LIBERALL
THINK TANKST
ΥΓΕΙΑY
ARTNEWSA
Παρασκευή 10/08/18
3ος χρόνος, ημέρα 1013η

Η Pho τρέχει

Print Friendly and PDF
-A +A

Του Κυριάκου Αθανασιάδη

Αν ένα έθνος δεν είναι τίποτ’ άλλο από μία φανταστική κοινότητα, τότε τι μας εμποδίζει από το να το φανταστούμε διαφορετικά; Αντί να δείχνουμε πίστη μόνο σ’ εκείνους που ζουν μέσα στη δική μας ομάδα ή στη δική μας χώρα, δε θα μπορούσαμε αντιθέτως να συνταχθούμε με ολόκληρη την ανθρωπότητα; Μετά τον πόλεμο αυτό ήταν το επιχείρημα του παγκόσμιου φεντεραλιστικού κινήματος. […] Ελάχιστα μέρη του κόσμου δέχτηκαν αυτή τη νέα ιδέα. Για τις υπερδυνάμεις, δε φαινόταν να υπάρχει κανένας λόγος να εγκαταλείψουν τον εθνικισμό: τις είχε εξυπηρετήσει μια χαρά κατά τη διάρκεια του πολέμου και τους απέφερε τη νίκη. […] Αν υπήρχε μία πιθανή εξαίρεση σε αυτό τον κανόνα, ήταν στην Ευρώπη. Ήταν η μόνη περιοχή του κόσμου όπου ικανός αριθμός ανθρώπων υποστήριζαν ενεργά την ιδέα της εγκατάλειψης του εθνικισμού ως ιδεώδους. Εδώ είχαν βιώσει από πρώτο χέρι την καταστροφή που μπορούσε να επιφέρει ο εθνικισμός, αν του επιτρεπόταν να ξεφύγει από τον έλεγχο, και κατά συνέπεια πολλοί λαχταρούσαν μία νέα ιδεολογία που θα τους ελευθέρωνε από τον ατέρμονα κύκλο των πολέμων που είχαν καταστρέψει την ήπειρο επί αιώνες. Έτσι, ρίζωσε στην Ευρώπη αυτό το όνειρο και όχι σε άλλο μέρος του κόσμου.

Κάθε πρωί στις 6 που βγάζω τον σκύλο μου για βόλτα, βλέπω αυτή τη γυναίκα από το Βιετνάμ που προχωράει με ένα ζευγάρι παλιά σπορτέξ στο στενό μπροστά από την πολυκατοικία όπου μένουμε κάνοντας τις ασκήσεις της. Δεν είναι και τίποτα σπουδαίες ασκήσεις. Ενώ βαδίζει, με τα χέρια της τεντωμένα προς τα κάτω, μια τα υψώνει προς τα μπροστά, στο ύψος της κοιλιάς, και μια τα τεντώνει προς τα πίσω, στη μέση της.

Στον αντίποδα όλων εκείνων που χειροκροτούσαν τη συγχώνευση των εθνών, υπήρχαν πολλοί που έβρισκαν την ιδέα δυσάρεστη. Δεν είχαν πολεμήσει στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για ένα διεθνιστικό ιδεώδες, αλλά για να απελευθερώσουν τη χώρα τους από τους ναζί. Εκείνο που μετρούσε ήταν η δική τους εθνική ανεξαρτησία. […] Η σκέψη ότι θα έπρεπε εθελοντικά να παραχωρήσουν μέρος της ανεξαρτησίας τους, έχοντας πολεμήσει τόσο σκληρά γι’ αυτήν, έμοιαζε παράλογη.

Είναι γύρω στα χρόνια μου, κάπου πάνω από τα πενήντα τέλος πάντων. Αν και δεν μπορώ να είμαι σίγουρος, συχνά πέφτεις έξω όταν προσπαθείς να μαντέψεις την ηλικία των Ασιατών. Όπως τα περισσότερα μέλη της βιετναμικής κοινότητας εδώ, κοιτάει κάτω, από μία συστολή τις ρίζες της οποίας μόνο να εικάσω μπορώ. Έτσι, δεν τη χαιρετώ όταν διασταυρωνόμαστε.

