Μύθος και πραγματικότητα για την ακροδεξιά στροφή

Μύθος και πραγματικότητα για την ακροδεξιά στροφή

Tης Μαριάννας Σκυλακάκη*

Με πιο πρόσφατο παράδειγμα την άνοδο των ακροδεξιών Σουηδών Δημοκρατών στις σουηδικές εκλογές, η συμβατική σοφία των τελευταίων ετών λέει ότι στην Ευρώπη ανεβαίνει σταθερά και ανησυχητικά η εκλογική επιρροή των ακροδεξιών κομμάτων. Στη δική μας χώρα, όπου τρίτο κόμμα στις τελευταίες εκλογές είχε αναδειχθεί η Χρυσή Αυγή, υπάρχει ο κίνδυνος να αντιληφθούμε αυτό το φαινόμενο ως ενιαίο και μονοδιάστατο. «Δεν είμαστε οι μόνοι που αντιμετωπίζουν το πρόβλημα αυτό. Να, δείτε, από τον Ορμπάν στην Ουγγαρία, στη Λεπέν στη Γαλλία, στο AfD στη Γερμανία...».

Είναι όμως αυτή η πραγματικότητα; Η απάντηση, όπως προκύπτει από την ανάλυση της σύνθεσης των Κοινοβουλίων των 28 ευρωπαϊκών χωρών το 2008 και σήμερα, είναι πιο σύνθετη και ασφαλώς πιο ενδιαφέρουσα, εν όψει και της μεγάλης πολιτικής αναμέτρησης των ευρωεκλογών που έρχεται σε μερικούς μήνες.

Η τελευταία δεκαετία, στον απόηχο μιας πολυδιάστατης κρίσης, έχει φέρει πολλές αλλαγές στον κοινωνικοπολιτικό χάρτη της Ευρώπης. Τα κόμματα που απαρτίζουν το εκάστοτε εθνικό Κοινοβούλιο είναι ένας καλός τρόπος να διαπιστώσουμε κατά πόσο έχει αυξηθεί η επιρροή των ακροδεξιών κομμάτων, καθώς και κάποιων άλλων μακροσκοπικών τάσεων στο εσωτερικό κάθε χώρας. Για να είμαστε σε θέση να κάνουμε συγκρίσεις, στις περιπτώσεις όπου υπάρχουν δύο νομοθετικά σώματα σε μια χώρα, τα στοιχεία που συγκρίνουμε είναι αυτά της Βουλής (όχι του δεύτερου νομοθετικού σώματος όπως η Γερουσία, όπου υπάρχει), καθώς θεωρούνται κατά κανόνα πιο αντιπροσωπευτικά.

Στην ανάλυσή μας εξετάζουμε τον αριθμό των κομμάτων που απαρτίζουν τη Βουλή στο κάθε Κοινοβούλιο, τότε και τώρα, τον αριθμό των ακροδεξιών κομμάτων που εξασφάλισαν την είσοδό τους σε αυτό και το ποσοστό της επιρροής αυτών των ακροδεξιών κομμάτων το 2008 και το 2018, με βάση τις τελευταίες στα δύο αυτά χρονικά σημεία εκλογές. Με βάση τα στοιχεία που προκύπτουν από την ανάλυσή μας, οι πιο χαρακτηριστικές τάσεις της τελευταίας δεκαετίας θα έλεγε κανείς ότι είναι οι ακόλουθες:

Άνοδος της Ακροδεξιάς, με... αστερίσκους

Πράγματι, η παρουσία των διαφόρων ακροδεξιών-εθνικιστικών κομμάτων στα ευρωπαϊκά Κοινοβούλια μεταξύ των δύο χρονικών σημείων είναι έντονη - σχεδόν διπλασιάστηκαν από 9 το 2008 σε 17 το 2018. Αν όμως κοιτάξει κάποιος σε μεγαλύτερο βάθος τις περιγραφές και τα χαρακτηριστικά των κομμάτων αυτών που ταξινομούμε ως ακροδεξιά, αντιλαμβάνεται ότι η κατηγοριοποίηση αυτή μπορεί να είναι παραπλανητική.

