LIBERALL
THINK TANKST
ΥΓΕΙΑY
Δευτέρα 10/12/18
4ος χρόνος, ημέρα 1135η

Οι άνθρωποι που δίνουν ξανά ζωή στα θρυλικά κρασιά

Print Friendly and PDF
-A +A
Οι άνθρωποι που δίνουν ξανά ζωή στα θρυλικά κρασιά

Της Χριστίνας Ταχιάου

Πριν από χρόνια, η Μελίνα Τάσσου επισκέφτηκε το Μουσείο Οίνου στη Βουργουνδία. Εκεί είδε ένα χάρτη της Ευρώπης και μια καρφίτσα στη Μαρώνεια της Ροδόπης. «Εδώ έγινε για πρώτη φορά παραγωγή κρασιού στην Ευρώπη», έγραφε το επεξηγηματικό χαρτάκι. Η κυρία Τάσσου, η οποία κατάγεται από την Κομοτηνή, λίγα χιλιόμετρα από τη Μαρώνεια, απόρησε. «Μα, είναι δυνατόν να ήμασταν οι πρώτοι που κάναμε παραγωγή κρασιού και σήμερα να μην έχουμε ούτε ένα οινοποιείο;» σκέφτηκε. Έτσι, αποφάσισε να φτιάξει η ίδια οινοποιείο και το ονόμασε Κίκονες, εμπνευσμένη από την ιστορία της περιοχής.

Οινική παράδοση

Ο Θωμάς Λίγας κατάγεται από τα Γιαννιτσά. Η οικογένειά του είχε μια οινική παράδοση, αλλά εκείνος ήταν ο πρώτος που έφερε στην περιοχή του τις μοντέρνες μεθόδους οινοποίησης, εφαρμόζοντας όσα έμαθε στις σπουδές του στο Μπονπελιέ. «Η περιοχή μας έχει παράδοση στο κρασί. Μάλιστα, η Μητρόπολη Γιαννιτσών είναι χτισμένη με κρασί. Το 1860 ο σουλτάνος είχε δώσει άδεια να χτιστεί ναός στα Γιαννιτσά. Ο ντόπιος μπέης, όμως, δεν έδινε νερό, γιατί δεν ήθελε να γίνει εκκλησία. Έτσι, οι Χριστιανοί επέταξαν το κρασί και το ξύδι της περιοχής, και με αυτό έχτισαν τη Μητρόπολη», αφηγείται.
Το χωριό Μεσενικόλας στην Καρδίτσα πήρε το όνομά του από κάποιον Φράγγο ευγενή, τον Μεσιέ Νικολά. Λέγεται ότι βρέθηκε στην περιοχή το 1455, μετά τη διάλυση του Τάγματός του και μαγεμένος από το τοπίο, έστησε εδώ τη νέα του ζωή. Ο άνθρωπος αυτός έφερε μαζί του τις γνώσεις του, την αγάπη του για το κρασί, ανέπτυξε συστηματικά την αμπελουργία στην περιοχή και ανέδειξε την ποικιλία «Μαύρο Μεσενικόλα». Λέγεται ότι ενώ η ποικιλία υπήρχε από την αρχαιότητα, πήρε το όνομα της από τον ίδιο, ως ελάχιστη αναγνώριση της προσφοράς του από τον απλό κόσμο. Ο οινοποιός Γιώργος Καραμήτρος ονειρεύεται να κάνει το Μεσενικόλα με τις ιστορίες του και το κρασί του διάσημο σε όλον τον κόσμο.

Όταν ο μοναχός Επιφάνιος ξεκίνησε την αναβίωση του αμπελιού και της οινικής παράδοσης στο μετόχι του Μυλοποτάμου, τον αποκαλούσαν καπιταλιστή. «Με πυροβολούσαν τότε, ενώ τώρα με μιμούνται αρκετοί. Αισθάνομαι ότι παίρνω μια γλυκιά εκδίκηση», λέει ο αρχιοινοποιός και αρχιμάγειρας του Αγίου Όρους.

