«Να σταματήσουμε να περιμένουμε τον Άι Βασίλη με το μέρισμα»

«Να σταματήσουμε να περιμένουμε τον Άι Βασίλη με το μέρισμα»

Μοναδικό μας ευαγγέλιο από το οποίο δεν πρέπει να παρεκκλίνουμε είναι οι μεταρρυθμίσεις, δηλώνει στο liberal.gr, ο Πάνος Τσακλόγλου, προσθέτοντας πως οτιδήποτε και αν συμβεί στον υπόλοιπο πλανήτη, εμείς πρέπει να μείνουμε σε αυτόν τον δρόμο, χωρίς παρεκκλίσεις, αντί «να περιμένουμε κάθε Χριστούγεννα τον Άι Βασίλη να έρθει με το κοινωνικό μέρισμα».

Σχολιάζοντας την συνεχιζόμενη επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, ο καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, την χαρακτηρίζει δίκοπο μαχαίρι, υπό την έννοια ότι κάποιοι στην Ευρώπη θα μπορούσαν να υποστηρίξουν ότι αφού η Ελλάδα καταφέρνει και υπερβαίνει το στόχο του 3,5%, τότε αυτός δεν χρειάζεται να μειωθεί, αντιμετώπιση που έχουμε δει και στο παρελθόν.

Επισημαίνει ότι η νούμερο ένα πρόκληση για την Ελλάδα είναι το Δημογραφικό, ενώ κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τις επενδύσεις, σημειώνοντας, ότι οι εμβληματικές που τόσο πολύ έχουμε ανάγκη, αργούν από την φύση τους να ολοκληρωθούν, όσο για τις μικρότερες, χρειάζονται στήριξη από το τραπεζικό σύστημα.

Σε αυτό τον ανηφορικό δρόμο, όπου η Ελλάδα προσπαθεί να πετύχει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, το διεθνές περιβάλλον δεν την ευνοεί, επομένως, όπως καταλήγει ο κ. Τσακλόγλου, η επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων, είναι μονόδρομος, αυτόν πρέπει να ακολουθήσουμε αταλάντευτα, ασχέτως της συζήτησης για τα υπερπλεόνασματα.

Συνέντευξη στον Γιώργο Φιντικάκη

- To πρωτογενές πλεόνασμα στο δεκάμηνο διαμορφώθηκε στα 5,75 δισ ευρώ. Τι σημαίνει αυτό;

tsΚαταρχήν, είναι καλό να δούμε από που προέρχεται αυτό το υπερπλεόνασμα. Υπάρχουν δύο θετικά και ένα αρνητικό στοιχείο. Το πρώτο θετικό στοιχείο αφορά στις μειωμένες δαπάνες για καταβολή τόκων, απόρροια της ραγδαίας πτώσης του κόστους δανεισμού.

Το δεύτερο επίσης θετικό είναι παρ'' ότι στο ίδιο διάστημα είχαν ήδη γίνει περικοπές φορολογίας (ΦΠΑ, ΕΝΦΙΑ), είχαμε αύξηση των φορολογικών εσόδων. Το αρνητικό στοιχείο είναι ότι ένα μεγάλο κομμάτι του υπερπλεονάσματος οφείλεται στην υποεκτέλεση για μια ακόμη χρονιά, του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ), πρακτική που είχαμε δει και τα προηγούμενα χρόνια.

Εδώ βέβαια σημειώνω ότι πιθανόν να έχει βάση η άποψη αρκετών αναλυτών ότι, με ευθύνη της προηγούμενης κυβέρνησης, τελικά δεν έχουμε αρκετά ώριμα έργα για ένταξη στο ΠΔΕ. Σε όλες τις χώρες, αλλά ακόμα περισσότερο στην Ελλάδα, χρειάζεται ένα ορισμένο χρονικό διάστημα από την στιγμή που θα εξαγγελθεί μια επένδυση, μέχρι αυτή να υλοποιηθεί. Δεν γίνονται από την μια στιγμή στην άλλη.

- Βέβαια από την υπέρβαση του στόχου εξαρτάται και η διανομή του μερίσματος. Τι περιμένουμε όσον αφορά το δημοσιονομικό περιθώριο;

Το καλύτερο θα ήταν να έχουμε ένα ρεαλιστικό προϋπολογισμό που εκτελείται με ακρίβεια, παρά να περιμένουμε κάθε Χριστούγεννα τον Άι Βασίλη να έρθει να μας δώσει κοινωνικό μέρισμα.

Σε κάθε περίπτωση, δεδομένου του ύψους του δημοσιονομικού πλεονάσματος, είναι λογικό ένα ποσό του να διανεμηθεί ως μέρισμα – ακούγεται ότι μπορεί να είναι ένα κονδύλι έως 400 εκατομμύρια ευρώ.

