LIBERALL
THINK TANKST
ΥΓΕΙΑY
ARTNEWSA
Παρασκευή 14/09/18
3ος χρόνος, ημέρα 1048η

Σε υποτελή του Ιράν μετατρέπεται η Συρία

Print Friendly and PDF
-A +A
Σε υποτελή του Ιράν μετατρέπεται η Συρία

Σε διάστημα το πολύ ενός έως δύο ετών, το τοπίο στη Συρία θα έχει αποκρυσταλλωθεί, και ο Άσαντ θα έχει κερδίσει ξανά τον έλεγχο της Συρίας, προβλέπει μιλώντας στο Liberal, ο Efraim Karsh, διευθυντής του ισραηλινού think tank, Begin- Sadat Center for Strategic Studies (BESA), ενός εκ των μεγαλύτερων στη Μέση Ανατολή.

Εξηγεί ωστόσο ότι η νέα αυτή κατάσταση θα είναι εκ φύσεως ασταθής και το νέο καθεστώς αιχμάλωτο των Ιρανών και Ρώσων πατρόνων του, αφού θα δούμε την αλεβιτική μειονότητα (περίπου το 10% του πληθυσμού) να κυριαρχεί πάνω στη πολύ μεγαλύτερη σουνίτικη πλειοψηφία της Συρίας. «Και για να το θέσω με μεγαλύτερη σαφήνεια, η Συρία θα μετατραπεί σε έναν αποτελεσματικό υποτελή του αναδυόμενου Ιράν, το οποίο θα δει έτσι να επιτυγχάνεται ο πολύ παλαιός του στόχος, της δημιουργίας ενός σιιτικού διαδρόμου από τον Περσικό Κόλπο έως την Μεσόγειο», σημειώνει ο κ. Karsh.

Σχετικά με το ρόλο των ΗΠΑ στη περιοχή, εκτιμά ότι οι πιέσεις που της ασκούν χώρες, όπως Σαουδική Αραβία, Ισραήλ, Ιορδανία και εκείνες του Κόλπου, πιθανόν να πείσουν τη διακυβέρνηση Τραμπ να παραμείνει στη Συρία. Ακτινογραφώντας τις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή, θεωρεί ότι είναι αρκετά πιθανός στο μέλλον ένας εξαιρετικά καταστροφικός και δαπανηρός πόλεμος μεταξύ Ισραήλ και Ιράν- Χεζμπολάχ. «Η προσφάτως αναφερθείσα καταστροφή μιας βάσης Ιρανικών drone στη Συρία από την αεροπορία του Ισραήλ, και οι απειλές για αντίποινα από το Ιράν, θα μπορούσε να είναι η αρχή προς την ολίσθηση σε μια Ιρανο-Ισραηλινή σύγκρουση στη Συρία, και πιθανώς στο Λίβανο, μέσω του “αντιπροσώπου” της Τεχεράνης, δηλαδή τη Χεζμπολάχ», αναφέρει ο διευθυντής του think tank BESA.

Συνέντευξη στον Γιώργο Φιντικάκη

- Ποιος τελικά ήταν ο στόχος της επίθεσης στη Συρία; Πως εκλάβατε εσείς τον προσεκτικό και μετρημένο χαρακτήρα των επιθέσεων, και τι δείχνει αυτό για το μέλλον;

Η πυραυλική επίθεση ήταν ένα καθαρό μήνυμα στο καθεστώς Άσαντ ότι οι δυτικές δυνάμεις, πρώτα και κύρια οι ΗΠΑ, δεν θα ανεχτούν ξανά τη χρήση χημικών όπλων εναντίον πολιτών. Επίσης και σε αντίθεση με την εποχή Ομπάμα, ήταν ένα μήνυμα, ότι η παραβίαση των κόκκινων γραμμών θα έχει αντίστροφες συνέπειες.

Είναι αλήθεια ότι το χτύπημα ήταν σχετικά περιορισμένο ως αποτέλεσμα αφενός της δυτικής απροθυμίας να επιδεινωθούν οι ήδη τεταμένες σχέσεις με τη Μόσχα, αφετέρου μιας συμφωνίας των ΗΠΑ με τους Βρετανούς και Γάλλους συμμάχους τους, προκειμένου οι τελευταίοι να συμμετάσχουν στην επίθεση.

