Το «μεγάλο παζάρι» και ο ρόλος της Μέρκελ

Το «μεγάλο παζάρι» και ο ρόλος της Μέρκελ
APImages

Η καγκελάριος Μέρκελ που έσπευσε να ασπαστεί το σχέδιο Μακρόν για την στήριξη της ευρωπαϊκής οικονομίας και την μετέπειτα πρόταση της προέδρου της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, έχει μπροστά της ένα μεγάλο στοίχημα. Να πετύχει το μεγάλο «συμβιβασμό» Βορρά-Νότου για το Ταμείο Ανάκαμψης. Στο τέλος της ημέρας πιθανώς να αλλάξει η αναλογία επιχορηγήσεων -  δανείων του πακέτου των 750 δισ. ευρώ και για να κάνουν πίσω οι Βόρειοι, να χρειαστεί οι Νότιοι να δεσμευτούν σε ακόμη πιο αυστηρούς όρους ως προς την αξιοποίηση των χρημάτων. 

Σαν στοίχημα πολλοί το θεωρούν εύκολο για την Γερμανία που από την 1η Ιουλίου αναλαμβάνει την προεδρία της Ε.Ε.. Νομίζουν ότι η Μέρκελ θα κάμψει γρήγορα τις αντιρρήσεις της Αυστρίας, της Ολλανδίας, της Δανίας, της Σουηδίας και της Φιλανδίας, ωστόσο τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι.

Συνηθίζουμε να αποκαλούμε υπεραπλουστευτικά τις χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης ως “δορυφόρους” της Γερμανίας, ωστόσο ο όρος είναι λάθος. Παραγνωρίζει την πραγματικότητα. Οι χώρες αυτές συντάσσονται με την Γερμανία όχι επειδή βρίσκονται σε αναγκαστικό και μάλιστα manu militari έλεγχο επιρροής, όπως τα πάλαι ποτέ κράτη - δορυφόροι του ανατολικού μπλοκ υπό την πρώην Σοβιετική Ένωση, αλλά γιατί έχουν σύμπτωση συμφερόντων, κάτι που ως ένα βαθμό ισχύει και για τις νοοτροπίες των παραπάνω λαών.

Έτερον εκάτερον, όμως. Οι Ολλανδοί, οι Αυστριακοί, οι Δανοί ανησυχούν ότι η συνεισφορά τους στον κοινοτικό προϋπολογισμό θα εκτοξευτεί. Και είναι πιθανό για να καμφθούν οι αντιρρήσεις τους να υποχρεωθεί η Γερμανία να καλύψει το επιπλέον κόστος.

Σημειωτέον εδώ ότι σύμπτωση συμφερόντων έχουν και οι νότιες χώρες με τις οποίες συντάσσεται η Γαλλία. Ωστόσο δεν αποκαλούμε την Ιταλία, την Ισπανία και την Ελλάδα «δορυφόρους» του Παρισιού.

Σε αυτό το όχι απλό ευρωπαϊκό περιβάλλον η Μέρκελ καλείται να παίξει το ρόλο του γεφυροποιού. Θα το κάνει αφενός για λόγους ουσίας, αφού η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή ύφεση, αλλά και για λόγους προσωπικού και εθνικού πρεστίζ, καθώς θέλει να πιστωθεί η προεδρία της χώρας της και η ίδια την επιτυχία της συμφωνίας για το Ταμείο Ανάκαμψης, στην σημασία του οποίου πιστεύει.

Η Μέρκελ που οδεύει προς την δύση της πολιτικής της καριέρας τουλάχιστον στην γερμανική πολιτική σκηνή, προσωπικά θέλει να την κλείσει με κάτι πραγματικά μεγαλεπήβολο. Μια συμφωνία που θα λειάνει τις αρνητικές εντυπώσεις που έχει ο Νότος για το παρελθόν, εκείνες που δημιούργησε η γερμανική πολιτική κατά τα χρόνια της οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης.

Οι λόγοι ουσίας έγκεινται στο ότι η οικονομία στην ΕΕ βρίσκεται κυρίως λόγω των επιπτώσεων της πανδημίας και όχι μόνο σε ύφεση. Οι προειδοποιήσεις της Κριστίν Λαγκάρντ είναι ανησυχητικές. Η Ευρώπη χρειάζεται ένα ισχυρό οικονομικό ηλεκτροσόκ για να βγει από την κρίση στην οποία έχει περιπέσει, ούτως ώστε να «κλείσει τα στόματα» όσων την αμφισβητούν και προεξοφλούν την διάλυσή της. Οι αγορές ποντάρουν σε αυτό.