Τόσο ο Πρωθυπουργός, όσο και ο υπ. Οικονομικών έχουν δηλώσει ότι όποιο κοινωνικό μέρισμα δοθεί, αυτό θα αφορά σε εκείνους που έχουν την μεγαλύτερη ανάγκη. Όχι δηλαδή όπως συχνά στο παρελθόν, όταν διανέμονταν σε διάφορες πληθυσμιακές ομάδες, με ψηφοθηρική στόχευση, ασχέτως εισοδηματικών και περιουσιακών κριτηρίων. Επίσης έχουν δηλώσει ότι τμήμα του θα δαπανηθεί αργότερα σε μέτρα που ενισχύουν την αναπτυξιακή διαδικασία, κάτι που ελπίζω να συμβεί.

- Μια που φτάσαμε στην κουβέντα για τα πλεονάσματα, το ΔΝΤ στην πρόσφατη του έκθεση, αναφέρει ξεκάθαρα ότι μέλη του διοικητικού του συμβουλίου εξέφρασαν την προηγούμενη Τετάρτη, κατά τη συνεδρίαση για την ελληνική έκθεση, την αντίθεσή τους αναφορικά με μια μείωση του στόχου των πρωτογενών πλεονασμάτων. Μπορεί η μείωση του δημοσιονομικού στόχου από το 3,5% του ΑΕΠ στο 2% από το 2021, που διεκδικεί σταθερά η ελληνική κυβέρνηση, να θεωρείται δεδομένη;

Προφανώς, η μείωση του στόχου για τα πρωτογενή πλεονάσματα δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη. Αυτοί οι οποίοι στο ΔΣ του ΔΝΤ εξέφρασαν την αντίθεσή τους στη μείωση του στόχου είναι οι εκπρόσωποι των χωρών της Ευρωζώνης, που ανέκαθεν υποστήριζαν ότι τα πλεονάσματα δεν πρέπει να πέσουν κάτω από το 3,5% του ΑΕΠ για μια 5ετία.

Σημειώστε εδώ ότι η επίτευξη των υπερπλεονάσματων που είχαμε – αλλά και έχουμε- αποτελεί δίκοπο μαχαίρι, υπό την έννοια ότι μπορεί κάποιοι να υποστηρίξουν ότι “εμείς σας ζητήσαμε 3,5%, αλλά εσείς επιτυγχάνετε νούμερο, ακόμη μεγαλύτερο απ'' αυτό”. Το έχουμε δει και στο παρελθόν αυτό το έργο.

Το αντεπιχείρημα, τόσο στο παρελθόν, όσο και σήμερα, είναι ότι αυτά τα υπερβολικά πλεονάσματα εμποδίζουν την ελληνική οικονομία να αναπτυχθεί με ισχυρούς ρυθμούς. Το πως θα το χειρισθεί αυτό η κυβέρνηση είναι αρκετά λεπτό, καθώς κάποιοι μπορεί να της απαντήσουν ότι εφόσον έχετε πρόβλημα “τότε, περιορίσετε τα πλεονάσματα που πετυχαίνετε στο 3,5%, και διαθέστε το εξτρά πλεόνασμα για αναπτυξιακούς σκοπούς, προκειμένου να πετύχετε υψηλότερη ανάπτυξη”.

- Εδώ επομένως, τι πρέπει να κάνει η ελληνική κυβέρνηση ; Να τρέξει εμπροσθοβαρώς μας μας μεταρρυθμίσεις που εκκρεμούσαν από το παρελθόν και προκαλούν εμπόδια στην ανάπτυξη ή δίνουν πολιτικά επιχειρήματα που δεν ευνοούν το σκοπό μας;


Ασχέτως της συζήτησης περί υπερπλεονασμάτων, αν θέλουμε η ελληνική οικονομία να έχει καλές προοπτικές, δεδομένων και των προκλήσεων που αντιμετωπίζει μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα – αναφέρομαι κυρίως στο Δημογραφικό - πρέπει να μείνει αταλάντευτα στο δρόμο των μεταρρυθμίσεων.

- Το Δημογραφικό είναι η νούμερο ένα πρόκληση. Πόσο τολμηρές παρεμβάσεις χρειάζονται εδώ, κυρίως αναφορικά με το συνταξιοδοτικό;


Το Ασφαλιστικό που είχε φέρει ο προηγούμενος υπ. Εργασίας κ. Γ. Κατρούγκαλος, πράγματι μείωνε αρκετά τις συντάξεις, και σε συνδυασμό με τη δέσμευση για περικοπή των προσωπικών διαφορών των παλαιών συνταξιούχων, έβαζε την Ελλάδα σε μια γρήγορη αποκλιμάκωση της συνταξιοδοτικής δαπάνης.