«Τον οίνον ημών τον επιούσιον»

Οι ιστορίες γύρω από το κρασί είναι από τις πιο γοητευτικές που μπορεί να ακούσει κάποιος. Ανακατεύουν ιστορία και μύθο, διαφορετικές χρονικές περιόδους, αρώματα και γεύσεις, θάλασσα και βουνό, ήλιο και βροχή, glamour και καφενεία, θρησκείες και φιλοσοφία, όνειρα και πραγματικότητα.

Ο μοναχός Επιφάνιος μεγάλωσε στην Νικήσιανη της Καβάλας, σε οικογένεια που είχε αμπέλι και «ανάμεσα σε γλεντζέδες», όπως λέει γελώντας. Το 1973 έγινε μοναχός στην Ιερά Μονή Αγίου Παύλου στο Άγιο Όρος, το 1989 αναχώρησε στο Σινά για εγκαταβίωση, επέστρεψε το 1990 και πήρε τίτλο χρησικτησίας για το Μυλοπόταμο που είναι μετόχι της Αγίας Λαύρας. «Ο Άγιος Αθανάσιος το λέει ξεκάθαρα: “υπάρχει ένας τόπος που λέγεται Μυλοπόταμος, που απέχει 10 μίλια από τη Λαύρα. Καθαρίσαμε την περιοχή από τις πέτρες και τα κλαδιά και φυτεύσαμε αμπελώνα και ελαιώνα για τις ανάγκες των μοναχών”. Αυτά γράφει στη χειρόγραφη διαθήκη του που γράφτηκε το 973».

Στο μετόχι του Μυλοποτάμου, ο Επιφάνιος ήθελε να δοκιμάσει τη ζωή έξω από το μοναστήρι. Να βγάλει εκεί «τον άρτον ημών τον επιούσιον». Το 1992, μαζί με τον πατέρα Ιωακείμ, έκαναν μια μελέτη αναβίωσης του Μυλοποτάμου που, όμως, δεν προχώρησε για χρηματοδότηση από προγράμματα. Το 1993, ο Επιφάνιος παρακάλεσε το Γιάννη Μπουτάρη να του δώσει αμπέλια. «Να είναι καλά ο άνθρωπος, μου τα έδωσε, ενώ ο οινοποιός Γιάννης Βογιατζής μου έδωσε τις πρώτες συμβουλές. Στην αρχή φυτέψαμε 15 στρέμματα Merlot, μετά Λημνιό, Μοσχάτο Αλεξανδρείας, Ροδίτη, Cabernet». Ο Επιφάνιος μιλά με ενθουσιασμό και λατρεία για τις αρετές του αμπελιού του, που σήμερα είναι στα 42 στρέμματα. Για το κύμα, για τον ήλιο, τους αέρηδες. Το πρώτο κρασί βγήκε το 1996, το 1997 άρχισε να χτίζει το οινοποιείο κι έκανε την πρώτη εμφιάλωση. Το οινοποιείο είναι υπερσύγχρονο. Ο Επιφάνιος είναι γνωστός και για τη μαγειρική του, την οποία επιδεικνύει τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, ενώ τα κρασιά του έχουν γίνει διάσημα. «Το αμπέλι αν δεν το αγαπάς είναι μπελάς. Αν το αγαπάς είναι μεγαλείο. Είναι η αίσθηση της δημιουργίας», συνηθίζει να λέει.