Η έγκριση του προγράμματος θα τους στείλει ένα ισχυρό μήνυμα ότι η ευρωπαϊκή οικονομία ανακάμπτει. Το ηλεκτροσόκ αυτό θα αναθερμάνει όχι μόνο τις χειμαζόμενες οικονομίες των ασθενούντων κρατών -μελών κυρίως του ευρωπαϊκού Νότου, αλλά και την ίδια την ευρωπαική αλληλεγγύη ως θεμελιώδη υπαρξιακή αξία της Ένωσης.

Το στοίχημα επομένως είναι μεγάλο και η Αν.Μέρκελ δεν θα επιτρέψει να το χάσει εξαιτίας των διαφωνιών των γειτόνων της Αυστριακών (ομογάλακτων των Γερμανών), των Ολλανδών και των Σκανδιναβών. 

Το έργο της δεν θα είναι καθόλου εύκολο και θα χρειαστούν αμοιβαίες υποχωρήσεις, τόσο από τις χώρες του Βορρά, όσο και από εκείνες του Νότου. Οι διαφωνίες των Βόρειων εστιάζονται κυρίως στο ύψος των κεφαλαίων, την αναλογία επιχορηγήσεων και δανείων, τον τρόπο διάθεσής τους και τους σκοπούς που αυτή θα πρέπει να υπηρετεί.

Η Μέρκελ θα πρέπει να τους πείσει να δεχθούν το πακέτο ως έχει με μικρές ίσως αλλαγές στην αναλογία επιχορηγήσεων κα δανείων. Εφόσον συμφωνήσουν, τότε κάποιο συμβιβασμό θα πρέπει να κάνουν και οι Νότιοι, αυτοί που θα ωφεληθούν τα μέγιστα, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα. Μάλλον θα χρειαστεί να δεχθούν αυστηρότερο έλεγχο στην διάθεση και αξιοποίηση των ποσών, όχι με την μορφή μνημονίου, όπως το ξέραμε κατά την περίοδο της κρίσης και την αναγκαστική επιβολή όρων λιτότητας, αλλά ίσως με ακόμη μεγαλύτερες δεσμεύσεις, όσον αφορά την αξιοποίηση των ποσών που θα λάβουν.

Ρητά και κατηγορηματικά αυτά τα κεφάλαια θα κατευθυνθούν όχι σε καταναλωτικές ανάγκες της καθημερινότητας αλλά σε αναπτυξιακούς σκοπούς, σε συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις (επενδύσεις σε περιβάλλον, καινοτομία, δημόσια διοίκηση, ψηφιοποίηση κ.α.), προκειμένου να συμβάλλουν στην ανάπτυξη τόσο βραχυπρόθεσμα, όσο και μακροπρόθεσμα. Το κλειδί αυτού του δύσκολου συμβιβασμού μεταξύ των δύο μπλοκ ίσως να βρίσκεται στους αυστηρότερους όρους για την χρήση των χρημάτων.

Η Ελλάδα, η οποία θεωρείται από τις πλέον ευνοημένες του προγράμματος, θα πρέπει να επιμείνει στην διατήρηση του αρχικά προβλεφθέντος προς διάθεση ποσού, ύψους περίπου 32,5 δισ. ευρώ αλλά και στην αναλογία επιχορηγήσεων και δανείων (22 δισ επιχορηγήσεις, 9,5 δισ δάνεια).

Η δήλωση Μητσοτάκη υπήρξε σαφής και ευτύχημα είναι ότι και τα υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης, πλην του ΚΚΕ που παραδοσιακά εκφράζει αντιευρωπαϊκές θέσεις, κινούνται σε πλαίσιο υπευθυνότητας στηρίζοντας το πρόγραμμα.

Πρέπει, όμως, να δούμε και το κεφάλαιο των αυστηρών όρων ως πρόκληση για την αλλαγή της νοοτροπίας της χώρας μας επί το «ευρωπαϊκότερο».

Αφού δεν επιδείξαμε από μόνοι μας επί δεκαετίες την ανάλογη ωριμότητα και υπευθυνότητα στην διαχείριση των δισεκατομμυρίων των κατά καιρούς Προγραμμάτων - από τα ΜΟΠ των μέσων της δεκαετίας του 1980 μέχρι τα Πακέτα Ντελόρ και Σαντέρ, όπως και τα ΕΣΠΑ- θα πρέπει να υποχρεωθούμε να αλλάξουμε μέσα από τις αυστηρές προϋποθέσεις του νέου προγράμματος.

Σε τελευταία ανάλυση εμείς θα είμαστε οι ευνοημένοι. Όχι ίσως με τους όρους που θέλαμε και ξέραμε τις τελευταίες δεκαετίες, αλλά με καινούργιους, πιο ευρωπαϊκούς. Πρέπει να μάθουμε να σκεφτόμαστε και να ενεργούμε διαφορετικά.

* O Χαράλαμπος Τσιλιώτης είναι επίκουρος καθηγητής του τμήματος πολιτικής επιστήμης και διεθνών σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.