητικός ή έχει δυσπλασία στα ισχία δεν μπορεί να εκπαιδευτεί για οδηγός τυφλών. Όμως, αυτά τα χαρακτηριστικά δεν φαίνονται αμέσως αλλά κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης. Εάν ένας σκύλος δεν καταφέρει να συνεχίσει την εκπαίδευσή του για οδηγός τυφλών, η σχολή τον χαρίζει και δεν αποζημιώνεται.

Το κόστος καλύπτει την αγορά του κουταβιού, τον μισθό και την ασφάλιση του εκπαιδευτή κινητικότητας με σκύλο-οδηγό και του εκπαιδευτή κινητικότητας με λευκό μπαστούνι, είδη κατοικίδιων όπως κλουβί, μπολ, λουριά, κολάρα, σκυλοτροφή, αντιπαρασιτικά φάρμακα κλπ., κτηνιατρικά έξοδα, οδοιπορικά έξοδα των εκπαιδευτών (βενζίνη, αεροπορικά εισιτήρια κλπ.) καθώς και τον εξοπλισμό σκύλων-οδηγών (σαμάρι, γιλέκο, λευκό μπαστούνι).

Οι σκύλοι-οδηγοί δίνονται εντελώς δωρεάν. Το κόστος συντήρησης ενός σκύλου-οδηγού, ανέρχεται στα 80 ευρώ τον μήνα συν τα ετήσια εμβόλια και τις εξετάσεις αίματος, που είναι 200 ευρώ τον χρόνο. Οι ομάδες παρακολουθούνται από τον οργανισμό καθ’ όλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους. Θεωρούνται ο αποτελεσματικότερος τρόπος για να κινηθεί ένας τυφλός γρήγορα, αυτόνομα και με ασφάλεια. Η σχολή «Λάρα» φέρει τεράστια ευθύνη όταν υπογράφει για να βγει ένας τυφλός μαζί με ένα σκύλο-οδηγό στον δρόμο. Δυστυχώς στην Ελλάδα οι σκύλοι- οδηγοί θεωρούνται πολυτέλεια κι ας υπάρχει τόσο μεγάλη ανάγκη. Επίσης, έχουμε πρόβλημα στην εύρεση ανάδοχων κουταβιών: κανείς δεν θέλει να πάρει ένα σκύλο τον οποίο θα αποχωριστεί αργότερα, κι ας αλλάξει έτσι τη ζωή κάποιου άλλου. Παρ’ όλα αυτά, το «πείραμα» πέτυχε. Όταν ξεκινήσαμε τη σχολή σκύλων-οδηγών «Λάρα» 10 χρόνια πριν, μας έλεγαν πως οι σκύλοι-οδηγοί δεν θα καταφέρουν να υπάρξουν στην Ελλάδα, επειδή έχει ζέστη, επειδή έχει αδέσποτα, επειδή υπάρχουν άπειρα εμπόδια στον δρόμο, επειδή κανείς δεν θα τους επιτρέπει την είσοδο κ.ο.κ. Σήμερα, οι περισσότεροι άνθρωποι γνωρίζουν τι είναι ένας σκύλος-οδηγός, η πρόσβασή τους επιτρέπεται παντού, ενώ ο αριθμός των σκύλων-οδηγών ολοένα κι αυξάνεται.

- Θέλω να μας πείτε τα 5 χειρότερα πράγματα που αντιμετωπίζει ένας τυφλός στην πόλη σήμερα. Κάποιος που ξεκινά ένα πρωί να πάει στη δουλειά του, ας πούμε — εάν έχει δουλειά.

1. Τα ελληνικά πεζοδρόμια. Η ρυμοτομία και η παρανομία είναι πλέον προκλητικές στην Ελλάδα. Ένας τυφλός δεν ξέρει τι θα συναντήσει μπροστά του. Αλλά, ακόμα κι αν μάθει πως π.χ. στο τάδε σημείο υπάρχει το τάδε εμπόδιο, τα εμπόδια μεταβάλλονται καθημερινά, οπότε δεν ξέρει και τι να περιμένει. Αναρωτιέμαι πραγματικά πώς ανέχεται ο κόσμος τόση ασχήμια, τέτοια κοροϊδία και γιατί δεν ξεσηκώνεται. Ειλικρινά, έχω ταξιδέψει σε όλη την Ευρώπη: εχθρικότερες πόλεις από αυτές της Ελλάδας δεν έχω δει ούτε καν στα Βαλκάνια.