Τα τελευταία ωστόσο χρόνια, απορρίφθηκε η περικοπή της προσωπικής διαφοράς, ενώ επιπλέον ψηφίστηκε, αυτό που ονομάζεται, 13η σύνταξη. Σαν αποτέλεσμα η συνταξιοδοτική δαπάνη της Ελλάδας ως ποσοστό του ΑΕΠ εξακολουθεί να παραμένει μακράν η υψηλότερη στην ΕΕ, και είναι ο κύριος τροφοδότης των οποιονδήποτε αρνητικών εξελίξεων για το δημοσιονομικό αποτέλεσμα της χώρας.

- Ας πάμε στις επενδύσεις. Αναφέρατε νωρίτερα ότι δεν γίνονται από την μια στιγμή στην άλλη, Μήπως οι μακροπρόθεσμοι επενδυτές, θα περιμένουν πρώτα να δουν να υλοποιούνται οι περίφημες μεταρρυθμίσεις, από τον εκσυγχρονισμό του Δημοσίου, έως την επιτάχυνση των διαδικασιών απονομής δικαιοσύνης, και την βελτίωση της εκπαίδευσης, και μετά θα έρθουν;

Όχι, όλα αυτά θα γίνονται ταυτόχρονα. Όσο βελτιώνονται οι προοπτικές της οικονομίας, και όσο υιοθετούνται διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, θα έρχονται όλο και περισσότεροι ξένοι επενδυτές. Τα πρώτα τέτοια σημάδια είναι ορατά, απλώς ελπίζουμε να τα δούμε σε μεγαλύτερη κλίμακα.

Χρειάζεται ωστόσο να αντιληφθούμε ότι οι μεγάλες εμβληματικές επενδύσεις που τόσο πολύ έχουμε ανάγκη, και στις οποίες αναφερόμαστε συχνά, έχουν μεγάλη διάρκεια ολοκλήρωσης. Επομένως, μέχρι να υλοποιηθούν και να αρχίσει να εμφανίζεται ο θετικός τους αντίκτυπος στην οικονομία, περνά κάποιος χρόνος.

Όμως η μεγάλη μάζα των επενδύσεων θα προέλθει κυρίως από τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Εκεί το πρόβλημα βρίσκεται ότι αυτές βασίζονται στον τραπεζικό δανεισμό, αλλά τα πιστωτικά ιδρύματα στην Ελλάδα δεν είναι ακόμη έτοιμα να υποστηρίξουν το εγχείρημα. Εννοείται επομένως ότι όσο ελαφρύνεται το βεβαρυμμένο “κόκκινο” χαρτοφυλάκιο τραπεζών, τόσο και θα διευκολύνονται οι τράπεζες ως προς το στόχο τους, δηλαδή να στηρίξουν επενδύσεις.

- Στο διεθνές περιβάλλον τώρα, οι εμπορικοί πόλεμοι δεν φαίνεται να αποκλιμακώνονται, ενώ πολύς λόγος γίνεται για την πολιτική αποδυνάμωση Ευρώπης, συν τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις του Brexit. Πως θα επηρεάσουν όλα αυτά την Ελλάδα;

Αντιστρέφοντας αυτό που είχε πει ο Κωνσταντίνος Καραμανλής θα έλεγα ότι μέσα πάμε καλά, όμως έξω δεν πάμε καλά.

Ένα διεθνές ευνοϊκό περιβάλλον σίγουρα θα βοηθήσει την ελληνική οικονομία και την ανάπτυξή της. Σκεφτείτε πως οι άλλες χώρες που βγήκαν από μνημόνια, πέτυχαν ρυθμούς πολύ υψηλότερους από αυτούς που προέβλεπαν οι θεσμοί ή οι χρηματοπιστωτικοί οίκοι, ακριβώς επειδή “καβάλησαν” το θετικό κύμα εκείνης της εποχής. Το κλίμα ήταν πολύ ευνοϊκό και έτσι πέτυχαν υψηλούς ρυθμούς με αποτέλεσμα να αναπτυχθούν ταχύτερα.

Η Ελλάδα προσπαθεί να πετύχει υψηλότερους ρυθμούς μεγέθυνσης, ενώ δεν την ευνοεί το διεθνές περιβάλλον. Οι εμπορικοί πόλεμοι και όλα όσα συμβαίνουν, όπως οι δασμοί που θέλει να βάλει ο Πρόεδρος Τραμπ στην ΕΕ αλλά και σε άλλους σημαντικούς εμπορικούς εταίρους μας, θα έχουν άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία.

Επομένως, η επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων είναι μονόδρομος, είναι το «ευαγγέλιο» από το οποίο δεν πρέπει να αποκλίνει η χώρα. Οτιδήποτε και αν συμβεί στον υπόλοιπο πλανήτη, εμείς πρέπει να μείνουμε σε αυτόν τον δρόμο, χωρίς παρεκκλίσεις και παλινδρομήσεις.