Όταν κατά την προηγούμενη δεκαετία στην ελληνική πολιτική σκηνή είχε ανατείλει ο διάττοντας αστέρας του ΛΑΟΣ, πολλοί αναλυτές χαρακτήριζαν το κόμμα του Γιώργου Καρατζαφέρη ως ακροδεξιό. Σήμερα, μπροστά στη Χρυσή Αυγή, ο ΛΑΟΣ φαντάζει σχεδόν «κεντροδεξιός». Με την ίδια λογική, πολλά από τα κόμματα τα οποία ορθώς αντιμετωπίζουμε σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες ως ακροδεξιά απέχουν παρασάγγας από τις πρακτικές και την ιδεολογία του κόμματος του Νίκου Μιχαλολιάκου.

Τα ακροδεξιά κόμματα αυτά διαφέρουν μεταξύ τους σε πολλά επίπεδα. Λίγα απ'' αυτά θα τα χαρακτήριζε κανείς νεοναζί, με εξαίρεση τη Χρυσή Αυγή, το -παρακλάδι της στην Κύπρο- Εθνικό Λαϊκό Μέτωπο και το κόμμα του Μαριάν Κοτλέμπα στη Σλοβακία. Τα υπόλοιπα κινούνται σ'' ένα φάσμα ακροδεξιάς ρητορικής. Κάποια απ'' αυτά έχουν έντονο ευρωσκεπτικιστικό προσανατολισμό, ενώ για άλλα ο κορμός της ιδεολογίας τους είναι η αντίδραση ενάντια στο διαφορετικό. Κάποια είναι έντονα εθνικιστικά, ενώ υπάρχουν κι αυτά που προσπαθούν να αποποιηθούν το έντονο ακροδεξιό παρελθόν τους, στην προσπάθειά τους να εισέλθουν στο πολιτικό mainstream, όπως παραδείγματος χάριν προσπάθησε να κάνει η Μαρίν Λεπέν στις γαλλικές προεδρικές εκλογές του 2017.

Οσο για τα ποσοστά τους, αν κανείς συμπεριλάβει στη λίστα των ακροδεξιών κομμάτων το Φιντές του Ούγγρου πρωθυπουργού Βικτορ Ορμπαν, κυμαίνονται μεταξύ 49,3% μέχρι το χαμηλό του 3,7% που κατέχει το -συρρικνωμένο σε σχέση με το 2008- Βλάαμς Μπελάνγκ στο Βέλγιο, ενώ υπάρχουν κι άλλες χώρες στις οποίες έχασαν επιρροή στην τελευταία δεκαετία (Κροατία, Σλοβενία και Λιθουανία).

Λαϊκισμός και συνολική δεξιά στροφή

Κοιτάζοντας πάντως τα ακροδεξιά κόμματα της Ευρώπης, αν κάτι μοιάζει να έχει ο συντριπτικός αριθμός τους ως κοινό είναι ο λαϊκιστικός χαρακτήρας τους. Είναι κόμματα αντίδρασης που απελευθερώνουν τα ταπεινότερα ένστικτα μιας μερίδας της εκάστοτε κοινής γνώμης, κεφαλαιοποιώντας στον θυμό που ακολούθησε την κρίση και αξιοποιώντας τον φόβο του διαφορετικού, καθώς και την αγωνία που προκαλεί η συνειδητοποίηση ότι η Ευρώπη παραμένει νησίδα φωτός σε μια ολοένα και πιο σκοτεινή γειτονιά του πλανήτη.

Άλλη μια ενδιαφέρουσα διαπίστωση είναι ότι ελάχιστα από τα κόμματα αυτά έχουν καταφέρει να πετύχουν τη μετάβαση στην εξουσία. Το Φιντές του Ορμπάν προϋπήρχε στην εξουσία και μετατοπίστηκε το ίδιο την τελευταία δεκαετία από τη Δεξιά στην Ακροδεξιά. Μόνο η Λέγκα του Βορρά, του Ματέο Σαλβίνι, θα έλεγε κανείς ότι πέτυχε τη μετάβαση αυτή -και αυτός όμως, όπως η Λεπέν, χρειάστηκε να μαλακώσει κάπως τη ρητορική του, προκειμένου να διεκδικήσει ένα μεγαλύτερο μέρος της εκλογικής πίτας.