Το κρασί του Οδυσσέα

Η Μαρώνεια είναι μια μαγική περιοχή της Ροδόπης, ελάχιστα γνωστή σε σχέση με την ομορφιά και τις αρετές της. Βρίσκεται δίπλα στη θάλασσα, έχει υψώματα από τα οποία η θέα είναι μοναδική, διαθέτει κάμπο και ηλιοφάνεια, εύφορο χώμα και ανέμους. «Είμαι το μεγαλύτερο παιδί της οικογένειας κι αποφάσισα να ασχοληθώ με το κρασί επειδή μου άρεσε η χημεία», μας λέει η Μελίνα Τάσσου. Στο σχολείο, στα μαθήματα της χημείας ανακάλυψε ότι δυο διαφορετικά αρώματα που το ένα είναι πανέμορφο και το άλλο κακάσχημο, μπορεί να έχουν ελάχιστες διαφορές. Θέλησε, στην αρχή, να γίνει αρωματοποιός, όμως αργότερα προτίμησε να κάνει καριέρα ως σεφ. Τελικά, κατέληξε ότι επιθυμεί συνδυασμό μυρωδιάς και γεύσης και καταστάλαξε στην οινολογία. «Στην περιοχή μας, το κρασί απαγορευόταν από το Ισλάμ ως το 1920. Αν και υπήρχε παράδοση, είχε εγκαταλειφθεί. Κάποιοι έφτιαχναν κρασί για το σπίτι τους, αλλά ήταν χάλια. Σπούδασα γεωπονική στη Θεσσαλονίκη και μετά οινοποιία στο Μπορντό. Εκεί μας έλεγαν ότι μόνο εκείνοι κάνουν καλά κρασιά, οπότε αποφάσισα να πάω στη Βουργουνδία να δω και τα δικά τους, και μετά στην Αυστραλία για να πάρω τις τεχνικές τους. Όταν είδα στο Μουσείο Οίνου της Βουργουνδίας ότι στη Μαρώνεια είχε γίνει η πρώτη παραγωγή κρασιού στην ιστορία της Ευρώπης, σκέφτηκα ότι είναι απίστευτο να μην υπάρχει ένα οινοποιείο σήμερα. Έτσι, αποφάσισα να το φτιάξω εγώ, και μαζί με τον αδερφό μου φτιάξαμε τους “Κίκονες” το 2004».

Για το αμπέλι της αξιοποίησε τις γνώσεις που πήρε στην Αυστραλία, φυτεύοντας σε vertical suit positioning. «Στη Γαλλία δεν μάθαμε να εκμεταλλευόμαστε την ηλιοφάνεια, γιατί εκεί το πρόβλημά τους είναι πώς θα ωριμάσουν τα σταφύλια με τόσο συννεφιά, ενώ για εμάς το πρόβλημα είναι πώς δεν θα πάθουν εγκαύματα από τον ήλιο».

Κίκονες

Οι Κίκονες ήταν Θράκες και για πρώτη φορά μνημονεύονται στον Όμηρο. Είχαν συμμαχήσει με τους Τρώες και, μάλιστα, έστελναν κρασί στον Τρωικό πόλεμο. Το κρασί τους έπαιξε ρόλο και στην Οδύσσεια. Η πρώτη στάση που έκανε ο Οδυσσέας επιστρέφοντας στην Ιθάκη, ήταν στη Σμάρα, τη σημερινή Μαρώνεια, που ήταν η πρωτεύουσα της χώρας των Κικόνων. Μάλιστα, από τη Σμάρα έχει πάρει το όνομά του το βουνό Ίσμαρος. Ο Μάρων, από τον οποίο ονομάστηκε αργότερα η Μαρώνεια, ήταν ο βασιλιάς των Κικόνων. Στο νόμισμά τους, που βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Κομοτηνής, από την μια πλευρά εικονίζεται το άλογο κι από την άλλη το σταφύλι.

Ο Οδυσσέας, λοιπόν, συνάντησε το Μάρωνα ο οποίος ήταν ιερέας του Απόλλωνα. Ο Οδυσσέας τον σεβάστηκε και ο Μάρων του έδωσε το περίφημο κρασί των Κικόνων, το οποίο περιγράφει ο Όμηρος. Μάλιστα, αυτή είναι η πρώτη περιγραφή που υπάρχει για κρασί παγκοσμίως. Ο Οδυσσέας πήρε 12 αμφορείς από το Μάρωνα, κι όταν βρέθηκε σε που μέθυσε. Έτσι, κατόρθωσε να τον τυφλώσει και να δραπετεύσει.

Με τόσο παλιά, μεγάλη, ενδιαφέρουσα και –κυριολεκτικά- μυθική οινική παράδοση, η Μελίνα Τάσσου απορεί πώς είναι δυνατόν να υπάρχει μόνον ένα οινοποιείο στην περιοχή: το δικό της.