Αλλά σε κάθε περίπτωση, εστάλη ένα σαφές μήνυμα και ελάχιστοι αμφιβάλλουν ότι μια επανάληψη της χρήσης χημικών όπλων από τον Άσαντ, θα εισπράξει μια ακόμη πιο σκληρή απάντηση.

- Παρ’ όλα αυτά, θα δούμε κάποια στιγμή μεγαλύτερη αποφασιστικότητα προκειμένου να σταματήσει αυτός ο επταετής εμφύλιος; Και πως φαντάζεσθε την επόμενη ημέρα στη Συρία; Ποιο ρόλο θα παίξουν άραγε η Ρωσία και το Ιράν;

Όλοι οι πόλεμοι τελειώνουν αργά ή γρήγορα και η συριακή διαμάχη δεν αποτελεί εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα. Με την υποστήριξη του Ιράν και της Ρωσίας, το καθεστώς Άσαντ επιβεβαίωσε τον έλεγχό του στο μεγαλύτερο μέρος της Συρίας, αν και με φοβερό κόστος, περίπου 700.000 νεκρών και εκατομμυρίων προσφύγων. Αυτή διαδικασία θα έχει ολοκληρωθεί μέσα στους προσεχείς μήνες, τον επόμενο χρόνο ή μέσα στη διετία, οπότε ο Άσαντ θα έχει κερδίσει ξανά τον έλεγχο της Συρίας.

Αλλά, όπως συνέβαινε και πριν, θα δούμε σε μια τέτοια περίπτωση, να κυριαρχεί η αλεβιτική μειονότητα (περίπου το 10% του πληθυσμού) πάνω στη πολύ μεγαλύτερη σουνίτικη πλειοψηφία (αν και η δημογραφική ισορροπία έχει κάπως αλλάξει από την παρουσία εκατοντάδων χιλιάδων Ιρανών και Σιιτών στη Συρία), γεγονός που θα καταστήσει την νέα αυτή κατάσταση εκ φύσεως ασταθή και το νέο καθεστώς αιχμάλωτο των Ιρανών και Ρώσων πατρόνων του.

Για να το θέσω με μεγαλύτερη σαφήνεια: Η Συρία θα μετατραπεί σε έναν αποτελεσματικό υποτελή του αναδυόμενου Ιράν, το οποίο θα δει έτσι να επιτυγχάνεται ο πολύ παλαιός του στόχος, της δημιουργίας ενός σιιτικού διαδρόμου από τον Περσικό Κόλπο έως την Μεσόγειο.

- Πιστεύετε ότι η κυβέρνηση Τραμπ στερείται μιας συνεκτικής σταρτηγικής προκειμένου να τερματιστεί η σύγκρουση στη Συρία; Και άραγε η αμερικανική επέμβαση δεν έρχεται σε αντίθεση με την ίδια την πρόθεση Τράμπ για αποχώρηση από τη Συρία;

Ο Πρόεδρος Τραμπ είναι διχασμένος. Από τη μία έκανε καμπάνια με σύνθημα «Πρώτα η Αμερική», και την ανάγκη περιορισμού των αμερικανικών επιχειρήσεων στο εξωτερικό, και από την άλλη, αναγνωρίζει πλέον ότι χρειάζεται η διάθεση περισσότερων πόρων προκειμένου να διατηρηθεί η επιρροή των ΗΠΑ σε ευαίσθητα σημεία του πλανήτη, όπως στη Μέση Ανατολή και στη Κορεατική χερσόνησο.