Η αλήθεια είναι πως αν ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ενίσχυσε την ιδέα του έθνους-κράτους σε όλο τον κόσμο, είχε την ίδια συνέπεια και στην Ευρώπη. Η νικήτρια Βρετανία, όπως ακριβώς και οι υπερδυνάμεις, δεν έβλεπε κανένα λόγο να μοιραστεί την κυριαρχία της με οποιονδήποτε άλλον. Έβλεπε με σκεπτικισμό το ευρωπαϊκό όνειρο από το ξεκίνημά του: η Βρετανία αρνήθηκε να ενταχθεί στην ECSC το 1951. Οι Γάλλοι, που προσπαθούσαν πυρετωδώς να αποκαταστήσουν την εθνική τους υπερηφάνεια έπειτα από τον πόλεμο, ήταν συχνά εξίσου σκεπτικιστές. Μερικές φορές έπρεπε να τους εκφοβίσουν οι Αμερικανοί για να συνεργαστούν, απειλώντας να αποσύρουν την υπόσχεση για οικονομική βοήθεια, αν δεν έδειχναν καλύτερη στάση συνεργασίας.

Είναι μία πολύ κοντή γυναίκα. Δεν πρέπει να ξεπερνά το ενάμισι μέτρο. Και είναι και πολύ αδύνατη. Δεν θα μου έκανε εντύπωση αν μάθαινα πως είναι σαράντα κιλά όλα κι όλα. Σε συνδυασμό, δε, με τον τρόπο που ασκείται κάθε πρωί, ίσως λόγω κάποιου προβλήματος με την υγεία της, ή πιθανόν για να προλάβει κάποιο τέτοιο πρόβλημα, φαντάζει κάπως αστεία. Ένας άνθρωπος μια σταλιά, που βαδίζει γρήγορα κουνώντας τα χέρια μπρος-πίσω, με αυτό το χαρακτηριστικό βάδισμα των κατοίκων εκείνης της μεριάς του πλανήτη.

Στα χρόνια που μεσολάβησαν από τότε, έχουν υπάρξει πολλές εθνικιστικές απορρίψεις ευρωπαϊκών σχεδίων και συνθηκών, ακόμη και σ’ εκείνες τις χώρες που ενστερνίστηκαν με τον μεγαλύτερο ενθουσιασμό το ευρωπαϊκό σχέδιο. Το 1984, το κοινοβούλιο της Δανίας ψήφισε την απόρριψη της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης και οκτώ χρόνια αργότερα ο δανέζικος λαός ψήφισε και την απόρριψη της Συνθήκης του Μάαστριχτ. Οι Βρετανοί έσπευσαν να απορρίψουν την υιοθέτηση ενός ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος τη δεκαετία του 1990, με ισχυρισμούς ότι η συναλλαγματική πολιτική πίσω απ’ αυτή ήταν «ένα γερμανικό τέχνασμα σχεδιασμένο να καταλάβει ολόκληρη την Ευρώπη». Το 2005, δημοψηφίσματα στη Γαλλία και στην Ολλανδία απέρριψαν ένα ευρωπαϊκό σύνταγμα. Το 2009, η Δημοκρατία της Τσεχίας αρνήθηκε να υπογράψει τη Συνθήκη της Λισαβόνας και πάλι εξαιτίας του φόβου για τις γερμανικές προθέσεις. […]. Το 2016, ο λαός της Βρετανίας υλοποιούσε την υπέρτατη απόρριψη στο ευρωπαϊκό σχέδιο, ψηφίζοντας να φύγει τελείως από αυτό.

Εγώ, τώρα, είμαι ένα ογδόντα εφτά, και ενενήντα κιλά. Η γυναίκα μοιάζει νάνος μπροστά μου. Λιλιπούτεια. Όποτε τη βλέπω, και τη βλέπω κάθε πρωί, χαμογελάω. Και ίσως να κορδώνομαι και λιγάκι, ασυναίσθητα. Παίζει ρόλο αυτή η εμφανής σωματική υπεροχή, πιθανότατα. Και το γεγονός, μάλλον, πως δεν με κοιτάζει ποτέ στα μάτια.