Από τον μεσιέ Νικολά στον Πλαστήρα

Ο Μεσενικόλας είναι ένα όχι πολύ γνωστό χωριό στον νομό Καρδίτσας. Βρίσκεται σε υψόμετρο 700 μέτρων και χαρακτηρίζεται ως «το μαλκόνι της Θεσσαλίας», καθώς προσφέρει θέα ως τον Όλυμπο και το Πήλιο. Το χωριό βρίσκεται πάνω στο οδικό κύκλωμα της λίμνης Πλαστήρα για τη δημιουργία της οποίας προσέφερε τις περισσότερες καλλιεργήσιμες εκτάσεις από κάθε άλλο χωριό της περιοχής. Η παραλίμνια περιοχή του χωριού είναι αυστηρά προστατευόμενη περιοχή απαλλαγμένη από κάθε μορφής δόμηση. Από το 1959 που ολοκληρώθηκε η τεχνητή λίμνη, το μικροκλίμα της περιοχής άλλαξε και οι συνθήκες της αμπελουργίας έγιναν ιδανικές. Έτσι, τελειοποιήθηκε η ποικιλία «Μαύρος Μεσενικόλας», που βρέθηκε στην περιοχή σαν παραμύθι. Λέγεται ότι το αμπέλι αυτό έφερε ο Μεσιέ Νικολά, ένας Φράγκος ευγενικής καταγωγής, που βρέθηκε στην περιοχή το 1455, μετά τη διάλυση του Τάγματός του και μαγεμένος από το τοπίο, έστησε εδώ τη νέα του ζωή. Ο άνθρωπος αυτός έφερε μαζί του τις γνώσεις του και την αγάπη του για το κρασί. Κι είναι αυτή η αγάπη που τον οδήγησε να αναπτύξει συστηματικά την αμπελουργία στην περιοχή και να αναδείξει την ποικιλία «Μαύρο Μεσενικόλα». Μια μοναδική ποικιλία, που ενώ υπήρχε από την αρχαιότητα, πήρε το όνομα της από τον ίδιο, ως ελάχιστη αναγνώριση της προσφοράς του από τον απλό κόσμο.

Μύθος ή πραγματικότητα; Μικρή σημασία έχει. Αυτό που γνωρίζουμε ότι είναι κάποια στιγμή υπάρχει ένα κενό στην οινική ιστορία του Μεσενικόλα κι ότι, γενικά, το κρασί που παραγόταν ήταν για ιδία χρήση. Πριν από ελάχιστες δεκαετίες μόλις, η οικογένεια Καραμήτρου άρχισε να εμφιαλώνει το κρασί κι έτσι, σήμερα, ο Γιώργος Καραμήτρος με την Winery Monsieur Nicolas φτιάχνει ένα υπέροχα μυρωδάτο κρασί «Messenicola». Ο Γιώργος είναι η πέμπτη γενιά της οικογένειας Καραμήτρου που ασχολείται με το κρασί. Όλα άρχισαν στην Τουρκοκρατία, όταν η οικογένεια έφυγε από την Ευρυτανία κι εγκαταστάθηκε κάτω από τα Άγραφα, στο Μεσενικόλα. Ασχολήθηκαν με την αμπελουργία, ενώ παράλληλα έγραφαν ιστορία. Ο προπάππους Γιώργος Καραμήτρος πολέμησε για την απελευθέρωση της Θεσσαλίας στους Βαλκανικούς πολέμους και μετά επέστρεψε στην αμπελουργία του, στο Μεσενικόλα. Οι δεκαετίες του 1970 και του 1980 έβαλαν τις βάσεις για τη σημερινή ανάπτυξη της εταιρίας, με το Γιάννη και τη Γιαννούλα Καραμήτρου να έχουν τα ηνία της επιχείρησης και να παραδίδουν, το 1990, στο γιο τους, Γιώργο, διατηρώντας την επίβλεψη. Έτσι, αυτό που άρχισε ο Μεσιέ Νικολά το 1400, βρίσκεται ακόμη στα καλύτερα χέρια κι εξελίσσεται διαρκώς.