Έτσι εξηγείται και η φαινομενικά αντιφατική πολιτική από τη μια να ανακοινώνει την πρόθεση αποχώρησης των ΗΠΑ από τη Συρία, και από την άλλη να εξαπολύει πυραυλική επίθεση στο καθεστώς του Assad. Βέβαια, υπάρχει ένα κρίσιμο σημείο, όπου η διακυβέρνηση Τράμπ έχει υιοθετήσει μια σαφή, αναμφισβήτητη και εξαιρετικά λογική στρατηγική: Να υποστηρίζει τους συμμάχους των ΗΠΑ και να στέκεται απέναντι στους εχθρούς της, αντί να επιχειρεί να καταπραΰνει τις εντάσεις μαζί τους σε βάρος των μακροχρόνιων συμμαχιών της Ουάσινγκτον, όπως έκανε με καταστροφικά αποτελέσματα η διακυβέρνηση Ομπάμα.

Και ενώ είναι πιθανόν πέρα ​​από τις αμερικανικές δυνατότητες ο τερματισμός του εμφυλίου πολέμου στη Συρία, ο οποίος ούτως ή άλλως μοιάζει να οδηγείται προς το τέλος του, μια σειρά από προσπάθειες προς την Ουάσινγκτον, από τη Σαουδική Αραβία, το Ισραήλ, την Ιορδανία και τις χώρες του Κόλπου, πιθανόν να την πείσει τελικά να παραιτηθεί από την πρόθεσή της να αποχωρήσει από τη Συρία.

- Δεδομένου ότι στη Συρία, το status quo στο έδαφος, παραμένει λίγο πολύ το ίδιο, ποιες είναι οι κύριες προκλήσεις για το Ισραήλ, έναν από τους βασικούς μέχρι σήμερα κερδισμένους στη περιοχή; Πώς θα αντιδράσει το Ισραήλ μέσα στους επόμενους μήνες;

Η μεγαλύτερη απειλή για την εθνική ασφάλεια του Ισραήλ ως αποτέλεσμα της συριακής σύγκρουσης είναι η στρατιωτική και στρατηγική εδραίωση του Ιράν, στην αυλή του Ισραήλ. Μια ηγεμονική δύναμη που κυβερνάται από ένα φανατικό ισλαμικό καθεστώς, το οποίο έχει σαν στόχο γενικά την παγκόσμια επέκταση και ειδικότερα την καταστροφή του Ισραήλ. Κι αυτό την ίδια ώρα που η Δύση, φοβούμενη να ανταγωνιστεί τους μουλάδες, κάνει τα στραβά μάτια σε αυτή την επικίνδυνη εξέλιξη.

Αυτή η δύσκολή κατάσταση έχει επιδεινωθεί από τη ρωσική παρουσία στη Συρία, που περιορίζει την επιχειρησιακή ελευθερία των κινήσεων του Ισραήλ, παρ’ ότι μέχρι σήμερα, η Ιερουσαλήμ και η Μόσχα έχουν καταφέρει να συντονίσουν τις κινήσεις τους, ώστε να αποφύγουν τη κλιμάκωση.

Η προσφάτως αναφερθείσα καταστροφή μιας βάσης Ιρανικών drone στη Συρία από την αεροπορία του Ισραήλ, και οι απειλές για αντίποινα από το Ιράν, θα μπορούσε να είναι η αρχή προς την ολίσθηση σε μια Ιρανο-Ισραηλινή σύγκρουση στη Συρία, και πιθανώς στο Λίβανο, μέσω του “αντιπροσώπου” της Τεχεράνης, δηλαδή τη Χεζμπολάχ.

- Κάποιοι ισχυρίζονται ότι η σημερινή κατάσταση στη Μέση Ανατολή είναι πιο πιθανό να συγκλίνει προς μια κατάσταση ειρήνης ή συγκρούσεων περιορισμένης κλίμακας, παρά σε ένα ευρύτερο πόλεμο. Άλλοι πιστεύουν ότι ακόμη και αν μια κλιμάκωση έχει μικρές πιθανότητες, εντούτοις θα μπορούσε να μετατρέψει την πυριτιδαποθήκη της Μέσης Ανατολής σε νούμερο 1 πρόβλημα διεθνώς. Ποια είναι η άποψή σας;

Τις τελευταίες δεκαετίες η βία στη Μέση Ανατολή μετατοπίστηκε προς ένα «πόλεμο χαμηλής έντασης».