Στον αιώνιο διάλογο σχετικά με την εθνική κυριαρχία, ούτε οι ευρωπαϊστές ούτε οι ευρωσκεπτικιστές ενεργούν πάντα τελείως λογικά. Κάτω από τα λογικά επιχειρήματα και των δύο πλευρών κρύβονται βαθιοί συλλογικοί φόβοι. Στους ευρωπαϊστές αρέσει να παρουσιάζονται γεμάτοι ελπίδες ως εξωστρεφείς, ότι καλωσορίζουν τις ξένες κουλτούρες, αλλά είναι εσωτερικά τρομοκρατημένοι για το ενδεχόμενο να εξαιρεθούν από μία λέσχη, να αναγκαστούν να ανταγωνιστούν ο ένας τον άλλο, ίσως και να πολεμήσουν μεταξύ τους. Η ανάμνηση του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου τούς στοιχειώνει τόσο πολύ, ώστε οποιαδήποτε πρόταση ότι η ΕΕ θα μπορούσε να διασπαστεί γίνεται αυτομάτως δεκτή με προβλέψεις για επιστροφή σε έναν πόλεμο «εντός μιας γενιάς». Στο μεταξύ, στους ευρωσκεπτικιστές αρέσει να παρουσιάζονται ως φιλελεύθεροι που μάχονται για τα δικαιώματα του ατόμου, αλλά καθοδηγούνται και από την αγωνία μήπως μία ξένη ομάδα πάρει τις δουλειές μας, τα δικαιώματά μας, τις ελευθερίες μας και πως αν ενδώσουν στην πίεση να αφομοιωθούν, μπορεί να χαθούν μέσα στην ομοιόμορφη μάζα της ομάδας. Δεν υπάρχει τίποτα το καινούργιο σ’ αυτούς τους φόβους: είναι καθολικά και διαχρονικά συμπτώματα της ανθρώπινης κατάστασης.

Έτυχε να μάθω για αυτήν. Δεν έχει, λέει, πάνω από έναν μόλις χρόνο στην πόλη με τη μεγάλη κοινότητα των συμπατριωτών της που ζουν και ευδοκιμούν εδώ κάμποσες δεκαετίες τώρα: τα μικρά παιδιά των Βιετναμέζων είναι μετανάστες τρίτης γενιάς πλέον. Η ίδια ήρθε μόλις πέρυσι από το χωριό της. Δεν ξέρει καθόλου τη γλώσσα, και ντρέπεται φρικτά.

Ίσως η πιο σκοτεινή απόδειξη του πώς ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος χρησιμοποιείται κατ’ αυτό τον τρόπο, ήρθε το καλοκαίρι του 2016, όταν στο Ηνωμένο Βασίλειο έγινε δημοψήφισμα για το αν η χώρα θα παραμείνει στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το δημοψήφισμα έγινε στο τέλος μιας εκστρατείας είκοσι πέντε ετών εκ μέρους των Βρετανών εθνικιστών να τοποθετήσουν υποχρεωτικά το ζήτημα της Ευρώπης στην κορυφή της πολιτικής ατζέντας. Καθ’ όλη αυτή την περίοδο, οι εθνικιστές γιόρταζαν ανέκαθεν τη νίκη στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ως απόδειξη ότι η Βρετανία ήταν ένα έθνος ηρώων και ότι η Ευρώπη την κρατούσε πίσω. Το αφήγημα αυτό ερχόταν σε αντίθεση με τους ευρωπαϊκούς μύθους, οι οποίοι έδιναν πάντα έμφαση στον πόλεμο ως τραγωδία παρά ως θρίαμβο. Συνεπώς, όταν ήρθε η ώρα για τη Βρετανία να ψηφίσει για το αν θα παραμείνει μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αυτές οι δύο εκδοχές της Ιστορίας βρέθηκαν ευθέως η μία απέναντι στην άλλη.

