Το ΔΙΚΤΥΟ: Πόσες «Ντομπρίνες» υπάρχουν στη φροντίδα ηλικιωμένων στην Ελλάδα;

Πόσες «Ντομπρίνες» υπάρχουν στη φροντίδα ηλικιωμένων στην Ελλάδα;

Η Ντομπρίνα, Βουλγαρικής καταγωγής, ζει και εργάζεται στη Γερμανία φροντίζοντας ηλικιωμένους στο σπίτι. Τα τελευταία χρόνια περνά σχεδόν όλο το 24ωρό της περιθάλποντας έναν 96χρόνο Γερμανό. Στα καθήκοντά της περιλαμβάνεται το μαγείρεμα, το πλύσιμο ρούχων, το καθάρισμα του σπιτιού, η σωστή χρήση φαρμάκων, τα ψώνια από το σούπερ-μάρκετ, το σιδέρωμα, η συντροφιά στον ηλικιωμένο (βλέποντας παρέα μαζί του τηλεόραση ή βγαίνοντας για ένα καφέ).

Πολύ συχνά συνοδεύει τον κύριο σε προγραμματισμένες ιατρικές επισκέψεις ή σε ιατρικές εξετάσεις καθώς η κόρη του ζει αρκετά μακριά. Οι εργάσιμες ώρες της Ντομπρίνα υπερβαίνουν τις επίσημα προσυμφωνημένες, η εργάσιμη μέρα της τελειώνει πάντοτε αργά το βράδυ και πολλές φορές μπορεί να χρειαστεί να διακόψει και τον ύπνο της για τη χορήγηση κάποιας δόσης φαρμάκου ή για οτιδήποτε έκτακτο. Ακόμη και όταν πηγαίνει για λίγο στο δικό της σπίτι, οφείλει να έχει το τηλέφωνο δίπλα της για οτιδήποτε χρειαστεί.

Η Ντομπρίνα αισθάνεται κουρασμένη και προδομένη από τα κενά στο γερμανικό σύστημα μακροχρόνιας φροντίδας και κυρίως από το Βουλγάρικο πρακτορείο εργασίας που της βρήκε τη δουλειά. Νιώθει επίσης πως η προσωπική της ζωή έχει ισοπεδωθεί χωρίς μάλιστα κανένα οικονομικό όφελος. Ο μισθός της αγγίζει τα 950 ευρώ για τις «υποτιθέμενες» 6 ώρες εργασίας που στην πραγματικά ξεπερνούν τις 16 ημερησίως χωρίς κανένα δίχτυ ασφαλείας για την ίδια αλλά και για τον άνθρωπο που φροντίζει.

Πριν από μερικούς μήνες η Ντομπρίνα – σύμφωνα με την Deutsche Welle- αποφάσισε να διεκδικήσει τα δικαιώματά της και ξεκίνησε έναν δικαστικό αγώνα εναντίον του Βουλγάρικου πρακτορείου εργασίας αλλά εμμέσως και κατά του Γερμανικού κράτους. Πρωτοδίκως κέρδισε την απόφαση και ο μισθός της από 950 ευρώ το μήνα θα πρέπει να βρίσκεται στα 42.000 ευρώ μεικτά τον χρόνο! Η εταιρεία έκανε έφεση στην πρωτόδικη απόφαση και η υπόθεσή της θα συζητηθεί εντός του καλοκαιριού.

Το Γερμανικό κράτος -που έχει κάνει άλματα στη μακροχρόνια φροντίδα ηλικιωμένων τα τελευταία χρόνια αλλά δεν έχει επιλύσει όλα τα ζητήματα- έχει ήδη θορυβηθεί από αυτή την εξέλιξη με αποτέλεσμα να «ανοίγει» και πάλι έντονα η συζήτηση για ακόμη βαθύτερες και δομικές αλλαγές.

