LIBERALL
THINK TANKST
ΥΓΕΙΑY
ARTNEWSA
Τρίτη 14/08/18
3ος χρόνος, ημέρα 1017η

ΣΕΒ: Ανεπαρκές το επίπεδο επενδύσεων - Απαραίτητη η μείωση της υπερφορολόγησης

Print Friendly and PDF
-A +A
ΣΕΒ: Ανεπαρκές το επίπεδο επενδύσεων - Απαραίτητη η μείωση της υπερφορολόγησης

Ανεπαρκές κρίνει ο Σύνδεσμος Ελλήνων Βιομηχάνων το επίπεδο τόσο των επενδύσεων όσο και των αποταμιεύσεων στη χώρα, εκτιμά απαραίτητη χαρακτηρίζει τη μείωση των φόρων «ώστε να μένουν περισσότερα εισοδήματα στα χέρια των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών» και ένα σταθερό φιλοεπενδυτικό κλίμα.

Όσον αφορά τα δημοσιονομικά μέτρα που προβλέπεται να υλοποιηθούν το 2019 και το 2020 (μείωση συντάξεων και αφορολόγητου) ο ΣΕΒ σημειώνει ότι «η πιθανότητα αναβολής ή αθέτησης» αυτών των δεσμεύσεων «πέρα από τη δυσπιστία που θα προκαλέσει στις διεθνείς αγορές, παραπέμπει στις καλένδες και οποιαδήποτε συζήτηση για μείωση της υπερφορολόγησης της εργασίας και των επιχειρήσεων μέσω των περίφημων 'αντίμετρων'».

Αναλυτικά ο ΣΕΒ σημειώνει τα εξής:

Η Ελλάδα βρίσκεται σε μακροοικονομική ισορροπία. Όμως δεν αποταμιεύουμε πολλά και επενδύουμε ακόμα λιγότερα. Το  2017, η Γενική Κυβέρνηση, από διαθέσιμους πόρους 6,7 δισ. ευρώ, επένδυσε 5,2 δισ. ευρώ, κυρίως μέσω του Προϋπολογισμού Δημοσίων Επενδύσεων, επιτυγχάνοντας έτσι δημοσιονομικό πλεόνασμα ύψους 1,5 δισ ευρώ.

Οι μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις εξοικονόμησαν 16,5 δισ. ευρώ, που χρησιμοποιήθηκαν κυρίως για επενδύσεις, και οι τράπεζες 5,8 δισ. ευρώ, που χρησιμοποιήθηκαν κυρίως ως προβλέψεις για να αντιμετωπίσουν τις υψηλές επισφάλειες στα χαρτοφυλάκια τους.

Αντιθέτως, τα νοικοκυριά (που περιλαμβάνουν και τους ελεύθερους επαγγελματίες), όχι μόνο δεν έβαλαν τίποτα στην άκρη, αλλά «τράβηξαν» και 13,7 δισ. ευρώ από τις οικονομίες τους (και ενδεχομένως από δανεισμό), για να επενδύσουν 5,4 δισ. ευρώ, και να «ρίξουν» τα υπόλοιπα 8,3 δισ. ευρώ  στην κατανάλωση, ξοδεύοντας περισσότερα από ό,τι τους επέτρεπε το διαθέσιμο εισόδημά τους (είχαν δηλαδή αρνητική αποταμίευση ύψους 8,3 δισ. ευρώ).

Συνολικά, η οικονομία κατάφερε να χρηματοδοτήσει τις λιγοστές -σε σχέση με το επιθυμητό σενάριο- επενδύσεις (20,6 δισ. ευρώ) εξ ολοκλήρου από τις εγχώριες αποταμιεύσεις των διαφόρων τομέων της οικονομίας, χωρίς την ανάγκη εξωγενών πόρων, χωρίς δηλαδή να χρησιμοποιηθούν αποταμιεύσεις από το εξωτερικό, με το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών να είναι μηδενικό.