Στρατοί αποδιοργανώθηκαν λόγω εσωτερικών αναταραχών και τρομοκρατικές ομάδες απέκτησαν τεράστιες διαστάσεις, κυρίως το ISIS, το οποίο έφτασε να ελέγχει στις δόξες του εκτάσεις, μεγαλύτερες από πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Αλλο παράδειγμα είναι η Χεζμπολάχ, η οποία ελέγχει το Λίβανο και είναι εξοπλισμένη με πάνω από 100.000 ρουκέτες και πυραύλους.

Εντούτοις, ο παραδοσιακός πόλεμος συνέχισε να υπάρχει, όπως αποδεικνύεται από την ήττα του ISIS στις συμβατικές επιχειρήσεις, και μπορεί να επαναληφθεί σε μελλοντικές συγκρούσεις, μεταξύ του Ισραήλ και των εχθρών του προς το Βορρά, δηλαδή τη Συρία, το Λίβανο και τις ιρανικές δυνάμεις με βάση τη Συρία.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι, ότι για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο Ιράν-Ιράκ (1980-1988), όπου έλαβαν χώρα εκτεταμένες επιθέσεις σε πληθυσμιακά κέντρα χωρίς να υπάρξει αντίδραση από τη διεθνή κοινότητα, πλέον πολλές περιφερειακές δυνάμεις, και ειδικά η Συρία και το Ιράν (για να μην αναφέρουμε τρομοκρατικές ομάδες όπως η Χεζμπολάχ και η Χαμάς), βασίζονται σε στρατιωτικές στρατηγικές εναντίον του Ισράηλ με επιθέσεις σε μη στρατιωτικούς στόχους και μη εμπολέμους.

Και ενώ αυτή η μορφή πολέμου συνιστά ένα ξεκάθαρο και κραυγαλέο έγκλημα πολέμου, η παγκόσμια κοινότητα ο κόσμος είναι εξαιρετικά ανεκτική απέναντι σε αυτή την διαδεδομένη διεθνώς πρακτική, κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Λίβανο (2006), και τους πολλούς πολέμους μεταξύ Ισραήλ και Χαμάς κατά την τελευταία δεκαετία.

Το γεγονός αυτό ενθάρρυνε πεποιθήσεις σαν των παραπάνω κρατών και τρομοκρατικών ομάδων ως προς την ικανότητά τους να στην ικανότητά τους να προσφεύγουν σε αυτό τον εγκληματικό τύπο πολεμικής ατιμωρησίας. Και πιθανόν να οδηγήσουν σε έναν εξαιρετικά καταστροφικό και δαπανηρό μελλοντικό πόλεμο μεταξύ Ισραήλ και Ιράν- Χεζμπολάχ.

Και αυτή η εγκληματικότητα θα χυθεί στη λήθη όταν το Ιράν αποκτήσει τα μακρόχρονα πυρηνικά του όπλα σε περίπου μια δεκαετία - λόγω της μαζικά λανθασμένης πυρηνικής συμφωνίας του 2015 (JCPOA) - η οποία θα αλλάξει για πάντα τις προοπτικές ασφάλειας της Μέσης Ανατολής.

Αυτή η εγκληματικότητα θα ξεχαστεί όταν το Ιράν σε περίπου μια δεκαετία θα αποκτήσει πυρηνικά όπλα, εξαιτίας της λανθασμένης πυρηνικής συμφωνίας του 2015 (JCPOA), η οποία θα αλλάξει για πάντα τις προοπτικές ασφάλειας στη Μέση Ανατολή, αν όχι σε όλο τον πλανήτη.

* Ο Efraim Karsh είναι διευθυντής του ισραηλινού think tank Begin-Sadat Center for Strategic Studies (BESA), ενός από τα κορυφαία στη Μέση Ανατολή, (7ο το 2017, σύμφωνα με τον οδηγό Global Go To Think Tank Index Report). Ο ίδιος έχει διδάξει στα πανεπιστήμια King’s College London, όπου και ίδρυσε το Middle East and Mediterranean Studies Program. Έχει επίσης διδάξει στα πανεπιστήμια Bar- Ilan και ως επισκέπτης καθηγητής σε Harvard, Columbia, Sorbonne, και London School of Economics.

Επιστροφή στην mobile έκδοση.