Το δράμα της ενεργειακής φτώχειας

Ο όρος «ενεργειακή φτώχεια» μπορεί να μην λέει τίποτα σε αρκετούς από εμάς. Τα αποτελέσματά της όμως είναι γνωστά σε όλους αφού κάθε χειμώνα, γεμίζουν τα δελτία ειδήσεων με τραγικές ιστορίες συμπολιτών μας που χάνουν τη ζωή τους ενώ προσπαθούν να ζεσταθούν. 

Με τους όρους ενεργειακή φτώχεια ή ενεργειακή ένδεια εννοούμε μόνιμη ή και προσωρινή αδυναμία πρόσβασης σε υπηρεσίες και παροχές ενέργειας. Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο για την Ενεργειακή Φτώχεια, εκτιμάται ότι περισσότερα από 50 εκατομμύρια νοικοκυριά στην ΕΕ, δηλαδή το 10% του πληθυσμού, έρχονται αντιμέτωπα με το φαινόμενο και τις επιπτώσεις της ενεργειακής φτώχειας.

Οι παράγοντες που προκαλούν την  ενεργειακή φτώχεια είναι πολλοί και αλληλεπιδρούν. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά την αύξησης των τιμών της ενέργειας, την αδυναμία των ανθρώπων να εξοφλήσουν τους λογαριασμούς τους, τη στασιμότητα ή τη μείωση των εισοδημάτων, τα υψηλά επίπεδα της ανεργίας και τον χαμηλό ρυθμό αναβάθμισης της ενεργειακής απόδοσης στα κτίρια κατοικιών με τεκμηριωμένες αρνητικές κοινωνικές, περιβαλλοντικές και οικονομικές επιπτώσεις.

Αν και δεν έχει καθιερωθεί ένας ορισμός για την ενεργειακή φτώχεια, ενεργειακά φτωχό θεωρείται ένα νοικοκυριό που πρέπει να ξοδέψει πάνω από το 10% των εισοδημάτων του για να καλύψει τις ανάγκες του σε ενέργεια. 

Τέλος του χρόνου, δόθηκε στη δημοσιότητα η έρευνα για την ενεργειακή φτώχεια στην Ελλάδα που εκπόνησε το Ίδρυμα Χάινριχ Μπελ (στην Ελλάδα έχει έδρα τη Θεσσαλονίκη) σε συνεργασία με το ΙΝΖΕΒ – Ινστιτούτο Κτιρίων Μηδενικής Ενεργειακής Κατανάλωσης και τη Σχολή Μηχανικών Περιβάλλοντος, Εργαστήριο Ανανεώσιμων & Βιώσιμων Ενεργειακών Συστημάτων του Πολυτεχνείου Κρήτης.

Η έκδοση αυτή είναι και η πηγή των πληροφοριών γιαυτό το άρθρο.

Ίσως και να μπορούν όλοι να φανταστούν ότι η Ελλάδα (μαζί με τη Βουλγαρία και την Κύπρο) είναι από τις χώρες όπου καταγράφεται η μεγαλύτερη ενεργειακή φτώχεια. Σύμφωνα με έρευνα του 2016 που αναφέρει το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο Ενεργειακής Φτώχειας (υπό την Κομισιόν) το 58% των νοικοκυριών πλήττονται από αυτή.

Αυτό όμως που θέλουμε να σχολιάσουμε και προκύπτει από την έρευνα κοινής γνώμης που έκανε το Χάινριχ Μπελ για να αξιολογήσει πόσο γνωστό είναι το πρόβλημα στους Έλληνες είναι ότι το 25% θεωρεί ότι τα μέτρα ενίσχυσης των ενεργειακά ευάλωτων νοικοκυριών είναι γραφειοκρατικά και απρόσιτα.

Αυτή είναι και η δική μας αίσθηση. Σ’αυτό προσθέτουμε τον μύθο ότι η ενέργεια από τις ΑΠΕ θα είναι φθηνότερη από αυτή των ορυκτών καυσίμων. Δεν ισχύει αυτό.  Και σε κάθε περίπτωση στη συντριπτική της πλειοψηφία η χώρα δεν έχει πρόσβαση σε ενέργεια από τις ΑΠΕ. Μέχρι να αποκτήσει τι θα κάνει; 

Για την ώρα και μέχρι να αναπτυχθεί το δίκτυο παροχής ενέργειας από τις ΑΠΕ επείγει να αποφορολογηθεί το πετρέλαιο θέρμανσης. Δεν είναι δυνατόν ο λαός να πληρώνει την αδυναμία των κυβερνήσεων να πατάξουν το λαθρεμπόριο που στερεί από το κράτος έσοδα.

Οι Έλληνες έχουμε πραγματικά κουραστεί να ακούμε περί υψιπετών σχεδίων εσχάτως και στην ενέργεια τα οποία θα υλοποιηθούν, κάποτε στο μέλλον. Ακούμε και διαβάζουμε για τις ατομικές μας ευθύνες και για τα οφέλη από την καθαρή ενέργεια όταν οι μεγάλες ενεργοβόρες βιομηχανίες δεν έχουν αναπτύξει οι ίδιες ΑΠΕ για να καλύπτουν τις ανάγκες τους σε ενέργεια και το κράτος δεν τις έχει υποχρεώσει ήδη να το κάνουν. 

Η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός προσωπικά έχουν δείξει ότι έχουν την καθημερινότητα στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός τους. Πρέπει να αναλάβουν σοβαρές πρωτοβουλίες για την ενίσχυση των νοικοκυριών με μέτρα που ξεπερνούν τα επιδόματα θέρμανσης, όπως τη μείωση του ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης.  Η ανάπτυξη των ΑΠΕ και η παραγωγή ενέργειας από αυτές έχει δρόμο. Μέχρι τότε πρέπει να ληφθούν άλλα μέτρα και μάλιστα σύντομα.