Εκεί, στη χώρα της, ζούσε σε ένα απομακρυσμένο χωριό. Από μικρή, έπρεπε να διανύει κάθε πρωί μία μεγάλη απόσταση, με τα πόδια, για να πάει στο σχολείο. Το ίδιο έκανε και όταν μεγάλωσε, για να πηγαίνει στη δουλειά της. Κάθε μέρα μπρος-πίσω, πολλά χιλιόμετρα. Επί πολλά-πολλά χρόνια: μια ζωή.

Σήμερα, όπως και το 1945, δεν είναι μόνο η Ευρώπη που έχει επικίνδυνα διαιρεθεί, αλλά και έθνη όπως η Βρετανία και η Πολωνία. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, που κάποτε ενέπνευσε τα έθνη της Ευρώπης να ενωθούν, έχει γίνει τώρα εξίσου έμπνευση για τους εθνικιστές και τους περιφερειακούς αυτονομιστές – και μάλιστα για οποιονδήποτε άλλο έχει μία ατζέντα. Το μεταπολεμικό ευρωπαϊκό σχέδιο, πάνω από εβδομήντα και πλέον χρόνια, έχει τελικά αρχίσει να θρυμματίζεται.

Εδώ, δουλεύει σε ένα εστιατόριο, στην κουζίνα. Είναι καλή μαγείρισσα, αν και στο Βιετνάμ απασχολούνταν σε τελείως διαφορετικό αντικείμενο: δούλευε σε ένα εργοστάσιο. Το εστιατόριο ανήκει σε μέλη της ευρύτερης οικογένειάς της, που άλλωστε ήταν και αυτοί που την έπεισαν να έρθει εδώ, σε μια ηλικία συχνά απαγορευτική για τέτοιες αποφάσεις. Όταν έμαθα για τη δουλειά της, την ονόμασα μέσα μου Pho. Όπως λένε τη σούπα τους στο Βιετνάμ.

Την ίδια εποχή που η Ανατολική Ευρώπη απέλαυνε τις εθνοτικές μειονότητές της και πάλευε να δημιουργήσει μονοπολιτισμικά έθνη-κράτη, η Δυτική Ευρώπη αναμειγνυόταν όπως δεν είχε ξανακάνει ποτέ πριν. Έως τις αρχές της δεκαετίας του 1970, τα έθνη στη Βορειοδυτική Ευρώπη που αποτελούσαν τις βιομηχανικές ατμομηχανές φιλοξενούσαν ήδη κάπου δεκαπέντε εκατομμύρια μετανάστες.

Εχθές, όπως το έχω συνήθειο, πήγα για τρέξιμο στο πάρκο δίπλα στο ποτάμι. Δεν τρέχω καλά, ούτε γρήγορα, ωστόσο μπορώ να διαπιστώσω μία άλφα πρόοδο στις επιδόσεις μου προϊόντος του χρόνου. Αριστερά είναι το ποτάμι με τις πάπιες, δεξιά απλώνονται τα δέντρα του ζωολογικού κήπου. Είναι ωραία και ήσυχα, και δεν έχει και αμάξια. Έχω στόχο πάντα μία συγκεκριμένη διαδρομή, είτε πέντε, είτε δέκα, είτε είκοσι ενός χιλιομέτρων.

Η βρετανική κυβέρνηση πίστευε ότι μπορούσε να ελέγξει τη μετανάστευση μετά τον πόλεμο. Τα προγράμματα που θεσπίστηκαν για να προσελκύσουν εργαζόμενους από την Ευρώπη είχαν όλα αυστηρά όρια και αυστηρά κριτήρια. Ο ιδανικός μετανάστης, σε ό,τι αφορούσε τη βρετανική κυβέρνηση, ήταν κάποιος που θα μπορούσε να αφομοιωθεί αόρατα στη βρετανική κοινωνία – νέος, υγιής στο σώμα και στον νου, μεσαίας τάξης, προτεστάντης και πάνω απ’ όλα λευκός. Γι’ αυτό τον λόγο οι Βρετανοί προσπαθούσαν τόσο δραστήρια να στρατολογήσουν πρόσφυγες από τα Βαλτικά Κράτη μέσω του προγράμματος Ευρωπαίου Εθελοντή Εργαζόμενου: ήταν άνθρωποι που η κυβέρνηση ένιωθε πως μπορούσαν να ταιριάξουν.