2. Τα ΜΜΜ και κυρίως τα λεωφορεία που συνήθως αργούν και είναι πήχτρα στον κόσμο. Να περιμένει κανείς μια ώρα στη στάση με βροχή ή με 40 βαθμούς δεν είναι πάντα ό,τι καλύτερο. Αν πέσεις και σε άσχετο οδηγό ή ελεγκτή κι έχει σκύλο-οδηγό, μπορεί να καταλήξεις και στο ΑΤ.

3. Την άγνοια των ανθρώπων που είτε θα τον αρπάξουν με το «έτσι θέλω» για να «τον βοηθήσουν», είτε θα φωνάξουν, θα χαϊδέψουν τον σκύλο-οδηγό του εν ώρα εργασίας, είτε θα πουν ένα σχόλιο τύπου: «Κρίμα που δεν σου δίνει ο θεός τα ματάκια σου», είτε θα κοιτάζουν σαν ηλίθιοι λες κι έχουν δει εξωγήινο...

4. Τους οδηγούς, κυρίως των δικύκλων. Φανταστείτε να είστε τυφλή μαζί με έναν σκύλο-οδηγό, επάνω σε μια διαχωριστική νησίδα μιας λεωφόρου με τρελή κίνηση και στις δυο λωρίδες, περιμένοντας να διασχίσετε τη διάβαση. Και, ξαφνικά, να καβαλήσει μια μηχανή τη νησίδα και, χωρίς να κόψει ταχύτητα, να περάσει ξυστά, μπροστά από τον σκύλο-οδηγό, προκειμένου να περάσει στο αντίθετο ρεύμα, χωρίς να κάνει κύκλο. Εάν ο σκύλος-οδηγός πανικοβληθεί ή του ξεφύγει αυτουνού η μηχανή, θα πουν «Έφταιξε η τυφλή» ή «Έφταιξε ο σκύλος, δεν ήταν εκπαιδευμένος»… Μου έχει τύχει να παραβιάζει αυτοκίνητο, διάβαση στη Βασιλίσσης Σοφίας την ώρα που περνούσα με τον σκύλο-οδηγό μου, τη Μέη, με πράσινο για τους πεζούς. Εάν δεν είχα τη Μέη να δει το όχημα και να φρενάρει, θα με είχε σκοτώσει. Δεν προλάβαινα να τον ακούσω, έτσι γρήγορα που ερχόταν. Μου έχει τύχει να βρίσκομαι στη μέση μιας διάβασης, πάλι μαζί με τη Μέη, κι εκείνη την ώρα να έρχεται μια μηχανή μεγάλου κυβισμού με χίλια. Κοκαλώσαμε κι εγώ και η Μέη, επειδή σε αυτές τις περιπτώσεις είναι καλύτερο να είσαι ακίνητος στόχος παρά κινούμενος μπας και σε αποφύγει. Η Μέη ήταν ήρεμη, επειδή ήμουν κι εγώ. Αν δεν ήμασταν ομάδα με κοινή ψυχή και η Μέη πανικοβαλλόταν, θα την είχε σκοτώσει. Μου έχει τύχει να σταματάει ένα αυτοκίνητο στη διάβαση για να περάσουμε απέναντι με τη Μέη και οι άλλοι οδηγοί από πίσω να κορνάρουν. Να έρχεται αυτοκίνητο με χίλια στη διάβαση και να φρενάρει, κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή, μπροστά στα πόδια της Μέη…

5. Την εμποδιζόμενη πρόσβαση στον χώρο εργασίας. Ποτέ κανένας χώρος εργασίας δεν είναι καθολικά προσβάσιμος για έναν τυφλό. Από τις εγκαταστάσεις, μέχρι την πρόθεση του προσωπικού να μάθει, μέχρι τον εξοπλισμό που θα δοθεί στον τυφλό, μέχρι το έγγραφο που θα κληθεί να διαβάσει και να υπογράψει σε… έντυπη μορφή.