Βάκχες, Γάλλοι, βάλτος, και μπλε κρασί

Ο Ευριπίδης έγραψε τις «Βάκχες» στην Πέλλα, εκεί έγινε η πρεμιέρα ενώ κι ο ίδιος ο τραγωδός άφησε εκεί την τελευταία του πνοή. «Για να μην νομίζετε ότι εμείς δεν ξέραμε από κρασί», λέει ο Θωμάς Λίγας, ο παραγωγός που εκτός από τα «κλασικά» λευκό, ροζέ και κόκκινο βγάζει και μπλε και γκρι κρασί. Ο κ. Λίγας κατάγεται από τα Γιαννιτσά, από οικογένειες με γερή αγροτική αλλά και αστική παράδοση. «Η οικογένεια Οικονόμου, από την πλευρά της μητέρας μου, ασχολούνταν με την οινοποιία. Μάλιστα, έχω κρατήσει ένα παλιό πατητήρι τους».

Αφήγηση

Ο κ. Λίγας αφηγείται την ιστορία της περιοχής του, η οποία είναι «ποτισμένη» με κρασί αλλά και «αποστραγγισμένη» από τη λίμνη των Γιαννιτσών. «Η ιστορία του χτισίματος της Μητρόπολης των Γιαννιτσών με κρασί επειδή ο τοπικός μπέης δεν έδινε νερό για να γίνει, δεν είναι φανταστική. Υπάρχουν πηγές, υπάρχει ακόμη και το φιρμάνι του Σουλτάνου που έδινε την άδεια για να χτιστεί η εκκλησία επάνω σε κάποια δήθεν ερείπια παλαιότερου ναού, όπως συμβαίνει συχνά και σήμερα», χαριτολογεί. Μάλιστα, ισχυρίζεται ότι πρόκειται για την μοναδική περίπτωση κτιρίου που έχει τη βάση του σε κρασί.
Οι Οθωμανοί σέβονταν, γενικά, το χριστιανικό πληθυσμό στην περιοχή των Γιαννιτσών. «Υπήρχε ένα φεουδαρχικό σύστημα εξουσίας κι εμπιστοσύνη στις χριστιανικές οικογένειες, οι οποίες απέκτησαν μια οικογενειακο-εμπορική και οικονομική δομή. Οι μεγάλες οικογένειες των Γιαννιτσών έχουν ένα πατητήρι, ένα μύλο, ένα στάβλο, μια στάνη. Το μόνο που ενδιέφερε τους Οθωμανούς ήταν να παίρνουν τη δεκάτη, το φόρο. Τα Γιαννιτσά ήταν ισχυρά στις μεταφορές, καθώς ήταν δίπλα η Εγνατία Οδός. Ζούσαν από το λάδι, το βαμβάκι, τα φρούτα, τον καπνό, ενώ είχαν τα αμπέλια και τα τυριά για δική τους κατανάλωση. Στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Γάλλοι που στρατοπέδευαν στα Διαβατά ερχόντουσαν στα Γιαννιτσά για να πάρουν κρασί και το παρομοίαζαν με της Βουργουνδίας. Υπήρχε ισχυρή γαλλική παρουσία, υπήρχε αδερφότητα γυναικών σε μοναστήρι και μάλιστα οι αδερφές δίδασκαν. Η μαμά μου έμαθε εκεί μπροντερί (κέντημα). Στην πόλη υπήρχε η κουλτούρα των Οθωμανών, αλλά ταυτόχρονα και εκκλησία Ουνιτών αλλά και Εξαρχείας των Βουλγάρων. Ένα από τα επαγγέλματα που βρίσκονταν σε άνθηση ήταν η πώληση… βδελών, προκειμένου να πέφτει ο πυρετός και να αντιμετωπίζεται η μαλάρια (ελονοσία)».