Η εικόνα αυτή, όμως, των επενδύσεων, εάν ληφθούν υπόψη και οι αποσβέσεις, δεν αποτυπώνει πλήρως την πραγματικότητα καθώς, μετά από αποσβέσεις, οι καθαρές αποταμιεύσεις και επενδύσεις γίνονται αρνητικές. Με αποσβέσεις 29,6 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 9,7 δισ. ευρώ στα νοικοκυριά, 13,3 δισ. ευρώ στις επιχειρήσεις και 6,6 δισ. ευρώ στη γενική κυβέρνηση, οι ακαθάριστες επενδύσεις στα νοικοκυριά (5,4 δισ. ευρώ), τις επιχειρήσεις (9,7 δισ. ευρώ) και τη γενική κυβέρνηση (5,2 δισ. ευρώ), γίνονται αρνητικές (-4,3 δισ. ευρώ, -3,1 δισ. ευρώ και -1,4 δισ. ευρώ αντιστοίχως).

Αυτό σημαίνει ότι το επίπεδο των εγχώριων ακαθάριστων αποταμιεύσεων και επενδύσεων είναι ανεπαρκές. Δηλαδή δεν βάζουμε στην άκρη, και δεν επενδύουμε ως κοινωνία, όσα απαιτούνται, αφενός για να συντηρήσουμε τον κεφαλαιακό εξοπλισμό που απαξιώνεται και αφετέρου για να τον επεκτείνουμε με νέα πάγια (εργοστάσια, μαγαζιά, γραφεία, κατοικίες κ.ο.κ.), ώστε να αρχίσει να βελτιώνεται το βιοτικό επίπεδο του πληθυσμού.

Με άλλα λόγια, τα λειτουργικά κέρδη των επιχειρήσεων και η αποταμίευση των νοικοκυριών πρέπει να αυξηθούν, και ο προϋπολογισμός να παραμείνει πλεονασματικός. Και, βεβαίως, οι μεγαλύτερες αποταμιεύσεις  να μετατραπούν σε επενδύσεις.

Ειδικότερα, για να αυξηθούν οι επενδύσεις, απαιτείται αφενός η μείωση της υπερφορολόγησης ώστε να μένουν περισσότερα εισοδήματα στα χέρια των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, και αφετέρου η δημιουργία ενός σταθερού φιλοεπενδυτικού κλίματος για να παρακινηθούν οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά να επενδύσουν.

Μόνο έτσι θα δημιουργηθούν, επίσης, ευνοϊκότερες συνθήκες απασχόλησης, ώστε οι άνεργοι να βρουν δουλειά και οι εργαζόμενοι να μπορούν να ξαναρχίσουν σιγά-σιγά να αποταμιεύουν για να επενδύσουν σε ένα σπίτι ή σε ένα μαγαζί, και οι νέοι να φτιάξουν οικογένεια στη χώρα μας, αντί να φεύγουν στο εξωτερικό.

 Εν τέλει, το υπαρξιακό ερώτημα στο οποίο οφείλουμε να απαντήσουμε όλοι, πολιτική τάξη, επιχειρηματική κοινότητα και κοινωνία, είναι αν θα επιλέξουμε να μεταβιβάσουμε παραγωγικούς πόρους προς τις νεότερες γενιές, δημιουργώντας κίνητρα για την επιστροφή τους στη χώρα μας, ή θα αδρανήσουμε για άλλη μια φορά οδηγώντας την Ελλάδα στο να γίνει μια χώρα γερόντων χωρίς οικονομικό σφρίγος.

Πολλά έχουν γίνει μέχρι σήμερα. Πολύ περισσότερα, όμως, απομένουν για να γίνουν. Και, επιτέλους, χρειαζόμαστε μια δημόσια διοίκηση που να διευκολύνει την επιχειρηματική δραστηριότητα, και όχι να εμποδίζει κάθε μεταρρυθμιστική προσπάθεια, μήπως και χάσει ντοβλέτια και οφίτσια!

Επιστροφή στην mobile έκδοση.