- Πείτε μας, λοιπόν, ποιες θα έπρεπε να είναι οι 5 πρώτες προτεραιότητες της πολιτείας για να γίνει καλύτερη η καθημερινότητα των τυφλών.

1. Να σταματήσει η ασυδοσία στον συνδικαλισμό των αναπήρων.

2. Να αναγνωριστεί η εκπαίδευση στην κινητικότητα και στον προσανατολισμό με λευκό μπαστούνι από το Υπουργείο Παιδείας και να γίνει νόμιμο μάθημα για τα τυφλά παιδιά στα σχολεία. Να υπάρξει ως κλάδος στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση ώστε να γίνει ανοικτό επάγγελμα από κλειστό που είναι σήμερα και να υπάρξουν νέοι εκπαιδευτές. Σήμερα, υπάρχουν επτά εν ενεργεία εκπαιδεύτριες Κ+Π για όλη την Ελλάδα, οι οποίες εκπαιδεύτηκαν πριν από 16 χρόνια.

3. Να υπάρξει καταγραφή των τυφλών από τους δήμους. Να γνωρίζουν από το ΕΚΑΒ, τους Δήμους και την ΕΛΑΣ, ποιοι είναι και πού μένουν ώστε να μπορούν να τους βοηθήσουν σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Οι γιατροί, οι αστυνομικοί, οι πυροσβέστες, οι νοσηλευτές να εκπαιδευτούν στην παροχή υπηρεσιών προς τους τυφλούς και να ενημερωθούν για την κείμενη νομοθεσία που υπερασπίζεται τα δικαιώματά τους, διότι σήμερα έχουν πλήρη άγνοια. Η αστυνομία να μας πάρει στα σοβαρά. Τηλεφωνούμε για παράνομα παρκαρισμένα οχήματα και δεν έρχεται ποτέ περιπολικό. Πηγαίνουμε στα ΑΤ να δηλώσουμε ρατσιστικό έγκλημα την άρνηση εισόδου σε σκύλο-οδηγό και λένε πως δεν μπορούν να παρέμβουν διότι η υπάρχουσα νομοθεσία για την πρόσβαση των σκύλων-οδηγών δεν προβλέπει την επιβολή προστίμου. Ή πως, εφόσον δεν πρόκειται για κακοποίηση ζώου, δεν μπορούν να κάνουν τίποτα. Ή στη δική μου περίπτωση –όταν θέλησα να κάνω μήνυση σε έναν οδηγό λεωφορείου που κάλεσε την αστυνομία επειδή τόλμησα να επιβιβαστώ στο όχημα μαζί με τη Μέη– πως, από τη στιγμή που δεν υπήρξε λεκτική βία εναντίον μου και το περιστατικό αφορούσε τον… σκύλο-οδηγό, δεν πρόκειται για ρατσιστικό έγκλημα.

4. Να υπάρξει ένας μηχανισμός που θα αναλαμβάνει άμεσα κάθε άνθρωπο που γεννιέται τυφλός ή τυφλώνεται, πανελλαδικά, αλλά και τις οικογένειές τους με ειδικευμένους ψυχολόγους, ψυχιάτρους, δασκάλους, εργοθεραπευτές, φυσιοθεραπευτές, οφθαλμίατρους, εκπαιδευτές Κ+Π. Έτσι θα επιτευχθεί ουσιαστική ένταξη κι όχι στα χαρτιά. Κάντε ένα πείραμα: φανταστείτε πως μόλις γεννήσατε ένα τυφλό μωρό και ξεκινήστε να σκέφτεστε πού θα πρέπει να τηλεφωνήσετε (για email δεν το συζητώ). Εάν βρείτε κανένα τηλέφωνο, τηλεφωνήστε κιόλας και, για να το κάνετε πιο πικάντικο, πείτε πως μένετε π.χ. στην Κεφαλονιά.

5. Να αναγνωρίσει επιτέλους το κράτος τους σκύλους-οδηγούς ως υπηρεσία και όχι μόνο σε νομικό επίπεδο. Να δίνονται χρήματα από τον κρατικό προϋπολογισμό για την εκπαίδευση και τη χορήγησή τους, όπως δίνονται και στα αναπηρικά βοηθήματα από τα ταμεία.