Έχετε αναρωτηθεί όμως πόσες «Ντομπρίνες» υπάρχουν στην Ελλάδα; Πόσες γυναίκες από τις Βαλκανικές χώρες αλλά και από την Γεωργία, την Ουκρανία φροντίζουν σήμερα χωρίς κανένα πλαίσιο (νομικό, επαγγελματικό, ηθικό) τους ηλικιωμένους Έλληνες αναπληρώνοντας την οικογένεια αλλά κυρίως την έλλειψη του κράτους σε αυτόν τον τομέα;

Όλοι γνωρίζουμε και κανείς δεν μιλά και κυρίως καμία Ελληνική Κυβέρνηση μέχρι σήμερα δεν ανέλαβε πρωτοβουλία να ρυθμίσει, να τακτοποιήσει το χώρο της μακροχρόνιας φροντίδας ηλικιωμένων, ώστε: 1). να διαφυλάξει την ασφάλεια των ηλικιωμένων, 2). να εγγυηθεί την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, 3). να συγκρατήσει τις δαπάνες του κράτους λόγω γήρανσης (υγεία-κοινωνικές υπηρεσίες), που είναι ήδη πολύ υψηλές και αναμένεται να αυξηθούν γεωμετρικά την επόμενη δεκαετία, 4). να μειώσει όσα οι πολίτες πληρώνουν από την τσέπη τους (out-of-pocket payment) -πολλές φορές χωρίς να δηλώνονται στην εφορία - για να εξασφαλίσουν τη φροντίδα του ηλικιωμένου μέλους (κοινό μας μυστικό) αλλά και 5). να προστατέψει τους εργαζόμενους στο χώρο.

Την τελευταία δεκαετία (2008-2018) οι περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης υλοποίησαν σημαντικές μεταρρυθμίσεις στη δομή, τη χρηματοδότηση και στις πολιτικές της μακροχρόνιας φροντίδας. Στην Ελλάδα, δυστυχώς, σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της Ε.Ε., δεν συνέβη καμία τα τελευταία 40 χρόνια ενώ οι ανάγκες έχουν πολλαπλασιαστεί καθώς έχει αλλάξει το μείγμα του πληθυσμού (περισσότεροι Έλληνες άνω των 70 ετών). Σε πρόσφατη έκθεση του Ο.Ο.Σ.Α σημειώνεται πως η ανάγκη για δομές μακροχρόνιας φροντίδας ηλικιωμένων στην Ελλάδα αναμένεται να εκτοξευθεί περίπου 300% τα επόμενα 20 χρόνια!

Με μια σταθερή απουσία από όσα ενδιαφέροντα εξελίσσονταν στους διεθνείς και Ευρωπαϊκούς θεσμούς στο χώρο της γήρανσης και της μακροχρόνιας φροντίδας επί σειρά ετών καταφέραμε να μην υιοθετήσουμε καμία σύγχρονη πολιτική. Επιπλέον, στην Ελλάδα, που γηράσκει με γεωμετρικούς ρυθμούς και που ο τομέας της μακροχρόνιας φροντίδας αναπτύχθηκε με αργό, ασύνδετο και αποσπασματικό τρόπο δεν υπάρχει εθνική πολιτική για τη μακροχρόνια φροντίδα.

Εάν χάσουμε μια ακόμη δεκαετία, οι συνέπειες θα είναι δραματικές για την εθνική μας οικονομία, οι περισσότεροι ηλικιωμένοι Έλληνες θα μείνουν χωρίς φροντίδα και πολλά νοικοκυριά- σύμφωνα με έκθεση της Παγκόσμιας τράπεζας- θα αγγίξουν τα όρια της φτώχειας για να ανταποκριθούν στις ανάγκες μακροχρόνιας φροντίδας που θα προκύψουν.

Η μεταρρύθμιση στο χώρο της μακροχρόνιας φροντίδας ηλικιωμένων πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα. Η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας -ιδιαίτερα των αδύναμων μερών της κοινωνίας μας - θα έπρεπε να αποτελεί (πρέπει να αποτελέσει) το κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα.

* Η κ. Μαρία Καραγιαννίδου είναι Ερευνήτρια Care Policy & Evaluation Centre- LSE και συνεργάτιδα ΔΙΚΤΥΟΥ για τη Μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και την Ευρώπη