Κάποια στιγμή λοιπόν χθες, ένιωσα κάποιον να τρέχει πίσω μου και να με φτάνει. Δεν θα ’ταν η πρώτη φορά. Πολλοί με περνούν, και σπανίως προσπερνώ εγώ κανέναν τους. Παρά ταύτα δεν πτοούμαι, το έχω συνηθίσει. Τον ένιωθα μάλιστα να με πλησιάζει πάνω σε μία ανηφόρα εκατό περίπου μέτρων. Σκέφτηκα να επιταχύνω για να τον κουράσω, και έσφιξα πράγματι τα δόντια και ανέβασα τον ρυθμό μου. Αλλά εκείνος δεν φάνηκε να καταλαβαίνει τη διαφορά. Και με έφτασε. Και με προσπέρασε. Σαν σταματημένο.

Ειδικά στη Δυτική Ευρώπη, ξεκίνησε μία επανάσταση. Ήταν σαν θραύσματα της Ινδίας ή της Καραϊβικής να είχαν ξεκολλήσει και να είχαν ενσωματωθεί στη Βρετανία. Τελείως ξαφνικά, κομματάκια της Βόρειας Αφρικής είχαν μεταφερθεί στη Γαλλία και μικροσκοπικά κομμάτια της Τουρκίας και του Λεβάντε είχαν διασκορπιστεί σε ολόκληρη τη Γερμανία και την Ολλανδία. Οικονομολόγοι, καλλιτέχνες και γαστρονόμοι επισημαίνουν τα τεράστια οφέλη που έφερε αυτή η επανάσταση στην Ευρώπη, αλλά αναμφίβολα έχει υπάρξει και κόστος. Μία άποψη του κόστους είναι το αυξανόμενο αίσθημα αποξένωσης στους οικοδεσπότες. Δεν ήταν μόνο οι πληθυσμοί των μεταναστών που υπέφεραν από τον θρυμματισμό: η άφιξή τους θα έκανε επίσης τις ρωγμές να ανοίξουν στις ίδιες τις κοινότητες όπου εντάσσονταν. Αυτό έμελλε να έχει βαθιές συνέπειες στα χρόνια που θα έρχονταν.

Φορούσε μία φαρδιά αθλητική φόρμα με ρόμβους και σχέδια, και το πάνω και το κάτω, σε αντίθεση με όλους εμάς τούς υπολοίπους που το καλοκαίρι τρέχουμε μόνο με τα απαραίτητα. Ήταν κοντός και αδύνατος. Και φορούσε κάτι παλιά σπορτέξ.

Τι φοβούνται λοιπόν όλοι αυτοί οι λαοί; Μια συνηθισμένη δικαιολογία και ένας από τους πιο κοινούς λόγους για την ξενοφοβία στα βιομηχανοποιημένα έθνη είναι ότι οι ντόπιοι φοβούνται για τις δουλειές τους. Οι μετανάστες κατηγορούνται συχνά ότι συναγωνίζονται το παραδοσιακό εργατικό δυναμικό και οδηγούν προς τα κάτω τους μισθούς. Ασχέτως όμως από το αν αληθεύει ή όχι, δε φαίνεται να αποτελεί την κύρια έγνοια των περισσότερων. Αν την αποτελούσε, τότε θα ανέμενε κανείς η έχθρα για τους ξένους να ανεβαίνει κατά τη διάρκεια περιόδων υψηλής ανεργίας, αλλά τα ιστορικά δεδομένα από τη Δυτική Ευρώπη δείχνουν πως υπάρχουν μόνο ισχνές διασυνδέσεις ανάμεσα στην ξενοφοβία και στα ποσοστά ανεργίας. Η πραγματική απειλή που θέτει η μετανάστευση στις κοινότητες του αναπτυγμένου κόσμου φαίνεται πως έχει μικρότερη σχέση με τις δουλειές απ’ ό,τι με την κουλτούρα.

Ήταν η Pho.