6. Να φτιάξουν επιτέλους οι δήμοι τα πεζοδρόμια, αναλογικά με αυτά που πληρώνουμε, και να αλλάξει η νοοτροπία του παράνομου παρκαρίσματος, των τραπεζοκαθισμάτων, της ζαρντινιέρας και των πινακίδων.

7. Να σταματήσει το κράτος να θεωρεί αποκλειστική πρόνοια τα επιδόματα. Κάτι που έμαθα ασχολούμενη με τους σκύλους-οδηγούς είναι ότι, εάν κάνεις έναν τυφλό αυτόνομο, θα γίνει παραγωγικός και θα επιστρέφει στο κράτος τα χρήματα που του κοστίζει, ή έστω μέρος τους. Όμως μια τέτοια προοπτική δεν αποτελεί προτεραιότητα για την ελληνική πολιτεία. Δεν ενδιαφέρεται οι τυφλοί και οι ανάπηροι γενικότερα να είναι παραγωγικοί πολίτες, και το χρήμα που φεύγει και δεν επιστρέφει έχει συμβάλει στην οικονομική κρίση. Εκτιμώ πως το 85% των τυφλών είναι άνεργοι στην Ελλάδα.

8. Να υπάρξει ένας αμεσότερος, ευκολότερος τρόπος πιστοποίησης και καταγραφής των ΑμεΑ διότι με τα ΚΕΠΑ χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Είναι απίστευτα γραφειοκρατικός μηχανισμός, και η γραφειοκρατία, ως γνωστόν, ευνοεί τη διαφθορά. Τέλος, να υπάρξουν ταυτότητες αναπήρων έτσι ώστε να μπορούμε να αποδεικνύουμε την αναπηρία μας εύκολα ή να βλέπει κάποιος, π.χ. πολίτης ή διασώστης πως είμαστε ΑμεΑ σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Υπάρχουν και οι λεγόμενες «αόρατες αναπηρίες» και συχνά η τύφλωση είναι αόρατη αναπηρία, δηλαδή δεν φαίνεται εάν δεν σ’ το πουν. Όσο απίστευτο κι αν ακούγεται, στην Ελλάδα του 2018 δεν υπάρχουν ταυτότητες αναπήρων, παρά μόνο για τα ΜΜΜ – που όμως δε χρησιμεύουν πουθενά αλλού.

9. Να σταματήσει η συγκεντρωτική, ιδρυματική εκπαίδευση των τυφλών στα ιδρύματα και να δοθεί έμφαση στην εξω-ιδρυματική φοίτηση στα σχολεία όπου φοιτούν όλα τα παιδιά.

Εντάξει, είπα εννιά…

- Κάνουμε αυτή τη συζήτηση γραπτώς. Πώς γίνεται και διαβάζετε τις ερωτήσεις μου και πώς απαντάτε;

- Τα τελευταία 15 χρόνια, η προσβάσιμη τεχνολογία έχει εξελιχθεί ραγδαία. Οι τυφλοί έχουν πλέον πρόσβαση σε γραπτό κείμενο, ιστοσελίδες, εφαρμογές σε υπολογιστή ή smartphone, κυρίως μέσω ενός λογισμικού που ονομάζεται «αναγνώστης οθόνης» (screen reader). Αυτό εκφωνεί οποιαδήποτε πληροφορία υπάρχει στο σύστημα και στο διαδίκτυο ή που εισάγεται από τον χρήστη μέσω του πληκτρολογίου. Έτσι η ηλεκτρονική πρόσβαση επιτυγχάνεται ακουστικά και είναι η αμεσότερη μορφή της, αφού όλα τα λειτουργικά υπολογιστών και smartphone διαθέτουν πλέον μητρικούς αναγνώστες οθόνης. Ειδικότερα με τα smartphones έχει γίνει μεγάλη επανάσταση, αφού πλέον μπορούμε να κάνουμε τα πάντα με αυτά και κυρίως προσβάσιμα: από το να καλέσουμε ένα ταξί ή να παραγγείλουμε φαγητό, να αλληλεπιδράσουμε με τον υπόλοιπο κόσμο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μέχρι να κάνουμε αγορές, τραπεζικές συναλλαγές και να έχουμε μια ολόκληρη βιβλιοθήκη στην παλάμη μας.