Αποστράγγιση της λίμνης

Στη δεκαετία του ’30 έγινε η αποστράγγιση της λίμνης των Γιαννιτσών, καθώς η ελονοσία θέριζε στην περιοχή. Γαλλικές κι εγγλέζικες εταιρίες εργάστηκαν γι’ αυτό, κι εκεί έγινε μια μεγάλη τομή στη γεωργία. Τα χωράφια αποστραγγίστηκαν κι έγιναν πολύ πλούσια οργανικά, οπότε ο κόσμος στράφηκε σε καλλιέργειες που άφηναν πολλά χρήματα, όπως ο καπνός. Τότε έπιασε και η μεγάλη φυλλοξήρα, με αποτέλεσμα να απομείνουν ελάχιστα αμπέλια. Στη δεκαετία του ’80 ο Τσάνταλης ενδιαφέρθηκε να καλλιεργήσει στην Πέλλα ροδίτες και ξινόμαυρο. Έτσι κι έγινε κι ο Θωμάς Λίγας, ο οποίος είχε μόλις επιστρέψει φρέσκος οινολόγος γαλλοσπουδαγμένος, εργάστηκε εκεί και στη συνέχεια αποφάσισε να φτιάξει τη δική του επιχείρηση στα Γιαννιτσά. Έτσι, επανασύστησε με πολύ μοντέρνο τρόπο το αμπέλι, φέρνοντας όλες τις σύγχρονες και σοφιστικέ μεθόδους οινοποίησης. «Μπορεί να φαίνεται δύσκολο, αλλά η παρθενικότητα του εδάφους επιτρέπει πειραματικές μεθόδους», μας λέει, υπερήφανος γιατί είναι ο πρώτος οινοποιός της νέας εποχής στα Γιαννιτσά.

Παλιό βιβλίο

Αναζητώντας χώρο για καινούργιο οινοποιείο, το 1996 ο κ. Λίγας βρήκε σε ένα ρέμα στο οποίο οι Γιαννιτσιώτες πετούσαν σκουπίδια, ένα παλιό βιβλίο. Το άνοιξε με μεγάλη περιέργεια, για να ανακαλύψει ότι επρόκειτο για τα κιτάπια ενός γιαννιτσιώτικου ποτοποιείου. «Εκεί ο ποτοποιός Παπαδόπουλος κατέγραφε τα πάντα και με τροφοδότησε με σπουδαίες πληροφορίες για το lifestyle στην περιοχή. Για παράδειγμα, διαβάζοντας την ημερήσια κίνησή του, είδα ότι τα Χριστούγεννα πουλιόταν πολλή μπίρα και ρετσίνα ενώ τσίπουρο στην αρχή του καλοκαιριού. Αυτό φαίνεται περίεργο, αλλά έχει μια εξήγηση: τα κρασιά ήταν χύμα την εποχή εκείνη, και ιδίως για οικιακή χρήση. Οπότε, σε εορταστικές περιόδους, όπως τα Χριστούγεννα, ο κόσμος προτιμούσε κάτι πιο «σπέσιαλ», κάτι εισαγόμενο, από τα προϊόντα που τότε αποκαλούνταν “αποικιακά”. Αυτά τα προϊόντα ήταν οι μπίρες και οι ρετσίνες, που έρχονταν εμφιαλωμένες».

Οι ποτοποιοί Παπαδόπουλοι δεν είχαν καλό τέλος στα Γιαννιτσά, και αιτία γι αυτό ήταν τα ελκυστικά προϊόντα τους. «Το 1944, στη διάρκεια της κατοχής, στο ποτοποιείο βρέθηκε ένας αξιωματικός του Γερμανικού Στρατού και μέθυσε. Επάνω στο μεθύσι του, πήγε στο βουνό με τους αντάρτες, αλλά δεν κατέβηκε, έμεινε εκεί μαζί τους. Μόλις οι Γερμανοί πήραν χαμπάρι τι συνέβη άρχισαν να εφαρμόζουν αντίποινα. Κάλεσαν τον αντρικό πληθυσμό σε ένα πάρκο και -σε συνεργασία με τους ντόπιους συνεργάτες τους- τούς ανάγκασαν να ανοίξουν λάκκο στον οποίο τους έθαβαν. Βρήκαν και τους αδερφούς Παπαδόπουλους και τους σκότωσαν, επειδή θεώρησαν εκείνους πρώτους υπαίτιους για την αποστασία του αξιωματικού».

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα Φιλελεύθερος, στις 27 Δεκεμβρίου, τεύχος 25. 

Επιστροφή στην mobile έκδοση.