Το Ηνωμένο Βασίλειο έχει δει παρόμοιες αλλαγές στην πολιτιστική σύστασή του, ιδίως στις πόλεις. Το Λονδίνο αξιώνει σοβαρά να είναι η πιο πολύμορφη πόλη στον κόσμο. […] Παρότι αυτό καθιστά το Λονδίνο ένα συναρπαστικό μέρος για να μένει κανείς, δε συμβάλλει πολύ στο να γεννά ένα αίσθημα του ανήκειν. Υπάρχει τόσο μεγάλη εναλλαγή ανθρώπων στο Λονδίνο, ώστε οποιαδήποτε αίσθηση κοινότητας είναι συχνά μόνο προσωρινή και πρέπει να την απολαμβάνει κανείς όσο διαρκεί, προτού φίλοι και γείτονες μετακομίσουν ή αντικατασταθούν. Οι Λονδρέζοι είναι πλέον συνηθισμένοι σ’ αυτό. Εκείνοι που έχουν ζήσει στο Λονδίνο όλη τους τη ζωή, όπως εγώ, έχουν μάθει να αποχωρίζονται τις παραδόσεις με τις οποίες μεγάλωσαν και να καβαλικεύουν τα κύματα των νέων ιδεών που κυλούν συνεχώς πάνω από την πόλη. Αυτό όμως δε σημαίνει πως το κάνουν χωρίς λύπη ή χωρίς, περιστασιακά, μία οδυνηρή αίσθηση νοσταλγίας για πράγματα που γνώριζαν στα νιάτα τους και τα οποία έχουν χαθεί για πάντα.

Χάθηκε γρήγορα από μπροστά μου. Εξαφανίστηκε. Την είδα κάπου μισή ώρα μπροστά, όταν εκείνη είχε φτάσει πια στο δικό της μισό της διαδρομής, και επέστρεφε. Εγώ είχα άλλα τρία ή τέσσερα χιλιόμετρα μπροστά μου. Και ήμουν κάθιδρος. Η Pho, πάλι, έτρεχε σαν να είχε μόλις αρχίσει, κουκουλωμένη σε εκείνη την πελώρια αθλητική φόρμα με τα κιτς σχέδια. Δεν κοιτούσε κάτω αυτή τη φορά, ήταν προσηλωμένη στο τρέξιμο. Και έμοιαζε με κορίτσι.

Φυσικά, υπάρχουν κι άλλες εξηγήσεις για τους φόβους των ανθρώπων. Δεν είναι μόνο μία αίσθηση του ανήκειν που έχει απειληθεί από τη μετανάστευση μεγάλης κλίμακας, αλλά και μία αίσθηση κεκτημένου δικαιώματος. Οι ευρωπαϊκές κουλτούρες των οποίων οι αυτοκρατορίες εκμεταλλεύτηκαν τον κόσμο δεν μπορούν να δεχθούν εύκολα την «αποικιοποίηση από την ανάποδη». Ομοίως, οι λαοί που κατέκτησαν την Αυστραλασία, τη Νότια Αφρική, τον Καναδά και τις ΗΠΑ τον 18ο και τον 19ο αιώνα πίστευαν πως είχαν το δικαίωμα να διώξουν εκείνους που είχαν έρθει πριν απ’ αυτούς – αλλά παραπονούνταν όταν διαπίστωναν ότι η εισαγόμενη κουλτούρα τους αντιμετώπιζε με τη σειρά της προκλήσεις. […] Για τις μειονότητες της Αμερικής μπορεί να είναι δελεαστικό, ίσως ακόμη και ικανοποιητικό, το να βλέπουν ένα είδος ιστορικής δικαιοσύνης στον τρόπο που τα παλιρροϊκά κύματα της μετανάστευσης έχουν σαρώσει τη λευκή Αμερική, και αναμφίβολα θα συνεχίσουν να το κάνουν παρά τη ρητορική του Τραμπ. Το να επιχαίρουν όμως με τις ατυχίες της λευκής εργατικής τάξης είναι δυσάρεστο και κρύβει τις αποχρώσεις της μεγαλύτερης εικόνας. Πολλοί απ’ όσους ψήφισαν υπέρ του Τραμπ ήταν και οι ίδιοι μετανάστες ή παιδιά μεταναστών, που είχαν φτάσει στη χώρα μην έχοντας τίποτα και που έλπιζαν να ευημερήσουν μέσω της σκληρής δουλειάς και της αποφασιστικότητας. Τέτοιοι άνθρωποι αποτελούσαν κάποτε την ίδια την προσωποποίηση του Αμερικανικού Ονείρου.