Κάποιοι χρησιμοποιούν και τεχνολογίες μεγέθυνσης, μέσω λογισμικών, κλειστών κυκλωμάτων οθόνης και της κάμερας του smartphone, ενώ κάποιοι άλλοι –μεταξύ των οποίων κι εγώ– έχουμε τις λεγόμενες «οθόνες αφής» (braille displays), οι οποίες μεταφράζουν το κείμενο που εξάγεται ή εισάγεται σε μια ηλεκτρονική συσκευή στη γραφή braille κι έτσι μπορούμε να έχουμε πλήρη πρόσβαση στον γραπτό λόγο, αλλά και να εξασκούμε τη φαντασία, το συντακτικό και την ορθογραφία μας.

Έτσι διαβάζω διά της ακοής και διά της αφής ενώ απαντώ γράφοντας με «τυφλό σύστημα» σε ένα συμβατικό πληκτρολόγιο. Μπορώ και να πληκτρολογήσω και απευθείας από την οθόνη αφής, η οποία διαθέτει έξι πλήκτρα Braille: γράφοντας με τους συνδυασμούς της γραφής braille, το κείμενο εισάγεται σε γράμματα βλεπόντων. Κάποιοι τυφλοί γράφουν στην ουσία μιλώντας στη συσκευή, αλλά αυτό προσωπικά δεν με βολεύει διότι γίνονται άπειρα λάθη στο κείμενο.

Γενικά απολαμβάνω να γράφω. Γράφω για τους φίλους μου στο Facebook και τους αρέσει. Μου λένε ότι ο λόγος μου είναι «ανατρεπτικός, λυτρωτικός, γάργαρος…» Έτσι, με τα χρόνια, απέκτησα πολλούς ακόλουθους. Το κυριότερο σε αυτή μου την επαφή με τον κόσμο είναι πως έχω καταφέρει να ενημερώσω και να εκπαιδεύσω μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού, κυρίως όσον αφορά τη συνθήκη της αναπηρίας στην όραση και τους σκύλους-οδηγούς, αλλά και την ψυχολογία.

- Κατά τον ίδιο τρόπο διαβάζετε, ή μάλλον ακούτε, και βιβλία;

- Διαβάζω βιβλία στη γραφή braille, ηλεκτρονικά μέσω της οθόνης αφής ή, ακόμα καλύτερα, τυπωμένα. Δυστυχώς όμως, είναι πολύ δύσκολο να βρει κανείς βιβλία στη γραφή braille και ακόμα δυσκολότερο να βρει τα βιβλία που θέλει στη γραφή braille. Επίσης, αγοράζω ηχοβιβλία ή τα κατεβάζω ή βρίσκω κανένα στο YouTube και το βάζω να ακούσω για να με πάρει ο ύπνος. Διαβάζω ελληνικά, αγγλικά και γαλλικά.

- Πείτε μας τυχόν άλλα ενδιαφέροντα που έχετε.

- Έχοντας δοκιμάσει πολλά πράγματα στη ζωή μου, τα τελευταία χρόνια, καταστάλαξα στο καράτε, στη φωτογραφία και στις καταδύσεις τα καλοκαίρια.