Θα υπάρξουν αδιαμφισβήτητα κι άλλοι μιμητές που θα ακολουθήσουν την ίδια τακτική, ίσως λοιπόν να είναι η ίδια η ύπαρξη των ακροδεξιών κομμάτων και η απειλή την οποία συνιστούν εκλογικά για τα δεξιά και κεντροδεξιά κόμματα της Ευρώπης, τα οποία βλέπουν την επιρροή τους να ψαλιδίζεται, ο μεγαλύτερος κίνδυνος που παρουσιάζει η πρόσφατη ενίσχυσή τους.

Ήδη βλέπουμε τη μετατόπιση αυτή μεγάλων κομμάτων από το κέντρο προς τα δεξιά σε μια σειρά από ευρωπαϊκές χώρες: από τη Γερμανία, όπου η Άνγκελα Μέρκελ τελεί υπό καθεστώς ομηρίας, πιεζόμενη από τους ολοένα και πιο δεξιούς Βαυαρούς Χριστιανοκοινωνιστές, στο Αυστριακό Λαϊκό Κόμμα του Σεμπάστιαν Κουρτς, μέχρι το κεντροδεξιό-φιλελεύθερο κόμμα του Μαρκ Ρούτε, που υιοθέτησε έναν πολύ πιο αυστηρό πολιτικό λόγο στα θέματα μετανάστευσης για να κερδίσει τις τελευταίες ολλανδικές εκλογές.

Σκηνικό πολυδιάσπασης

Άλλη μια έντονη αλλαγή που καταγράφεται είναι η πολυδιάσπαση του πολιτικού σκηνικού, όπως αυτή αποτυπώνεται στον αριθμό των κομμάτων που απαρτίζουν τα Κοινοβούλια. Από 206 κόμματα το 2008, μετράμε 245 κόμματα μια δεκαετία αργότερα, μια αύξηση της τάξεως του 15%. Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η οικονομική κρίση υπονομεύει την κυριαρχία των παραδοσιακών ηγετικών πολιτικών δυνάμεων, ενώ την ψήφο αντίδρασης την καρπώνεται ένα ολοένα μεγαλύτερο και ανομοιογενές σύνολο μικρότερων κομμάτων.

Είναι ίσως ένας από τους λόγους που σε χώρες όπου καταγράφονται ιστορικά αποσχιστικές τάσεις οι πολιτικές δυνάμεις που τις πρεσβεύουν αποκτούν μετά την κρίση μια νέα επιρροή στα πολιτικά πράγματα - όπως συνέβη στην περίπτωση της Ισπανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου. Έχει πάντως ενδιαφέρον ότι και στις δύο χώρες η επιρροή αυτή δεν αποτυπώνεται με ένταση στο εθνικό Κοινοβούλιο, αλλά περιορίζεται στην περιοχή την οποία αφορά - στην Καταλονία και τη Σκοτία.
Η πολυδιάσπαση αυτή δίνει μιαν άλλη ενδιαφέρουσα ερμηνεία στο φαινόμενο της ανόδου της Ακροδεξιάς. Αν παρατηρήσει κανείς την πολιτική προέλευση της αύξησης του αριθμού των κοινοβουλευτικών κομμάτων μεταξύ του 2008 και του 2018, παρατηρεί ότι μόλις το ένα τέταρτο της αύξησης (7 από τα 29) οφείλεται σε ακροδεξιά-εθνικιστικά κόμματα - τα υπόλοιπα έχουν ξεπηδήσει σε άλλα σημεία του πολιτικού φάσματος.

Τι σημαίνει αυτό; Ότι σημαντικό μέρος του φαινομένου της ανόδου της Ακροδεξιάς οφείλεται στο ευρύτερο φαινόμενο της πολυδιάσπασης και της ανόδου του λαϊκισμού, που αμφισβήτησε στα χρόνια της κρίσης την πρωτοκαθεδρία των μεγάλων κομμάτων. Κάτι που όμως -όπως κι εμείς που ζήσαμε τέσσερα χρόνια ΣΥΡΙΖΑ καλά γνωρίζουμε- δεν συμβαίνει μόνο στα δεξιά του πολιτικού φάσματος.

*Αναδημοσίευση από τον Φιλελεύθερο, της Τετάρτης 10 Οκτωβρίου

Φωτογραφία: ΑPImages