Τρεις ποιητές, τρία ποιήματα

Τρεις ποιητές, τρία ποιήματα

Του Κυριάκου Αθανασιάδη

Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης σήμερα, και με την ευκαιρία αυτή ζητήσαμε από τρεις ποιητές να μας προτείνουν από ένα αγαπημένο τους ποίημα. Απευθυνθήκαμε στον Χάρη Βλαβιανό, τον Χαράλαμπο Γιαννακόπουλο και τη Μυρσίνη Γκανά. Τους ευχαριστώ θερμά για την κυριολεκτικά άμεση, αμεσότατη ανταπόκριση και για τα ξεχωριστά ποιήματα που επέλεξαν. Και εύχομαι καλή ανάγνωση σε όλους. Ασφαλώς, θα εκτιμήσουμε πολύ τις κοινοποιήσεις του παρόντος κειμένου. Καθώς και την έμπρακτη αγάπη σας προς την αρχαιότερη —και μαζί νεότερη— τέχνη όλων.

1. ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ / SEAMUS HEANEY

Το ποίημα αυτό, που περιέχεται στη συλλογή του νομπελίστα Σέιμους Χήνυ, District and Circle (κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2006), συνομιλεί ευθέως με το τελευταίο που συνέθεσε ο Σεφέρης, το ευρύτατα σχολιασμένο «Επί ασπαλάθων», το οποίο αν και γράφτηκε τον Μάρτιο του 1971 δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο «Βήμα», στις 23/9/71, τρεις μέρες μετά τον θάνατό του, μεσούσης της δικτατορίας. Στηρίζεται σε μια περικοπή του Πλάτωνα («Πολιτεία» 616 κ.ε.) που αναφέρεται στη μεταθανάτια τιμωρία του πατροκτόνου και αδελφοκτόνου τυράννου Αρδιαίου, και είναι αναμφισβήτητα ένα από τα πλέον «πολιτικά» ποιήματα του Σεφέρη, αφού σ' αυτό καταδικάζεται απροκάλυπτα το καθεστώς των απριλιανών συνταγματαρχών. Όπως ο Σεφέρης θυμάται «τον Αρδιαίο εκείνον» μέσω μιας λέξης «χαμένης στου μυαλού τ' αυλάκια», έτσι και ο Χήνυ στοχάζεται τη δική του ιρλανδική ταυτότητα, φέρνοντας στον νου την κέλτικη λέξη seggan —σπαθόχορτο, ξιφάρα στα ελληνικά— την οποία και αντιπαραθέτει με τις αντίστοιχες απονευρωμένες αγγλικές που επικρατούν στην καθημερινή ομιλία. Από την άσκηση βίας στο πολιτικό πεδίο μεταφερόμαστε σ' εκείνη που επικρατεί στο γλωσσικό. Στο ποίημα αυτό ο Χήνυ συναντά, κατά τη γνώμη μου, όλους όσοι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αμφισβήτησαν την περίφημη σιωπή του Σεφέρη και έμμεσα φαίνεται να τον μέμφεται για την καθυστέρηση με την οποία αποφάσισε να τη σπάσει, με τη δήλωσή του το 1969. Όμως η τρυφερή αυτή αντιπαράθεσή του με τον Έλληνα ποιητή δεν φανερώνει παρά πόσο βαθιά και ουσιαστική είναι η σχέση τους, σχέση που χωρεί και τη διαφωνία και την κριτική, χωρίς να αναιρεί τον θαυμασμό και την εκτίμηση.

— Seamus Heaney —
Του Γιώργου Σεφέρη στον Κάτω Κόσμο

Οι άντρες διαφωνούσαν για τους αγκαθωτούς θάμνους με τα λαμπερά κίτρινα λουλούδια στις πλαγιές: ήταν κολλιτσίδες ή σπάρτα; «Κάτι μου θυμίζει αυτό», είπε ο Γιώργος. «Δεν ξέρω…»

Εκείνη η πρασινάδα στα πόδια σου
είναι ασφόδελος και σωστά
αλλά γιατί σκέφτομαι τα seggans;

και μια ανοιξιάτικη μέρα
των δικών σου ημερών του 71: ο Ποσειδώνας
σηκώνοντας κύματα και αέρα
γύρω από το ακρωτήριο του Σουνίου, το ίδιο του το όνομα
όλο θαλασσινή αύρα και βουητό σπηλιάς,
υπερβολικά εγκόσμιο, Γιώργο, για σένα
που είσαι προσηλωμένος σε μια αλλόκοσμη σκηνή
κάπου μόλις πέρα
από την κορυφογραμμή, το μεταίχμιο
της λησμοσύνης.

Αναθεματισμένο φως. Στο διάβολο να πάει.
Κλείσε τα μάτια και συγκεντρώσου.
Όχι αγκάθινο στεφάνι, όχι σκήπτρο από καλάμι
ούτε αυλή του Ηρώδη, αλλά να!
το βρήκες! Μια κάθοδος, ναι, στον Άδη:
οι βελόνες
που ο Πλάτων αναφέρει, η μοίρα του τυράννου
σε περικοπή που έμελλε να παραθέσεις:
«τον έδεσαν χειροπόδαρα
τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν,
τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν
απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους
και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο, κουρέλι».
Όπως ήταν δίκαιο
για τύραννο. Όμως για σένα, ίσως
παραήταν δίκαιο, παραήταν μαύρο-άσπρο,
η ευκαιρία σου, ωστόσο,
να χτυπήσεις τη φάρα του,
μια τελευταία λέξη που σκοπό είχε
να σπάσει τη διαφιλονικούμενη σιωπή σου.