Λίγα μέτρα προτού διασταυρωθούμε, κοιταχτήκαμε — το δρομάκι στο πάρκο είναι στενό, δεν γίνεται να το αποφύγεις. Η Pho μού χαμογέλασε. «Αχόι», μου είπε. Το «γεια» στα τσέχικα. «Αχόι», της είπα κι εγώ.

Ο κόσμος όμως έχει αλλάξει αμετάκλητα από τις δεκαετίες του 1940 και 1950, όταν η Αμερική ήταν αληθινά ένα «μεγάλο» έθνος. Η μαζική μετανάστευση είναι απλώς ένα από τα συστατικά μιας πολύ μεγαλύτερης διαδικασίας παγκοσμιοποίησης, η οποία έχει υποσκάψει τις προοπτικές των Αμερικανών εργατών επί δεκαετίες. Τώρα δεν είναι πλέον μόνο οι νεοφερμένοι που απειλούν να πάρουν αμερικανικές δουλειές – οι ίδιες οι δουλειές έχουν μεταναστεύσει στο εξωτερικό, όπου το εργατικό δυναμικό είναι ακόμη φτηνότερο από αυτό που παρέχουν οι Αμερικανοί μετανάστες. Η μηχανοποίηση επίσης προκαλεί επανάσταση στους χώρους εργασίας: οι τεχνολογίες που υπόσχονταν το 1945 στους Αμερικανούς μία εύκολη ζωή, τώρα απειλούν να τους στερήσουν τα προς το ζην. […] Οι ευκαιρίες που ήταν τόσο άφθονες το 1945 και στις δεκαετίες που ακολούθησαν, έδειχναν να έχουν ξεφτίσει σε βαθμό που οι Αμερικανοί εργάτες έπρεπε τώρα να μάχονται εξίσου σκληρά με οποιονδήποτε μετανάστη απλώς για να επιβιώσουν. Εδώ, η ξενοφοβία που μερικές φορές επιδείκνυαν δεν ήταν στην πραγματικότητα καθόλου ξενοφοβία, αλλά λύπη για την αδυναμία τους απέναντι στις παγκόσμιες δυνάμεις και η συντριπτική συνειδητοποίηση πως το μέλλον που κάποτε πίστευαν ότι τους περίμενε, δεν υπήρχε πλέον.

ΥΓ. Στο σημερινό σημείωμα αντλήσαμε εκτενή αποσπάσματα από το βιβλίο του Keith Lowe, «Ο ΦΟΒΟΣ ΚΑΙ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. Πώς μας άλλαξε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος» (εξαιρετική μετάφραση Δημήτρης Σταυρόπουλος, Εκδόσεις Ψυχογιός). Ένας ογκώδης τόμος μεγάλου σχήματος και 640 σελίδων, μία επισκόπηση των μεγάλων αλλαγών που έλαβαν χώρα στον κόσμο εξαιτίας του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Καλύπτει όλα τα κύρια γεωπολιτικά γεγονότα: την ανάδυση των υπερδυνάμεων, το ξεκίνημα του Ψυχρού Πολέμου, την κατάρρευση της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας, τις κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες του πολέμου, τη μεταμόρφωση του φυσικού περιβάλλοντος, τις αλλαγές των επιπέδων διαβίωσης, τα δημογραφικά μεγέθη, το παγκόσμιο εμπόριο, την άνοδο και την πτώση των ελέγχων της ελεύθερης αγοράς, τη γέννηση της πυρηνικής εποχής. Αποκτήστε το οπωσδήποτε και μελετήστε το. Είναι μία κιβωτός πληροφοριών χρήσιμων (και απαραίτητων) για κάθε πολίτη.

Επιστροφή στην mobile έκδοση.