Με τη φωτογραφία, πειραματιζόμουν από μικρή. Πίστευα –και πιστεύω ακόμα– πως ό,τι υπήρχε για τους άλλους υπήρχε και για εμένα. Στην πορεία των σπουδών μου, ερωτεύτηκα την πειραματική ψυχολογία και θεώρησα πως η αντικειμενικότερη μελέτη, προκειμένου να εξασκηθώ στην έρευνα, είναι η μελέτη της οπτικής αντίληψης. Έτσι, άρχισα να μελετώ την εικόνα και το οπτικό σύστημα. Αργότερα, συνδύασα την πρόοδο της τεχνολογίας με την αντίληψη που έχω για τον περιβάλλοντα χώρο και ξεκίνησα δειλά-δειλά να φωτογραφίζω και να ανεβάζω τις φωτογραφίες μου στο Facebook. Το θέμα μου είναι τα σκυλιά μου σε διάφορες σκηνές, κυρίως τοπία. Με εξιτάρει το ακίνητο τοπίο που περιμένει να το νιώσω και να το επιλέξω για να το φωτογραφίσω σε συνδυασμό με τα αγαπημένα μου σκυλιά που αποτελούν το ζωντανό, αυθόρμητο στοιχείο στη σκηνή. Τα σκυλιά ή πρέπει να τα κυνηγήσεις ώστε να πιάσεις τη στιγμή ή να σου ποζάρουν – αλλά ποζάρουν χωρίς να στήνονται. Εκείνα δεν καταλαβαίνουν πως τα φωτογραφίζω, κι εγώ τα φωτογραφίζω χωρίς να βλέπω. Μεταξύ μας ρέει ένα είδος ενέργειας, κι αυτό με εξιτάρει. Διογκώνει τις αισθήσεις μου σαν ναρκωτικό. Και στη μέση η κάμερα σαν το μάτι μου που αποτυπώνει τα άλλα μάτια μου, αυτά των σκύλων. Μετά, μου αρέσει να ζωγραφίζω τις φωτογραφίες μου με το χέρι ώστε να δείξω τι ακριβώς αισθανόμουν την ώρα που τις τραβούσα. Όσοι τις έχουν δει μου λένε πως πάντα συμπεριλαμβάνουν μια ανοιχτή προοπτική, μια κάποια φυγή προς το άπειρο. Ο ήχος της προοπτικής είναι αυτός που με βοηθά να υπολογίζω τον κοντινό ήχο της σκηνής και του μοντέλου, συγκρίνοντάς τους. Δεν φωτογραφίζω συχνά, μόνο όταν εμπνέομαι. Και δεν μπορώ να φωτογραφίσω κατ’ απαίτηση.

Το καράτε, το ανακάλυψα με την απλότητα που συμβαίνουν όλα τα συμπαντικά γεγονότα. Στην αρχή είπα, «Εντάξει, μωρέ, απλό είναι». Σήμερα, τρία χρόνια μετά, συνειδητοποίησα πως, ούσα τυφλή εκ γενετής, είχα όλη μου τη ζωή εσφαλμένη άποψη για την ευθεία, ενώ ακόμα προσπαθώ να πετύχω τον συνδυασμό εκρηκτικότητας και συγχρονισμού, εκείνης της πρώτης κίνησης. Ανακαλύπτω κάθε ημέρα κάτι, κι αυτό με ικανοποιεί σε συνδυασμό με το πόσο καλά εξασκεί τη μνήμη και τον προσανατολισμό.

Οι καταδύσεις, πάλι, θεωρώ πως είναι μια δραστηριότητα που σε φέρνει απέναντι στον εαυτό σου και σε προκαλεί να εκτιμήσεις τη ζωή, περισσότερο π.χ. από «ιπτάμενες δραστηριότητες», όπως το sky diving και το παρά πέντε. Διότι, κάτω από το νερό, η αναπνοή γίνεται μηχανικά, συνειδητά. Πρέπει να είσαι συνέχεια σε εγρήγορση, διατηρώντας μια απίστευτη νηφαλιότητα. Κι αν χάσεις τη ψυχραιμία σου, υπάρχει κίνδυνος, ειδικότερα εάν βρίσκεσαι σε μεγάλα βάθη. Οι δύτες επικοινωνούν με νοήματα, κι εγώ, που δεν έχω όραση, με απτικά νοήματα. Στους περισσότερους ο βυθός μοιάζει άδειος. Αλλά εγώ ακούω δεκάδες διαφορετικούς ήχους, κι ο καθένας μού δείχνει ξεκάθαρα τον προσανατολισμό μου σαν να βρίσκομαι εντοιχισμένη μέσα σε έναν τεράστιο χάρτη.

- Να είστε καλά. Σας ευχαριστώ θερμά.

- Εγώ ευχαριστώ που μου ζητήσατε να σας δώσω τη συνέντευξη.

Επιστροφή στην mobile έκδοση.