Και για μένα ευκαιρία να δοκιμάσω την αιχμηρότητα
των seggans – λεπίδα, σε διάλεκτο
κοφτερή και πιο σκληρή και πιο απτή
από την καθομιλουμένη των καιρών μας:
χόρτο — ζαχαρωμένη λέξη, πλαστικό σπαθί.

[Μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός]


2. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ / ΒΙΣΟΥΑΒΑ ΣΙΜΠΟΡΣΚΑ
Τους ποιητές τούς χρειαζόμαστε για να μας δανείζουν το βλέμμα τους, για να μας δείχνουν όσα η δική μας ματιά, βιαστική ή αδιάφορη, τα προσπερνάει, αλλά η δική τους λοξή ματιά τα παρατηρεί και τα σημειώνει. Τους χρειαζόμαστε για να μας αποκαλύπτουν τη μαγεία που γλιστράει στην επιφάνεια της πραγματικότητας, αν ξέρουμε να την κοιτάξουμε, και συγχρόνως για να μας φανερώνουν τα σχέδια που κρύβονται στη φόδρα της. Τους ποιητές τούς χρειαζόμαστε, γιατί μόνο αυτοί μπορούν να μαντέψουν τι ψιθυρίζει ένας γέροντας στην ακροποταμιά ή τι κάνουν οι γάτες όταν εμείς δεν είμαστε πια μες στο διαμέρισμα που μοιραζόμαστε μαζί τους.

— Βισουάβα Σιμπόρσκα —
Γάτα σε άδειο διαμέρισμα

Να πεθάνεις — αυτό είναι κάτι
που δεν μπορείς να το κάνεις σε μια γάτα.
Γιατί τι μπορεί να κάνει μια γάτα
μέσα σ' ένα άδειο διαμέρισμα;
Να σκαρφαλώνει στους τοίχους;
Να τρίβεται πάνω στα έπιπλα;
Τίποτα δεν έχει αλλάξει εδώ
κι όμως τίποτα δεν είναι το ίδιο.
Τίποτα δεν έχει μετακινηθεί
κι όμως υπάρχει τόσος άδειος χώρος.
Και το βράδυ όλα τα φώτα μένουν σβηστά.

Βήματα ακούγονται στα σκαλοπάτια,
όμως δεν είναι εκείνα που γνωρίζει.
Και το χέρι που αφήνει το ψάρι στο πιατάκι
έχει αλλάξει κι αυτό.

Κάτι εδώ δεν ξεκινάει
την ώρα που θα έπρεπε να ξεκινάει.
Κάτι εδώ δεν γίνεται
όπως θα έπρεπε να γίνεται.
Κάποιος ήταν πάντα εδώ, πάντα,
κι ύστερα ξαφνικά εξαφανίστηκε
κι επιμένει πεισματικά να μην εμφανίζεται.

Κάθε ντουλάπι έχει εξεταστεί προσεκτικά.
Κάθε ράφι έχει ερευνηθεί.
Οι ανασκαφές κάτω από το χαλί δεν απέδωσαν τίποτα.
Έως κι εκείνη η απαγόρευση δεν ισχύει πια
κι όλα τα χαρτιά είναι σκόρπια τώρα κάτω στο πάτωμα.
Τι άλλο μένει να κάνει κανείς.
Μόνο να κοιμάται και να περιμένει.

Να περιμένει μέχρι εκείνος να γυρίσει,
να περιμένει μέχρι να ξαναφανεί.
Και τότε θα μάθει το μάθημά του,
τι δεν μπορείς να κάνεις σε μια γάτα.
Θα τον πλησιάσει από το πλάι,
σαν να μη θέλει στ' αλήθεια,
θα σέρνει αργά τα πατουσάκια της,
να δείξει πόσο έχει πληγωθεί,
κι ούτε ένα σάλτο πάνω του ούτε νιαούρισμα, στην αρχή τουλάχιστον.

[Μετάφραση: Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος]


3. ΜΥΡΣΙΝΗ ΓΚΑΝΑ / ΝΙΚΗ-ΡΕΒΕΚΚΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
Η Νίκη-Ρεβέκκα Παπαγεωργίου ήταν μια αποκάλυψη σε μια εποχή που ακόμα δεν διάβαζα ποίηση. Την αγαπώ βαθιά και αν γράφω σήμερα ποιήματα πιστεύω ότι οφείλεται και σε αυτήν. Το συγκεκριμένο είναι πολύ αγαπημένο και περιγράφει τέλεια, για μένα, αυτή την άνοιξη.

— Νίκη-Ρεβέκκα Παπαγεωργίου —
Έκθεση

Έρχεται η άνοιξη σαν αυτοκίνητο που πάει τη νύφη, με άνθη αστεία και τρυφερά, με τα τζάμια θολά από ατμούς κι από δάκρυα, καθώς πηγαίνω στη Νέα Σμύρνη μ' ένα θεόστεγνο, όπως πάντα, ταξί. Δε μ' αφορά αυτή η άνοιξη, δε βγάζω βέβαια φυλλαράκια, εγώ. Μα έχει κάτι χρώματα, η άνοιξη, σαν τα γλυκά που φύλαγε η μαμά στις γυάλες, ψηλά στα ράφια, στα ουράνια. Μυρίζει η άνοιξη σα μαγικό που μαγειρεύουν οι δίπλα, θα το φάνε μόνοι τους χωρίς εμένα.

[Από το βιβλίο «Του λιναριού τα πάθη / Ο μέγας μυρμηγκοφάγος», Εκδόσεις Άγρα]